Μάλιστα, ο Προεδρεύων του Συμβουλίου Υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας μαζί με τον Πρόεδρο του Eurogroup Γερούν Ντέϊσελμπλουμ θα πάνε αύριο στο Στρασβούργο για να συναντηθούν με τους ευρωβουλευτές σε μια προσπάθεια να ξεμπλοκάρουν την κατάσταση.
Ο κ. Στουρνάρας αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των υπουργών σε όλες τις συμβιβαστικές προτάσεις της Ελληνικής Προεδρίας, χαρακτήρισε τις συζητήσεις που έγιναν χθες και σήμερα δύσκολες, ενώ επισήμανε ότι από την πολιτική βούληση που θα επιδείξουν όλες οι πλευρές θα εξαρτηθεί η πορεία των συζητήσεων. Πάντως, διευκρίνισε ότι δεν θα υπάρξει έκτακτη σύγκλιση του Συμβουλίου ECOFIN.
Ο χρόνος πλέον πιέζει ασφυκτικά δημιουργώντας αμφιβολίες για το κατά πόσο θα υπάρξει συνολική συμφωνία μέχρι το τέλος του μήνα, ώστε να προλάβει η ολομέλεια της Ευρωβουλής να την εγκρίνει πριν την διάλυση της στα μέσα Απριλίου ενόψει των ευρωεκλογών της 25ης Μαΐου.
Η εντολή που έλαβε χθες η Ελληνική Προεδρία βασίζεται σε μια σειρά από εναλλακτικά σενάρια που υπέβαλε στους υπουργούς, οι οποίοι της ζήτησαν να διαπραγματευθεί με τους Ευρωβουλευτές.
Τα δύο βασικά προβλήματα που εμποδίζουν τη λήψη συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου και της Ευρωβουλής αφορούν το δεύτερο πυλώνα της τραπεζικής ενοποίησης, που είναι ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης των Τραπεζών.
Πρόκειται για το Ευρωπαϊκό Ταμείο διάσωσης τραπεζών, το οποίο θα συσταθεί με διακυβερνητική συνεργασία, δηλαδή εκτός κοινοτικού πλαισίου.
Ειδικότερα, όλοι συμφωνούν με το ύψος της προικοδότησης του ταμείου, το οποίο σε βάθος δεκαετίας θα φτάσει σταδιακά τα 55 δισ. ευρώ μέσω ετήσιων συνεισφορών των τραπεζών, όπου υπολογίζεται ότι 17 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες θα συνεισφέρουν το 40% του παραπάνω ποσού. Οι διαφωνίες έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι η Ευρωβουλή θέλει το ταμείο να είναι λειτουργικό από την πρώτη μέρα. Αυτό δεν έχει διασφαλιστεί γιατί η Γερμανία επιμένει ότι στη διάρκεια της δεκαετούς μεταβατικής περιόδου του ταμείου, οι πόροι του δεν θα αποτελούν κοινό «κουμπαρά» αλλά οι τράπεζες κάθε χώρας θα έχουν το εθνικό χαρτοφυλάκιό τους. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες των μικρότερων χωρών δεν θα έχουν αρκετά χρήματα εντός του ταμείου τα πρώτα χρόνια για την αντιμετώπιση ενδεχόμενου προβλήματος.
Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με τη διαδικασία λήψης απόφασης για την εξυγίανση ή εκκαθάριση μιας τράπεζας.
Η κατ΄ αρχήν απόφαση που είχε λάβει το Συμβούλιο ECOFIN τον περασμένο Δεκέμβριο προβλέπει ότι την τελική απόφαση για την εξυγίανση μιας τράπεζας θα την αναλάβουν τα κράτη μέλη μέσω της ολομέλειας του Συμβουλίου Εξυγίανσης. Η Ευρωβουλή απορρίπτει αυτή τη διαδικασία θεωρώντας ότι είναι εξαιρετικά χρονοβόρα και ζητάει τις αποφάσεις να τις λαμβάνει το ΔΣ του Συμβουλίου Εξυγίανσης και όταν υπάρχει διαφωνία τελικός κριτής να είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.