Του Παύλου Ξανθούλη
Η λέξη ξεπούλημα απηχεί πλήρως την πώληση των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα.
Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο «ΑΝΤΕΝΝΑ», η ελληνική πλευρά τήρησε σκληρή γραμμή στο τραπέζι των διαβουλεύσεων, αξιώνοντας «η πώληση να γίνει σε καθεστώς εξυγίανσης/εκκαθάρισης δηλαδή με πολύ μεγάλη απομείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των ελληνικών δραστηριοτήτων των κυπριακών τραπεζών».
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι με βάση τη συμφωνία που είχε κατ’ αρχήν δρομολογηθεί στο Eurogroup, το ποσό των κεφαλαίων που θα χρειαζόταν μια ελληνική τράπεζα προκειμένου να αγοράσει τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών, υπολογίστηκε στο 9% των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού και το 50% αυτού του κεφαλαίου θα καταβαλλόταν σε μετρητά από την τράπεζα που τα πωλούσε προς την τράπεζα που τα αγόραζε.
Δηλαδή η κυπριακή τράπεζα που πωλούσε τα υποκαταστήματά της θα έπρεπε να καταβάλει και το 50% του εν λόγω κεφαλαίου προς την ελληνική τράπεζα που θα αγόραζε τα υποκαταστήματά της στην Ελλάδα.
Πληροφορίες του «ΑΝΤΕΝΝΑ» αναφέρουν ότι χρειάστηκαν παρεμβάσεις και τηλεφωνήματα από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Αντώνη Σαμαρά, προκειμένου η ελληνική τράπεζα που θα αγόραζε τις δραστηριότητες των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα να καταβάλει τελικά το 66,6% του υπό αναφορά κεφαλαίου και οι κυπριακές τράπεζες το 33,3%.
Ως αποτέλεσμα της παρέμβασης Αναστασιάδη προς Σαμαρά, η συμφωνία βελτιώθηκε κατά 250 εκατ. ευρώ, χωρίς ωστόσο αυτό να διαφοροποιεί τη γενική διαπίστωση: Ότι δηλαδή η συμφωνία οδήγησε ουσιαστικά στο ξεπούλημα των δραστηριοτήτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα και ότι η ελληνική πλευρά αντιμετώπισε το ζήτημα ως μια «επιχειρηματική πράξη», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά ελληνικοί κύκλοι, μακριά από «εθνικούς συναισθηματισμούς»…
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι στη διάρκεια της διαπραγμάτευσης για την «επιχειρηματική» αυτή πράξη, η ελληνική πλευρά επέμεινε ουσιαστικά σε τρεις βασικές προϋποθέσεις, οι οποίες εκ των πραγμάτων θα προκαλούσαν ολοκληρωτική ασφυξία στην Κύπρο:
1. Ζητούσε όπως η πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών, γινόταν σε καθεστώς εκκαθάρισης, κάτι που συνεπαγόταν τεράστια απομείωση της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων.
2. Δεν επιθυμούσε την περίληψη των ναυτιλιακών και άλλων δανείων που είχαν μεταφερθεί λογιστικά σε λογαριασμούς στην Κύπρο, στο πακέτο των περιουσιακών στοιχείων που θα επωλούντο.
3. Η ελληνική πλευρά και ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα, ζητούσαν περαιτέρω μείωση της αξίας του δανειακού χαρτοφυλακίου κατά €5 δις έναντι του ακραίου σεναρίου της PIMCO.
Από τις επαφές αυτές πρόεκυψε χάσμα μεταξύ των δύο μερών και η κυπριακή πλευρά δέχθηκε κύματα πιέσεων καθώς η πώληση των κυπριακών υποκαταστημάτων στην Ελλάδα, αποτελούσε προϋπόθεση για την υπογραφή Μνημονίου.
Τότε τη διαπραγμάτευση ανέλαβε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν καθορίζοντας το πλαίσιο όρων πώλησης, το οποίο περιλάμβανε το τίμημα πώλησης και την αξία αποτίμησης του δανειακού χαρτοφυλακίου. Τα δάνεια αποτιμήθηκαν λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες ζημιές που υπολόγισε η PIMCO κάτω από το ακραίο σενάριο.