Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φ

Η αναβάθμιση των υπηρεσιών φροντίδας τραυμάτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής μας για ένα σύγχρονο, ανθρωποκεντρικό και βιώσιμο σύστημα υγείας, δήλωσε ο Υπουργός Υγείας, Νεόφυτος Χαραλαμπίδης, χαιρετίζοντας, το πρωί του Σαββάτου, συνέδριο της Κυπριακής Εταιρείας Επούλωσης Τραυμάτων, στη Λεμεσό.

Στην ομιλία του, ο κ.Χαραλαμπίδης είπε πως η πρόληψη και η αποτελεσματική διαχείριση των τραυμάτων, ιδιαίτερα των χρόνιων και δύσκολα επουλώσιμων τραυμάτων, αποτελεί σήμερα μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τα σύγχρονα συστήματα υγείας.

«Τα διαβητικά έλκη, οι κατακλίσεις, τα αγγειακά έλκη και οι μετεγχειρητικές επιπλοκές δεν επηρεάζουν μόνο τη σωματική υγεία των ασθενών, αλλά έχουν βαθύ κοινωνικό και ψυχολογικό αντίκτυπο, μειώνοντας την ποιότητα ζωής και αυξάνοντας το κόστος φροντίδας», συμπλήρωσε.

Η ορθή αντιμετώπιση των τραυμάτων, συνέχισε,  προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση, συνεχή εκπαίδευση και στενή διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ ιατρών, νοσηλευτών, ποδολόγων, διατροφολόγων και άλλων επαγγελματιών υγείας. «Απαιτεί επίσης υιοθέτηση τεκμηριωμένων πρωτοκόλλων, αξιοποίηση της καινοτομίας και επένδυση σε σύγχρονες τεχνολογίες και υλικά που συμβάλλουν στην ταχύτερη και ασφαλέστερη επούλωση», πρόσθεσε.

Ο κ.Χαραλαμπίδης εξήρε το έργο της Κυπριακής Εταιρείας Επούλωσης Τραυμάτων, η οποία «έχει συμβάλει ουσιαστικά στην καλλιέργεια κουλτούρας εξειδίκευσης και επιστημονικής αριστείας στον τόπο μας». Μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα, επιστημονικές ημερίδες και συνέδρια, όπως είπε, «ενισχύει την ανταλλαγή γνώσης, προάγει την έρευνα και ενδυναμώνει τους επαγγελματίες υγείας να παρέχουν φροντίδα υψηλής ποιότητας».

Την ίδια ώρα τόνισε ότι το Υπουργείο Υγείας θεωρεί πως «η αναβάθμιση των υπηρεσιών φροντίδας τραυμάτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής μας για ένα σύγχρονο, ανθρωποκεντρικό και βιώσιμο σύστημα υγείας» και υπέδειξε ότι, στο πλαίσιο αυτό, «δίνουμε έμφαση στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση, στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και στην ενίσχυση των εξειδικευμένων δομών εντός του ΓεΣΥ».

Διεμήνυσε, παράλληλα, ότι «η επένδυση στη γνώση και στην ποιότητα δεν είναι πολυτέλεια – είναι αναγκαιότητα» και πως η συμβολή της επιστημονικής κοινότητας είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση βέλτιστων πρακτικών που θα διασφαλίζουν καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα για τους ασθενείς.