Καμπανάκι για την ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης και της επιστημονικής επαγρύπνησης σε ολόκληρο το σύστημα υγείας αποτελεί το πρόσφατο περιστατικό εντοπισμού Λεγεωνέλλας σε νοσηλευτήριο, σύμφωνα με την Καθηγήτρια Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας και Αναπληρώτρια Κοσμήτορα Έρευνας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Ζωή Δωροθέα Πανά.
Σε δηλώσεις της στην εκπομπή του ΑΝΤ1, «Μέρα Μεσημέρι» η καθηγήτρια υπογράμμισε ότι τέτοια περιστατικά πρέπει να οδηγούν σε ενίσχυση της πρόληψης, όχι μόνο στο νοσηλευτήριο όπου εντοπίζεται το πρόβλημα, αλλά σε όλες τις υπηρεσίες υγείας, τονίζοντας ότι η πρόληψη των λοιμώξεων αποτελεί βασικό δείκτη ποιότητας και ασφάλειας της υγειονομικής περίθαλψης. «Παρότι η νόσος των Λεγεωναρίων εμφανίζεται συχνότερα σε ενήλικες, ιδίως ηλικιωμένους και ανοσοκατεσταλμένους, μπορεί σπανιότερα να προσβάλει νεογνά, στα οποία ενδέχεται να προκαλέσει ιδιαίτερα σοβαρή λοίμωξη», ανέφερε η κ. Πανά. Είναι σημαντικό, εξήγησε, «να διαχωρίζουμε τρία διαφορετικά ζητήματα: την κλινική αντιμετώπιση του νεογνού, την επιδημιολογική διερεύνηση της πιθανής πηγής έκθεσης και την αξιολόγηση των μέτρων πρόληψης και ελέγχου στο νοσηλευτήριο».
Διαβάστε ακόμη:
- Χαριλάου: Νεότερα για το νεογνό με λεγεωνέλλα (ΒΙΝΤΕΟ)
- Λεγεωνέλλα: Εντοπίστηκε σε δυο σημεία του δικτύου ύδρευσης του νοσηλευτηρίου (ΒΙΝΤΕΟ)
- Λεγεωνέλλα σε νοσηλευτήριο στη Λευκωσία: Ανέστειλε αυθημερόν τη σύμβαση ο ΟΑΥ
«Πρόκειται για αλληλένδετες, αλλά επιστημονικά διακριτές διαδικασίες», πρόσθεσε. Ερωτηθείσα γιατί τα νεογνά θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτα στη λεγεωνέλλα και ποιοι μηχανισμοί άμυνας δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως, η κ. Πανά είπε ότι τα νεογνά αποτελούν μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή ομάδα, καθώς το ανοσοποιητικό τους σύστημα βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης και λειτουργικής ωρίμανσης. «Αυτό δεν σημαίνει ότι στερούνται ανοσολογικής προστασίας, αλλά ότι ορισμένοι μηχανισμοί άμυνας δεν λειτουργούν ακόμη με την ίδια αποτελεσματικότητα όπως στους μεγαλύτερους οργανισμούς», σημείωσε. «Η Legionella pneumophila, το κυριότερο βακτηριακό είδος που προκαλεί τη νόσο των Λεγεωναρίων, έχει την ιδιαίτερη ικανότητα να επιβιώνει και να πολλαπλασιάζεται μέσα στα μακροφάγα, δηλαδή κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που φυσιολογικά συμβάλλουν στην εξουδετέρωση των μικροοργανισμών», ανέφερε. «Η αποτελεσματική αντιμετώπισή της εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την κυτταρική ανοσία και την κατάλληλη ενεργοποίηση των μακροφάγων», συμπλήρωσε.
Δείτε το σχετικό βίντεο:
Η κ. Πανά σημείωσε ότι στα νεογνά παρατηρούνται αναπτυξιακές ιδιαιτερότητες τόσο της έμφυτης όσο και της επίκτητης ανοσολογικής απόκρισης, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας των φαγοκυττάρων, της παραγωγής συγκεκριμένων κυτταροκινών και της Τ-κυτταρικής ανοσίας. «Επιπλέον, οι αναπνευστικοί μηχανισμοί άμυνας, όπως η βλεννοκροσσωτή κάθαρση, βρίσκονται ακόμη σε διαδικασία ωρίμανσης», είπε. Τα νεογνά, εξήγησε, «έχουν επίσης μικρότερα αποθέματα αναπνευστικής λειτουργίας, με αποτέλεσμα μια σοβαρή πνευμονική λοίμωξη να μπορεί να οδηγήσει ταχύτερα σε αναπνευστική επιβάρυνση». Σύμφωνα με την ίδια, «ιδιαίτερα ευάλωτα μπορεί να είναι τα πρόωρα νεογνά, καθώς και όσα παρουσιάζουν υποκείμενα νοσήματα ή χρειάζονται εντατική υποστήριξη».
«Πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η νεογνική λεγεωνέλλωση είναι εξαιρετικά σπάνια», επισήμανε, προσθέτοντας ότι η επιστημονική γνώση σχετικά με τη συχνότητα, τους ειδικούς παράγοντες κινδύνου και την πρόγνωσή της προέρχεται κυρίως από δημοσιευμένες περιπτώσεις και μικρές σειρές περιστατικών. Σε ερώτηση ποια είναι τα τυπικά συμπτώματα σε ένα νεογνό λίγων ημερών και πόσο εύκολη είναι η έγκαιρη διάγνωση, η κ. Πανά είπε ότι η νόσος των Λεγεωναρίων αποτελεί σοβαρή μορφή βακτηριακής πνευμονίας. Στα νεογνά, όμως, η κλινική εικόνα μπορεί να είναι μη ειδική και να μοιάζει με άλλες σοβαρές νεογνικές λοιμώξεις. Όπως ανέφερε, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ταχύπνοια, αναπνευστική δυσχέρεια, υποξαιμία ή επεισόδια άπνοιας, πυρετό ή, αντιθέτως, υποθερμία, μειωμένη σίτιση, λήθαργο, υποτονία ή ευερεθιστότητα, προοδευτική επιδείνωση της αναπνευστικής λειτουργίας και, σε σοβαρές περιπτώσεις, αναπνευστική ανεπάρκεια. «Η διάγνωση είναι ιδιαίτερα απαιτητική, επειδή τα συμπτώματα δεν είναι ειδικά για τη λεγεωνέλλα. Επιπλέον, η λοίμωξη είναι τόσο σπάνια στη νεογνική ηλικία ώστε δεν περιλαμβάνεται πάντοτε στις αρχικές διαγνωστικές υποψίες», είπε.
Η εργαστηριακή διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει μοριακές εξετάσεις, όπως PCR σε κατάλληλα δείγματα από το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα, καθώς και καλλιέργεια σε ειδικά θρεπτικά υλικά. Η ανίχνευση αντιγόνου στα ούρα μπορεί να βοηθήσει, αλλά έχει σημαντικό περιορισμό: ανιχνεύει κυρίως τη Legionella pneumophila οροομάδας 1 και επομένως ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη νόσο. Η επιλογή και η ερμηνεία των εξετάσεων στα νεογνά απαιτούν εξειδικευμένη αξιολόγηση», πρόσθεσε. Σημείωσε ότι το ουσιαστικό μήνυμα είναι ότι η έγκαιρη κλινική υποψία, η κατάλληλη εργαστηριακή διάγνωση και η άμεση έναρξη αποτελεσματικής θεραπείας αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση της λοίμωξης.
Απαντώντας σε ερώτηση ποιες είναι οι πιθανές μακροχρόνιες επιπλοκές για ένα νεογνό που ξεπερνά τον άμεσο κίνδυνο, η κ. Πανά είπε ότι η μακροχρόνια πρόγνωση εξαρτάται κυρίως από τη βαρύτητα της αρχικής πνευμονικής λοίμωξης, την έκταση της πνευμονικής βλάβης, τη διάρκεια της αναπνευστικής υποστήριξης και την παρουσία τυχόν επιπλοκών. «Σε σοβαρές περιπτώσεις πνευμονίας, ανεξαρτήτως του υπεύθυνου μικροοργανισμού, μπορεί να παρατηρηθούν παρατεταμένες διαταραχές της αναπνευστικής λειτουργίας ή ανάγκη για μακροχρόνια παρακολούθηση», ανέφερε. Αναφέρθηκε σε πιθανές επιπλοκές σοβαρής νεογνικής πνευμονίας, οποίες περιλαμβάνουν επίμονες αναπνευστικές δυσκολίες και, σε περιπτώσεις σημαντικής πνευμονικής βλάβης, δομικές αλλοιώσεις του πνευμονικού παρεγχύματος. «Εάν η λοίμωξη συνοδεύτηκε από παρατεταμένη σοβαρή υποξαιμία ή πολυοργανική δυσλειτουργία, ενδέχεται να χρειάζεται και αναπτυξιακή ή νευρολογική παρακολούθηση», σημείωσε.
Ωστόσο, συνέχισε η κ. Πανά, χρειάζεται επιστημονική προσοχή: δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να προσδιορίσουμε με αξιοπιστία τη συχνότητα μόνιμων επιπλοκών ειδικά μετά από νεογνική λεγεωνέλλωση. «Δεν θα ήταν σωστό να θεωρήσουμε ότι κάθε νεογνό που αναρρώνει θα παρουσιάσει μακροχρόνια προβλήματα. Αντίθετα, η πλήρης ανάρρωση είναι εφικτή. Η παρακολούθηση πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την κλινική πορεία του παιδιού», συμπλήρωσε.
Τρόπος μετάδοσης, δίκτυα ύδρευσης και επιδημιολογική ιχνηλάτηση
Ερωτηθείσα πώς μπορεί να μολυνθεί ένα νεογνό σε νοσοκομειακό περιβάλλον, η κ. Πανά είπε ότι η λεγεωνέλλα είναι ένα περιβαλλοντικό, υδατογενές βακτήριο που μπορεί να επιβιώνει και να πολλαπλασιάζεται σε τεχνητά συστήματα νερού, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξή της. «Η συνηθέστερη οδός μετάδοσης είναι η εισπνοή πολύ μικρών σταγονιδίων νερού, των λεγόμενων αερολυμάτων, που περιέχουν το βακτήριο. Σε ένα νοσηλευτήριο, πιθανά σημεία έκθεσης μπορεί να περιλαμβάνουν βρύσες, ντους και άλλες εγκαταστάσεις ή συσκευές που παράγουν αερολύματα από μολυσμένο νερό», πρόσθεσε.