Συνέχεια στην πορεία κερδοφορίας και το 2021. Η Eurobank Κύπρου, που φέτος συμπληρώνει 15 χρόνια παρουσίας στην Κύπρο, κατέγραψε για το 2021 καθαρά κέρδη ύψους 52,300,000 ευρώ, μετά τη φορολογία.
«Το 2021, είναι μια χρονιά ορόσημο. Καθώς σηματοδοτεί την αφετηρία μιας ιδιαίτερα απαιτητικής προσπάθειας, η οποία συνεχίζεται και εντός 2022, για επανεκκίνηση της οικονομίας και επάνοδο της αγοράς σε δεδομένα προ πανδημίας», είπε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank Κύπρου, Μιχάλης Λούης.
Σύμφωνα με τα οικονομικά αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν σήμερα, η Τράπεζα πέτυχε το 2021, αύξηση στην κερδοφορία, πλεονάζουσα ρευστότητα και πολύ καλή ποιότητα δανειακού χαρτοφυλακίου.
Συγκεκριμένα, η Eurobank Κύπρου διατηρεί ισχυρή κεφαλαιακή βάση, με τον Δείκτη Επάρκειας να ανέρχεται στο 25,4%, τα κεφάλαια και άλλα αποθεματικά ανήλθαν σε 571,000,000, αυξημένα κατά 44,000,000 σε σχέση με το 2020 και τις καταθέσεις να ξεπερνούν τα 6,000,000,000 ευρώ, με τα δάνεια να ανέρχονται στα 2,600,000,000.
Εξαιρετική και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου, με τον δείκτη Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων, να κυμαίνεται μόλις στο 2,4%.
Την ίδια ώρα, ο Μιχάλης Λούης, επισήμανε πως «η Eurobank Κύπρου, κατάφερε μέσα από δύσκολες συνθήκες και προκλήσεις τις οποίες διαμόρφωσε η πανδημία, να παρέχει απρόσκοπτα και αποτελεσματικά υπηρεσίες στους πελάτες της. Ταυτόχρονα, παρουσίασε θετικούς δείκτες σε όλους τους τομείς δραστηριοποίησής της, ενισχύοντας την ήδη ισχυρή κεφαλαιακή της βάση, αλλά και την υψηλή της ρευστότητα».
Αισιόδοξος σε ότι αφορά το 2022, δηλώνει ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank Κύπρου, Μιχάλης Λούης.
Συγκεκριμένα, τόνισε πως «οι προσδοκίες το 2022, παρά τις συνεχόμενες προκλήσεις, είναι θετικές, καθώς ο τραπεζικός τομέας έχει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει στην κοινή προσπάθεια για ανάπτυξη».
Σε σχόλιο για ενδεχόμενες επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία, από τις τρέχουσες εξελίξεις στην Ουκρανία, σημείωσε τις επιπτώσεις στον τομέα των υπηρεσιών διεθνών επιχειρήσεων, του τουρισμού και της αγοράς ακινήτων, καθώς επίσης και τις αυξήσεις στο κόστος της ενέργειας, στις πρώτες ύλες και τα τρόφιμα, οι οποίες αλυσιδωτά προκαλούν αυξητικές πληθωριστικές τάσεις.