Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

*Το ρεπορτάζ είναι του Σωκράτη Ιωακείμ

Την άποψη ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν ήταν στην ίδια κατάσταση με τη Λαϊκή Τράπεζα και δεν έπρεπε να υποβληθεί σε καθεστώς εξυγίανσης, διατύπωσε ο πρώην Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, Ελευθέριος Ιωάννου.

Καταθέτοντας ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικονομία, ο κ. Ιωάννου, που διατέλεσε Πρόεδρος του ΔΣ της Τράπεζας Κύπρου από τον 2006 μέχρι το Μάιο του 2008, ο κ. Ιωάννου διαφώνησε με το "χάρισμα", κατά την έκφρασή του, των εργασιών της τράπεζας στην Ελλάδα, ενώ είπε ότι αν δεν γινόταν το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, η Τράπεζα δεν θα χρειαζόταν πρόσθετα κεφάλαια.

Όταν κλήθηκε από την Πρόεδρο της Επιτροπής, Γεώργιο Πική, να σχολιάσει συγκεκριμένη αναφορά του πορίσματος της Ανεξάρτητης Επιτροπής για το Μέλλον του Τραπεζικού Τομέα ότι η αδύναμη τραπεζική διακυβέρνηση και οι απερίσκεπτες επενδύσεις υλοποιήθηκαν από την αποτυχία των Διοικητικών Συμβουλίων να ελέγξουν τις δραστηριότητες των εκτελεστικών στελεχών των Τραπεζών, απάντησε ότι είναι άδικο να λέγονται αυτά για όλες τις τράπεζες.
 
"Όλοι μιλούν για τράπεζες. Γιατί δεν μιλούν για συγκεκριμένες τράπεζες, να πουν η Λαϊκή έτσι και έτσι έκανε. Να πουν η Τράπεζα Κύπρου έτσι και έτσι έκανε, να πουν ότι και ο Συνεργατισμός έτσι και έτσι έκανε. Εγώ δεν δέχομαι ότι αυτά τα συμπεράσματα είναι αντιπροσωπευτικά όλων των τραπεζών. Παρ` όλον που δεν ήμουν στην τράπεζα δεν τα δέχομαι", είπε και πρόσθεσε: "Εγώ λέω ότι κακώς έγιναν σε ό,τι αφορά την Τράπεζα Κύπρου χωρίς να έχω απτές μαρτυρίες, αλλά δεν δέχομαι ότι η Τράπεζα Κύπρου ήταν σε αυτή την κατάσταση".
 
Σε διευκρινιστική ερώτηση από το μέλος της Επιτροπής Ανδρέα Κραμβή γιατί δεν αποδέχεται τις επικρίσεις της Ανεξάρτητης Επιτροπής σε ό,τι αφορά την Τράπεζα Κύπρου, ο κ. Ιωάννου είπε δεν το δέχεται αν γίνει σύγκριση της Τράπεζας Κύπρου ιδιαίτερα με τη Λαϊκή Τράπεζα και συμπλήρωσε πως "η κατάσταση δεν ήταν η ίδια".
 
Σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου, η Λαϊκή Τράπεζα έφτασε στο σημείο να πάρει ρευστότητα μέσω του προγράμματος ELA της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ύψους €9 δις, ενώ η Τράπεζα Κύπρου χρειάστηκε στήριξη στις αρχές του 2013.
 
Είπε ακόμη ότι η Τράπεζα Κύπρου παρουσίαζε κεφαλαιακές ανάγκες ύψους €700 εκατομμυρίων, ενώ υπήρχαν πολλές εξαρτημένες εταιρείες, όπως και κέρδη που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος των αναγκών αυτών, υπενθυμίζοντας ότι οι ανάγκες των 700 εκατ. προέκυπταν μετά την αύξηση των απαιτήσεων για το δείκτη των κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων (Core Tier 1 Capital) στο 9% από το 8% που ήταν προηγουμένως.
 
"Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί η Τράπεζα Κύπρου μπήκε σε καθεστώς εξυγίανσης, τη στιγμή που οι πλείστες τράπεζες στην Ελλάδα είχαν αρνητικό κεφάλαιο, με εξαίρεση την Alpha Bank. Η Τράπεζα Κύπρου εξακολουθούσε να έχει πολύ σημαντικό κεφάλαιο", είπε και εισηγήθηκε στην Επιτροπή να εξετάσει γιατί όλες οι τράπεζες μπήκαν "στο ίδιο καλάθι", κατά την έκφρασή του.
 
Απαντώντας σε ερώτηση, ο κ. Ιωάννου είπε ακόμη ότι η Ανεξάρτητη Επιτροπή θα είχε απόλυτο δίκαιο στις επισημάνσεις της "αν αναφερόταν σε migoδάνεια" (τα δάνεια της Μαρφίν Λαϊκής προς τον επενδυτικό όμιλο MIG).
 
"Αλλά δεν μιλούμε ότι όλες οι τράπεζες έκαναν migoδάνεια. Η Τράπεζα Κύπρου ήταν αρκετά προσεκτική, τουλάχιστον τον καιρό που ήμουν εγώ και δεν πιστεύω ότι η κουλτούρα που επικρατούσε τότε διαβρώθηκε σε τέτοιο βαθμό", συμπλήρωσε.
 
Σε ερώτηση του τρίτου μέλους της Επιτροπής Ηλιάνας Νικολάου αν η Τράπεζα Κύπρου είχε λάβει αρκετά προστατευτικά μέτρα για να αποτραπούν οι συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ο κ. Ιωάννου αναφέρθηκε στο κούρεμα των ελληνικών ομολόγων κάτι που είχε αποτέλεσμα την ανάγκη για πρόσθετα κεφάλαια.
 
"Αν δεν υπήρχαν τα ελληνικά ομόλογα η Τράπεζα Κύπρου δεν θα χρειαζόταν πρόσθετα κεφάλαια, με τον ίδιο τρόπο που και η Ελληνική Τράπεζα δεν χρειάστηκε πρόσθετα κεφάλαια", είπε, προσθέτοντας ότι εάν δεν υπήρχε το κούρεμα η Τράπεζα Κύπρου θα ήταν σε καλύτερη θέση.
 
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του, ο κ. Ιωάννου είπε πως ένα από τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι γιατί έγινε το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων. Είπε ότι παρέστη σε δύο διαλέξεις από τον τότε Διοικητή της ΚΤΚ Αθανάσιο Ορφανίδη και τον Βασίλειο Ράπανο και την άλλη από τον Παπαδήμο που διαβεβαίωναν ότι δεν θα υπάρξει κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, "διότι έτσι έβλεπαν τα πράγματα".
 
Σε παρατήρηση του κ. Πική ότι υπάρχει μαρτυρία ότι η ΚΤΚ είχε προειδοποιήσει την 1η Μαρτίου του 2010 την Τράπεζα Κύπρου για την επικινδυνότητα των ελληνικών ομολόγων, ο κ. Ιωάννου επεσήμανε ότι από τα τέλη του 2007 και μετά οι τράπεζες επικεντρώθηκαν στην επένδυση σε κρατικά ομόλογα διότι λόγω της κρίσης δεν υπήρχε ευχέρεια να επενδύσουν σε τραπεζικά αξιόγραφα ή σε διατραπεζικά δάνεια.
 
"Το να επενδύσεις το ποσό το οποίο επενδύθηκε στην Ελλάδα και να το αφήσεις μέχρι τέλους κλπ αυτό είναι άλλη ιστορία την οποία μπορούν άλλοι να απαντήσουν, αλλά αυτό ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν εκείνες οι πράξεις", είπε.
 
Ο κ. Ιωάννου χαρακτήρισε απόλυτο λάθος την πώληση των καταστημάτων στην Ελλάδα το οποίο χαρακτήρισε "χάρισμα", λέγοντας ότι το δίκτυο καταστημάτων στην Ελλάδα είχε "κτιστεί πολύ προσεκτικά", και με μεγάλη διασπορά. "Ειλικρινά δεν θεωρώ καθόλου ότι ήταν προς ξεπούλημα και εντούτοις ξεπουλήθηκαν", είπε.
 
Ο κ. Ιωάννου είπε ότι η συγχώνευση με τη Λαϊκή ήταν το μεγαλύτερο λάθος. Είπε πως η Τράπεζα Κύπρου μελετούσε για χρόνια το θέμα της απόκτησης το μερίδιο που κατείχε η Hong Kong Shanghai Bank (HSBC) στη Λαϊκή Τράπεζα, προσθέτοντας ότι η θέση που επικράτησε ήταν ότι καμία Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν θα επέτρεπε μια τόσο μεγάλη συγκέντρωση.
 
Ερωτηθείς από τον κ. Πίκη για το "τι πήγε στραβά", στην υπόθεση της ρωσικής Uniastrium, ο κ. Ιωάννου ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει τι πήγε στραβά, προσθέτοντας πως κατόπιν προσωπικής του εξέτασης δεδομένων άλλων εξαγορών ρωσικών τραπεζών, ο ίδιος θεωρεί ότι η εξαγορά της Uniastrum από την Τράπεζα Κύπρου έγινε συγκριτικά με καλύτερους όρους. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι η αγγλική Barclays είχε αγοράσει ρωσική τράπεζα, την οποία πώλησε μετέπειτα στο 10% της αρχικής της αξίας. "Η εξαγορά της Τράπεζας Κύπρου με τα δεδομένα της εποχής ήταν καλύτερη", κατέληξε.
 
Αριστοδήμου: Μέτρα στήριξης του τραπεζικού συστήματος ζητούσε το ΔΣ, μετά την απομείωση των ελληνικών ομολόγων 
 
Σειρά προσωπικών επισκέψεων τόσο πριν την απομείωση των ελληνικών ομολόγων τον Ιούλιο του 2011 όσο και μετά την απομείωση, με αρμόδιους Υπουργούς της προηγούμενης κυπριακής Κυβέρνησης και με πολιτικά πρόσωπα και κόμματα της Κύπρου, ακόμη και με τον πρώην Υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας Ευάγγελο Βενιζέλο, στους οποίους εξέφραζαν εισηγήσεις αλλά και ανησυχίες για το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου και ζητούσαν τη λήψη μέτρων, χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα, είχαν μέλη του πρώην ΔΣ της Τράπεζας Κύπρου, σύμφωνα με τον πρώην Πρόεδρο της Τράπεζας Θεόδωρο Αριστοδήμου. 
 
Ταυτόχρονα, ο κ. Αριστοδήμου, ο οποίος υπηρέτησε στη θέση του Προέδρου της Τράπεζας από τις 14 Μαΐου του 2008 μέχρι τις 30 Αυγούστου του 2012, είπε ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής για την οικονομία, ότι μέχρι και το τέλος Μαρτίου υπήρχαν, εκτός από δηλώσεις του πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Αθανάσιου Ορφανίδη, "και άλλες δηλώσεις από αξιωματούχους, μέχρι και διαλέξεις στις οποίες κανείς δεν έλεγε ότι υπήρχε κίνδυνος να γίνει απομείωση των ομολόγων της Ελλάδας", που έγινε τελικά στις 21 Ιουλίου του 2011.
 
Ανησυχούσαμε για το ενδεχόμενο της απομείωσης του ελληνικού χρέους και το ΔΣ έκανε πολλές συνεδρίες επί του θέματος, είπε, προσθέτοντας ότι ακόμη και ο Λουκάς Παπαδήμος (πρώην Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ αλλά και πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδας μεταξύ Νοέμβριο του 2011 και Μάιο του 2012 "έκανε διάλεξη στην Κύπρο τέλος Μαΐου 2011, πριν την απομείωση και ρωτήθηκε, "λόγω της αγωνίας μας τι θα γίνει στην Ελλάδα, κατά πόσο "βλέπει κίνδυνο πτώχευσης της Ελλάδας ή πρόβλημα με τα ελληνικά ομόλογα".
 
Σύμφωνα με τον κ. Αριστοδήμου, ο κ. Παπαδήμος είπε ότι "δεν υπάρχει τέτοιο θέμα" και ότι η ΕΕ δεν θα αφήσει την Ελλάδα να καταρρεύσει, ενώ μετά από περίπου 20 ημέρες, όπως είπε ο πρώην Πρόεδρος της Τράπεζας Κύπρου, είδαμε την απόφαση του Γιούρογκρουπ για την απομείωση. 
 
"Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε - ίσως αυτό να ήταν το λάθος μας - ότι το Γιούρογκρουπ θα έπαιρνε μια τέτοια απόφαση πολιτική για απομείωση κρατικών ομολόγων, τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έδινε διαφορετικές κατευθύνσεις", σημείωσε.
 
Επιπλέον ο κ. Αριστοδήμου αναφέρθηκε σε 10 εσωτερικούς και 5 εξωτερικούς παράγοντες στους οποίους οφείλεται η σημερινή καταστροφική πορεία.
 
Οι εσωτερικοί παράγοντες, σύμφωνα με τον κ. Αριστοδήμου, ήταν το σπάταλο κράτος και η απροθυμία των εκάστοτε Κυβερνήσεων να λάβουν μέτρα, η διαχρονική υπονόμευση των θεσμών και των αξιών σε όλα τα επίπεδα της κυπριακής πολιτείας, την κακή οικονομική και δημοσιονομική πολιτική διακυβέρνηση την πενταετία 2008-2013, τη μεγάλη καθυστέρηση της Κυβέρνησης το 2012 να αποταθεί στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, την αδικαιολόγητη, επιζήμια και καταστροφική πολυετή αντιπαράθεση του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης με τον τέως Διοικητή της ΚΤ Αθανάσιο Ορφανίδη, την τραγική αποδοχή από τον πρώην Πρόεδρο Χριστόφια του κουρέματος του ελληνικού χρέους, χωρίς να ζητήσει βοήθεια από την ΕΕ για τις κυπριακές τράπεζες που υπέστησαν ζημιά πέραν των 4,5 δισ. ευρώ, τις δυσφημιστικές και ακατανόητες αναφορές του Προέδρου Χριστόφια και της Κυβέρνησης, εντός και εκτός Κύπρου, κατά των τραπεζών, τους κακούς χειρισμούς στο θέμα της ανάθεσης του διαγνωστικού ελέγχου από τη Pimco, τα μεγάλα ανοίγματα της Λαϊκής Τράπεζας και την εκ των υστέρων διαφαινόμενη λανθασμένη επέκταση στο εξωτερικό των τραπεζών και την επένδυση σε ελληνικά ομόλογα.
 
 
Στους εξωτερικούς παράγοντες, ο κ. Αριστοδήμου περιλαμβάνει τη διεθνή οικονομική κρίση που άρχισε το 2008, την κρίση χρέους της Ελλάδας και τις σχετικές αποφάσεις του Γιούρογκρουπ, τη σκοπιμότητα της Γερμανίας και άλλων να διαλύσουν το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου, λόγω των επενδύσεων που προσέλκυσε από τη Ρωσία και άλλες χώρες αλλά πιθανόν και για άλλους σημαντικούς λόγους, τη λανθασμένη πολιτική της ΕΚΤ να χορηγεί συνεχώς ρευστότητα στη Λαϊκή από τον ELA και τις τραγικές αποφάσεις του Γιούρογκρουπ τον Μάρτιο του 2013 για την Κύπρο.
 
Σε σχέση με την έκθεση της Alvarez & Marsal, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι "εμείς διατηρούμε προσωπικά πολλές επιφυλάξεις για την έκθεση" και ότι "προκαλούνται πολλά ερωτηματικά" για την έκθεση, προσθέτοντας ότι η Τράπεζα Κύπρου "κατέστη ένα θύμα της όλης εξέλιξης των πραγμάτων", καθώς ήταν σε πολύ καλή θέση μέχρι το 2012 και οι δείκτες της ήταν πολύ καλοί.
 
Σε σχέση με την εξαγορά της ρωσικής τράπεζας Uniastrum είπε ότι έγιναν διάφορες έρευνες και μελέτες τόσο από ομάδα εκτελεστικών της Τράπεζας, όσο και από τους συμβούλους, JP Morgan, όσο και από ανεξάρτητους δικηγόρους και εσωτερικούς ελεγκτές προτού παρθεί η τελική απόφαση του ΔΣ, η οποία ήταν ομόφωνη.
 
Ερωτηθείς από τον κ. Πική αν διατύπωσε τη θέση του στην κυπριακή Κυβέρνηση, πριν τη απομείωση των ελληνικών ομολόγων, ο κ. Αριστοδήμου απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι "είχαμε κατ΄ επανάληψη επαφές με τους αρμόδιους Υπουργούς" για το ενδεχόμενο απομείωσης των ελληνικών ομολόγων και "εγώ είχα προσπαθήσει μέχρι και με την ελληνική κυβέρνηση να έρθω σε επαφή".
 
Ανέφερε ότι μέσω γνωστού του ήλθε σε επαφή ακόμη και με τον (πρώην Υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας) Ευάγγελο Βενιζέλο για το θέμα της απομείωσης στο μεσοδιάστημα της 1ης και 2ης απομείωσης που έγινε τον Οκτώβριο του 2011.
 
Ανέφερε ότι συνάντησε τον κ. Βενιζέλο σε προσωπικό επίπεδο και του μετέφερε την ανησυχία σαν Κύπρος ότι το θέμα της απομειωσης "μας δημιουργεί τεράστια προβλήματα και ότι ελπίζαμε ότι δεν θα συνέχιζε".
 
Είπε ακόμη ότι "κάναμε εισήγηση" στον κ. Βενιζέλο, αν δεν υπήρχε ευχέρεια να δοθούν χρηματικά ποσά, να δοθούν αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού κράτους αφού συζητείτο τότε το θέμα, για να μην μείνουν ακάλυπτες οι κυπριακές τράπεζες.
 
Ερωτηθείς αν μετά την 2η απομείωση των ελληνικών ομολόγων από 72% μέχρι 80% η κυπριακή Κυβέρνηση ζήτησε να έρθει σε επαφή για αντιμετώπιση του θέματος, ο κ. Αριστοδήμου απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι "δεν υπήρχε η στήριξη από κυπριακή Κυβέρνηση" λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ελλαδικές τράπεζες που κατείχαν γύρω στα 50 δισ. ελληνικά κρατικά ομόλογα είχαν καταφέρει τότε, δια παρεμβάσεως της ελληνικής Κυβέρνησης, να πάρουν ειδικά προνόμια" για την έκθεση τους στα ελληνικά ομόλογα.
 
"Για μας δεν υπήρχε τίποτε", σημείωσε.
 
Ανέφερε ότι ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου Ανδρέας Ηλιάδης είχε επαφές και τον πληροφορούσε ότι είχε συναντήσει κατ΄ επανάληψη τους αρμόδιους Υπουργούς για το θέμα της απομείωσης.
 
"Τις ανησυχίες μας τις εκφράσαμε πολλές φορές με προσωπικές επισκέψεις και στην Κυβέρνηση και σε πολιτικά πρόσωπα και κόμματα", πρόσθεσε.
 
Ανέφερε επίσης ότι και ο ίδιος είχε επισκεφθεί τον Διευθυντή του Γραφείου του πρώην Προέδρου μετά την 1η απομείωση των ελληνικών ομολόγων και του ανέφερε τους "φόβους και τους  κινδύνους που έβλεπα" και ότι ελπίζει να μην συνεχιστεί "οποιαδήποτε νέα απομειωση" γιατί η Τράπεζα, αν και είναι ισχυρή θα μπορέσει να αντέξει απομείωση μέχρι το 50% της αξίας των ελληνικών ομολόγων που κατείχε η Τράπεζα.
 
Αναφέροντας ότι δεν πίστευε το ΔΣ πριν την απομείωση πως θα γίνει κάτι τέτοιο, ο κ. Αριστοδήμου είπε ακόμη στον Διευθυντή του Γραφείου του πρώην Προέδρου ότι άλλη τράπεζα, μεγάλη στην Κύπρο, δεν θα μπορέσει να αντέξει και ζήτησε να ληφθούν μέτρα.
 
"Όταν είδαμε ότι συνεχιζόταν να υπάρχει μια μη ενεργή δράση όσον αφορά την αντιμετώπιση των θεμάτων προβήκαμε σε επίσημη ανακοίνωση στην οποία εκφράζαμε τους φόβους και τις επιφυλάξεις μας", πρόσθεσε.
Επιστολή ΚΤ
 
Ερωτηθείς από τον κ. Πική αν ήρθε εις γνώσιν του επιστολή που είχε αποσταλεί την 1η Μαρτίου του 2010 από την Κεντρική Τράπεζα που προειδοποιούσε για τους κινδύνους που ενείχε η αγορά ή η φύλαξη ελληνικών ομολόγων, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι η επιστολή ήρθε εις γνώσιν του ΔΣ σε "αρκετά μεταγενέστερο στάδιο" της αγοράς ελληνικών ομολόγων.
 
Σε παρατήρηση του κ. Πική ότι αγοράστηκαν και μεταγενέστερα ελληνικά ομόλογα, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι αγοράστηκε "ένα μικρό ποσό από το σύνολο των περίπου δύο δισ. ευρώ" που είχε στην κατοχή της τότε η Τράπεζα.
 
Ανέφερε επίσης ότι η επιστολή της ΚΤ "δεν ήταν αποτρεπτική στην αγορά ελληνικών ομολόγων και υπήρχαν και δηλώσεις του ΔΚ την περίοδο εκείνη που έλεγαν ακριβώς το αντίθετο ότι δεν υπήρχε κίνδυνος από την αγορά ελληνικών ομολόγων ή ομολόγων της Ευρωζώνης", προσθέτοντας ότι επί του θέματος υπήρχε συνέντευξη και δήλωση του ΔΚ.
Αγορές ελληνικών ομολόγων
 
Σε σχέση τις αγορές ελληνικών ομολόγων και ερωτηθείς από τον κ. Πική αν η Ανώτατη Εκτελεστική ηγεσία της Τράπεζας γνωστοποίησε στη συνεδρία του ΔΣ στις 11 Δεκεμβρίου ότι διατέθηκαν όλα τα ελληνικά ομόλογα, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι δεν ελέχθη κάτι τέτοιο στο ΔΣ και αυτό που έγινε ήταν μια δήλωση στον Τύπο του τέως Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της Τράπεζας και τότε Ανώτερου Διευθυντή Γιάννη Κυπρή, η οποία έγινε, σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Επιτροπής, την προηγούμενη της συνεδρίας του ΔΣ, στις 10 Δεκεμβρίου.
 
Σε παρατήρηση του κ. Πική ότι στις 10 Δεκεμβρίου του 2009 άρχισε η επαναγορά των ομολόγων που ανήλθε στα 568 εκ. και στις 19 Φεβρουαρίου του 2010 που ενημερώθηκε το ΔΣ της τράπεζας, δεν υπήρξε "καμιά αρνητική αντίδραση", ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι υπήρχαν επιτροπές που αποτελούνταν από Εκτελεστική Διεύθυνση που ασχολείτο και με τις αγοραπωλησίες ομολόγων και αυτές αποφάσιζαν για το πότε θα προέβαιναν σε αυτές τις επενδύσεις.  
 
Ανέφερε ότι το ΔΣ είχε αρμοδιότητα να καταρτίζει την γενική πολιτική της Τράπεζας, καθώς οι Εκτελεστικοί, που θεωρούνται εμπειρογνώμονες, αποφάσιζαν πότε και σε ποιες τιμές θα αγόραζαν, σημειώνοντας ότι την τότε περίοδο η τράπεζα διέθετε υπερβάλλουσα ρευστότητα πέρα των 10 δισ. ευρώ και ήταν ευθύνη των Εκτελεστικών να αποφασίσουν που και πότε θα επένδυαν
 
Σε ερώτηση του μέλους της Επιτροπής Ηλιάνας Νικολάου αν οι Εκτελεστικοί αποφάσιζαν αυτόνομα για τις επενδύσεις, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι δεν υπήρχε η εκ των προτέρων έγκριση του ΔΣ.
 
Δανειοδότηση μελών ΔΣ
 
Ερωτηθείς από τον κ. Πική αν κατά τη δανειοδότηση προσωπικού, Εκτελεστικών και μελών ΔΣ τηρούνται οι σχετικοί κανόνες, ο κ. Αριστοδήμου απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι ως απόδειξη τούτου είναι και το ότι για δραστηριότητες των μελών του ΔΣ "ποτέ δεν μετείχαμε στη λήψη αποφάσεων για τους όρους και το ύψος του δανεισμού", ενώ τα δάνεια που λάμβαναν μέλη του ΔΣ "ήταν με πλήρεις εξασφαλίσεις και με επιτόκια, πέρα των μέσων όρων δανεισμού που δίνονταν σε οποιοσδήποτε επιχειρήσεις".
 
Σε σχέση με το επιτόκιο των καταθέσεων που παραχωρούνταν στα μέλη του ΔΣ, ο κ. Αριστοδήμου, αφού σημείωσε ότι πριν χάσει τις μετοχές του, ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος της Τράπεζας και ότι ακόμη και οι καταθέσεις του όταν ανέλαβε Πρόεδρος μετατράπηκαν σε μετοχές- είπε ότι "τα επιτόκια δεν ήταν τα ψηλότερα που δίνονταν στην αγορά".
 
Διαγραφές δανείων
 
Αναφορικά με τις διαγραφές δανείων, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι τα μέλη του ΔΣ δεν συμμετείχαν ούτε στις εγκρίσεις ούτε στις διαγραφές δανείων, εκτός αν ήταν ένα πολύ μεγάλο δάνειο, προσθέτοντας ότι το ΔΣ ενημερωνόταν πληροφοριακά κατά διαστήματα για τις διαγραφές δανείων, εκτός και αν αυτές οι διαγραφές, όπως είπε, αφορούσαν ποσά που θεωρούνταν μεγάλα.
 
Σε παρατήρηση της κ. Νικολάου αν το ποσό των 2 εκ. ευρώ θεωρείται μεγάλο, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι θεωρεί ότι "ένα τέτοιο ποσό είναι μεγάλο".