Σε ενημερωτικό σημείωμα προς δανειολήπτες και καταναλωτές ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος Παύλος Ιωάννου αναφέρεται σε αριθμό καταγγελιών που αφορούν δανειακές συμβάσεις και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις που συνομολογούν καταναλωτές με τράπεζες και στις οποίες παράνομα γίνεται αναφορά σε έτος 360 ημερών για τον υπολογισμό του επιτοκίου αντί για 365 μέρες.
Όπως αναφέρει επικαλούμενος δικαστικές αποφάσεις, όταν οι τόκοι υπολογίζονται με βάση τις 360 μέρες, αυτό προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, αφού ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως θα έπρεπε να προσδιορίζεται.
Συγκεκριμένα:
-Για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί
-Για δάνεια και υποχρεώσεις πλήρως εξυπηρετούμενες, η επιβάρυνση είναι μάλλον μικρή, αν η διάρκεια του δανείου, το αρχικό κεφάλαιο και η διάρκεια αποπληρωμής είναι μικρή.
-Το αυτό μέγεθος όμως είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν σοβαρές καθυστερήσεις, κάτι το οποίο πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.
Ο Επίτροπος έδωσε στη δημοσιότητα και πίνακα για την επιπρόσθετη επιτοκιακή επιβάρυνση του δανειολήπτη με υπολογισμό τόκων στη βάση των 360 ημερών αντί των 365 ημερών ή 366 για δίσεκτα έτη για ποσό δανείου ύψους 350 χιλιάδων με ετήσιο σταθερό επιτόκιο 7% και περίοδο αποπληρωμής από 10 μέχρι 35 χρόνια.
Στους υπολογισμούς χρησιμοποιήθηκε κεφαλαιοποίηση τόκου ανά εξάμηνο, σταθερή μηνιαία δόση και η παραδοχή ότι το δάνειο εξυπηρετείται πλήρως, καθ όλη τη διάρκεια της περιόδου αποπληρωμής.
Ο Επίπροπος στο σημείωμα προτείνει στους δανειολήπτες για να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους:
-Να εξετάσουν κατά πόσο οι δανειακές συμβάσεις τις οποίες διατηρούν εμπεριέχουν πρόνοιες για 360 ημέρες
-Για ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, οι οποίες παρουσιάζουν το υπό συζήτηση πρόβλημα, να εξετάζουν την προοπτική υποβολής παραπόνου στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, διεκδικώντας σχετικές αποζημιώσεις.
Παράλληλα καλεί τις τράπεζες να επανεξετάσουν τη δομή των δανειακών τους συμβάσεων σε ό,τι αφορά στο επίμαχο θέμα, στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας αποκατάστασης του κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των καταναλωτών και του τραπεζικού συστήματος.