Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Η κ. Καλογήρου υποστήριξε ότι η Τράπεζα Κύπρου ενώ είχε ανακοινώσει αρχικά ότι οι κεφαλαιακές της ανάγκες θα ήταν 200 εκατ. ευρώ, στη Γενική της Συνέλευση ανακοίνωσε ότι οι ανάγκες ανέρχονταν στο μισό δισ. ευρώ.

 Επίσης, ανέφερε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξέτασε κατά πόσο οι μέτοχοι θα έπρεπε να ήταν ενήμεροι για το ύψος της κεφαλαιακής επάρκειας και αποφάσισε ότι η Τράπεζα Κύπρου έπρεπε να είχε ανακοινώσει το ποσό στις 15 Ιουνίου και όχι αργότερα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει ήδη ζητήσει από την Τράπεζα Κύπρου να παραθέσει τις απόψεις της επί του θέματος.
 
Η κ. Καλογήρου, συμπλήρωσε ότι η έρευνα για την Τράπεζα Κύπρου έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, ενώ για τη Λαϊκή θα είναι έτοιμη στα τέλη Ιανουαρίου. Όπως είπε, η έρευνα αφορά στην αγορά ελληνικών ομολόγων, στις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και κατά πόσο θα έπρεπε να ανακοινώνονται τα δεδομένα στους μετόχους.

 <iframe width="560" height="315" src="http://www.youtube.com/watch?v=6ZD33ocSi0w?rel=0" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>

 Διαφωνεί η Τράπεζα Κύπρου με ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για μη δημοσιοποίηση εμπιστευτικής πληροφορίας 

Τη διαφωνία της εκφράζει η Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου ότι η Τράπεζα Κύπρου ενήργησε κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας, καθότι δεν είχε προβεί έγκαιρα σε δημοσιοποίηση "εμπιστευτικής" πληροφορίας σχετικά με τις κεφαλαιακές της ανάγκες προς κάλυψη των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών.
 
"Παρά τη διαφωνία της, η Τράπεζα Κύπρου", όπως αναφέρει σε σημερινή της ανακοίνωση, "θα συνεχίσει να συνεργάζεται με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και με όλα τα εποπτικά όργανα, έχοντας πλήρη επίγνωση τόσο των υποχρεώσεών της όσο και της αποστολής της, εν μέσω των πρωτόγνωρων δυσκολιών που αντιμετωπίζει η Κύπρος και το χρηματοπιστωτικό της σύστημα".
 
"Η Τράπεζα", συνεχίζει η ανακοίνωση, "ανταποκρίθηκε στην κλήση της Επιτροπής και έδωσε όλες τις πληροφορίες και παραστάσεις που της ζητήθηκαν, για να αποδείξει ότι οι πληροφορίες, που κατείχε κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των `εμπιστευτικών` με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και στο πλαίσιο των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης".
 
"Παρ` όλα αυτά, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς", δηλώνει η Τράπεζα Κύπρου, "αποφάσισε το αντίθετο, απόφαση με την οποία η Τράπεζα συνεχίζει να διαφωνεί και θα ενεργήσει ανάλογα μετά από νομική συμβουλή".

Στην απόφαση ότι η Τράπεζα Κύπρου ενέργησε κατά παράβαση του άρθρου 11(1)(α) του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρησης της Αγοράς) Νόμου, ως τροποποιήθηκε, κατέληξε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στην έρευνα που διεξήγαγε σε σχέση με την απόφαση της Τράπεζας να ζητήσει στήριξη από το κράτος, ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ, αντί 200 εκ. ευρώ, όπως αρχικά είχε ανακοινώσει.

Η Επιτροπή αναφέρει ότι "κατέληξε στην πιο πάνω απόφαση καθότι η Εταιρεία δεν προέβηκε σε δημοσιοποίηση το ταχύτερο δυνατό, δηλαδή στις 15.6.2012, της «εμπιστευτικής πληροφορίας» που την αφορούσε άμεσα και συγκεκριμένα ότι, οι κεφαλαιακές ανάγκες της Εταιρείας για κάλυψη των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), έχουν αυξηθεί από €200 εκ. περίπου (μετά την αναμενόμενη κερδοφορία μέχρι 30.6.2012 - ανακοίνωση Εταιρείας ημερομηνίας 10.5.2012), σε €400 εκ. περίπου με το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης λόγω ενδεχόμενων επιπρόσθετων προβλέψεων".

Προσθέτει ότι "σύμφωνα με το άρθρο 48(4)(α) του Νόμου, η Επιτροπή, σε περίπτωση που διαπιστώσει παράβαση από νομικό πρόσωπο, μπορεί να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο και στους διοικητικούς συμβούλους, διευθυντές, αξιωματούχους ή τους διαχειριστές επενδύσεων του εν λόγω νομικού προσώπου, εκτός εάν αποδείξουν ότι η παράβαση δεν οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια".

 
Ως εκ τούτου, προσθέτει η Επιτροπή, αποφάσισε να μην εξετάσει στο παρόν στάδιο τον καθορισμό τυχόν διοικητικού προστίμου στην Εταιρεία για την παράβαση του άρθρου 11(1)(α) του Νόμου, και να προβεί στην κλήση σε παραστάσεις των, κατά τoν ουσιώδη χρόνο, Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (το Δ.Σ.) της Εταιρείας.
Τέλος, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι "καλεί το ΔΣ σε παραστάσεις στα πλαίσια εξέτασης του ενδεχομένου επιβολής διοικητικού προστίμου σε αυτούς, με βάση το άρθρο 48(4)(α) του Νόμου, μετά από τη διαπίστωση παράβασης από μέρους της Εταιρείας του άρθρου 11(1)(α) του ιδίου Νόμου".