Επιστολή προς δημοσίευση απέστειλε ομάδα πέντε πιστών, οι οποίοι διατυπώνουν σοβαρές θεολογικές ενστάσεις για αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016, καθώς και για τη σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις υπόλοιπες χριστιανικές ομολογίες.
Η τρισέλιδη επιστολή, ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2026, φέρει χειρόγραφες υπογραφές και περιλαμβάνει αναφορές σε αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, Ιερούς Κανόνες και θεολογικά κείμενα, με τους συντάκτες να εκφράζουν ανησυχίες για τη διαφύλαξη της ορθόδοξης πίστης. Αφορμή για την παρέμβασή τους, όπως αναφέρουν, αποτέλεσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου τον Μάιο του 2025, κατά την οποία τέθηκε ζήτημα σχετικά με το ορθόδοξο φρόνημα δύο μελών της Ιεράς Συνόδου.
Στο επίκεντρο η Σύνοδος της Κρήτης
Στην επιστολή γίνεται εκτενής αναφορά στο κείμενο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», το οποίο περιλαμβάνεται στις αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης του 2016. Οι υπογράφοντες επικαλούνται, μεταξύ άλλων, τη Διακήρυξη του Τορόντο του 1950, με τίτλο «Η Εκκλησία, οι εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», υποστηρίζοντας ότι συγκεκριμένες εκκλησιολογικές αντιλήψεις που συνδέονται με τον οικουμενικό διάλογο δεν συνάδουν με την ορθόδοξη διδασκαλία. Ειδικότερα, εκφράζουν τη θέση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία από περισσότερες ισότιμες εκκλησιαστικές κοινότητες, αλλά αποτελεί, σύμφωνα με την πίστη τους, τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Παράλληλα, αμφισβητούν την ορθότητα της αναγνώρισης άλλων χριστιανικών ομολογιών ως Εκκλησιών, επικαλούμενοι το Σύμβολο της Πίστεως και τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας.
Διαβάστε ακόμα:
- Αρχ. Γεώργιος για αποτειχιστές: «Διακατέχονται από έναν εωσφορικό εγωϊσμό» (ΒΙΝΤΕΟ)
- Αντωνιάδης για Τυχικό: Στα χέρια του ο καθορισμός της συνάντησης με τον Αρχιεπίσκοπο – Τι είπε για τους αποτειχιστές
Αναφορές στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, καθώς και σε κείμενα που σχετίζονται με την έκτη Γενική Συνέλευσή του, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Βανκούβερ το 1983. Οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι ορισμένες θέσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου δημιουργούν, κατά την άποψή τους, προβλήματα ως προς τη διαφύλαξη της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Στο ίδιο πλαίσιο, επικαλούνται κείμενα και τοποθετήσεις πανεπιστημιακών και θεολόγων, μεταξύ των οποίων και του ομότιμου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεόδωρου Τσελεγγίδη. Εκφράζουν επίσης επιφυλάξεις για συγκεκριμένες διατυπώσεις της Συνόδου της Κρήτης, θεωρώντας ότι μπορούν να οδηγήσουν σε εκκλησιολογικές παρερμηνείες.
Επίκληση του Συνοδικού της Ορθοδοξίας
Στο δεύτερο μέρος της επιστολής, οι υπογράφοντες επικαλούνται το Συνοδικό της Ορθοδοξίας και συγκεκριμένα το 11ο Ανάθεμα, υποστηρίζοντας ότι η αποδοχή διδασκαλιών που δεν συνάδουν με τις αποφάσεις των Αγίων Συνόδων εγείρει σοβαρά ζητήματα πίστεως. Σημειώνουν ότι επιδιώκουν να παραμείνουν πιστοί στην ορθόδοξη παράδοση και ζητούν να εξεταστούν οι θέσεις που διατυπώθηκαν από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης. Η επιστολή περιλαμβάνει, επίσης, αναφορά στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, με την οποία επιχειρείται να τεκμηριωθεί η θέση των συντακτών ότι η διαφύλαξη της ορθής πίστης αποτελεί καθήκον κάθε μέλους της Εκκλησίας.
«Οι επίσκοποι οφείλουν να είναι φύλακες της πίστεώς μας»
Στο καταληκτικό μέρος της επιστολής, οι υπογράφοντες υπογραμμίζουν ότι επιθυμούν να υπακούν στους επισκόπους και ποιμένες τους, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι τελευταίοι οφείλουν να διαφυλάσσουν την ορθόδοξη πίστη. Χαρακτηριστικά αναφέρουν: «Εμείς επιθυμούμε να υπακούμε στους επισκόπους και ποιμένες μας, αλλά αυτοί οφείλουν να είναι φύλακες της πίστεως μας». Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η αποδοχή διδασκαλιών τις οποίες θεωρούν αιρετικές ενδέχεται, κατά την εκτίμησή τους, να οδηγήσει σε απομάκρυνσή τους από την εκκλησιαστική κοινωνία. Όπως σημειώνουν, η υπακοή σε ποιμένες που, κατά την κρίση τους, αποκλίνουν από την ορθόδοξη διδασκαλία θα μπορούσε να σημαίνει και τη δική τους απομάκρυνση από την Εκκλησία του Χριστού.
Η επιστολή ολοκληρώνεται με τη φράση «Αναμένουμε την απάντησή σας», ενώ οι υπογράφοντες ζητούν ουσιαστικά από την εκκλησιαστική ιεραρχία να τοποθετηθεί επί των θεολογικών ζητημάτων που εγείρουν. Το περιεχόμενό της αποτυπώνει τις ενστάσεις των πιστών απέναντι στον οικουμενικό διάλογο και σε αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης, αναδεικνύοντας διαφορετικές προσεγγίσεις σε ζητήματα εκκλησιολογίας και ορθόδοξης παράδοσης. Από το ίδιο το έγγραφο δεν προκύπτει κατά πόσο έχει δοθεί επίσημη απάντηση από την εκκλησιαστική ιεραρχία στα συγκεκριμένα ερωτήματα και τις θέσεις που διατυπώνονται.
Δείτε αυτούσια την επιστολή: