Του Παύλου Ξανθούλη
Οι πιθανότητες να παραχωρηθεί επιπλέον δανειοδότηση στην Κύπρο, πέραν των δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ, είναι μηδέν τοις εκατόν, ανέφερε στον ΑΝΤ1 κοινοτική πηγή, χαρακτηρίζοντας ως «σκληρή οροφή» το ποσό που εγκρίθηκε από το Eurogroup.
Η ίδια πηγή διαμήνυσε ότι: Ενδεχόμενες επιπρόσθετες ανάγκες της Κυπριακής Δημοκρατίας, για ανακεφαλαιοποίηση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και δη της Τράπεζας Κύπρου, θα πρέπει να καλυφθούν από την ίδια. Με τον γνωστό πλέον τρόπο, δηλαδή με τη συμμετοχή μετόχων-επενδυτών, κατόχων αξιογράφων και ανασφάλιστων καταθετών.
Η ίδια πηγή, η οποία μίλησε υπό τον όρο τήρησης της ανωνυμίας της, σημείωσε ότι: Εάν κατά την αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Κύπρου - που αναμένεται να διενεργηθεί τους προσεχείς μήνες - βρεθούν σκελετοί στα ντουλάπιά της, δηλαδή καταγραφούν μεγαλύτερες ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης, τότε δεν θα πρέπει να αναμένεται στήριξη από την Ευρωζώνη και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αυτό που πρέπει να αναμένεται, είναι ένα νέο, βαθύτερο κούρεμα, σημείωσε χαρακτηριστικά η ίδια κοινοτική πηγή.
Αλλωστε, αυτήν ακριβώς τη πολιτική γραμμή, ακολούθησε και το Eurogroup στην πρόσφατη απόφασή του, στις 25 Μαρτίου, τόσο για τη Λαϊκή Τράπεζα, όσο και για την Τράπεζα Κύπρου.
Το άρθρο 8 του παρατήματος της απόφασης του Eurogroup αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τα χρήματα του προγράμματος - μέχρι 10 δισεκατομμυρίων ευρώ - δεν θα χρησιμοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου», θέτοντας ουσιαστικά ως όρο για το κυπριακό Μνημόνιο, την εξαίρεση των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών.
Οπως πληροφορείται ο ΑΝΤΕΝΝΑ, η θέση αυτή επιβλήθηκε από την επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ και από το Βερολίνο, που υποστήριξαν ότι οι δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες, δεν έπρεπε να τύχουν καμιάς απολύτως στήριξης, στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ.