Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
γερ

Οι αλλαγές που έγιναν στις διαδικασίες διερεύνησης υποθέσεων ελλειπόντων προσώπων μετά την υπόθεση του κατά συρροή δολοφόνου Νικόλα Μεταξά, η αντιμετώπιση των θυμάτων από τους Θεσμούς και τα Μέσα Ενημέρωσης, καθώς και το ζήτημα της λογοδοσίας, βρέθηκαν στο επίκεντρο συζήτησης στο Cyprus Forum.

Η συζήτηση επιχείρησε, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τι έχει αλλάξει από τότε στις διαδικασίες της Αστυνομίας, πώς μπορούν να αναγνωρίζονται έγκαιρα παράγοντες κινδύνου και ευαλωτότητας και ποιοι μηχανισμοί υπάρχουν για τον έλεγχο πιθανών παραλείψεων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε παράλληλα στην ανάγκη η συζήτηση γύρω από την υπόθεση να μην επικεντρώνεται στον δράστη, αλλά στα επτά θύματα, πέντε γυναίκες και δύο παιδιά, και στις συνθήκες που επέτρεψαν οι εξαφανίσεις τους να μην κινητοποιήσουν εγκαίρως τους αρμόδιους μηχανισμούς.

Ανοίγοντας τη συζήτηση, οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ «Πλειάδες», Πάρης Προκοπίου και Ανδρέας Σιεηττάνης, αναφέρθηκαν στην προσπάθειά τους να μετατοπίσουν το ενδιαφέρον από τον δράστη προς τις γυναίκες και τα παιδιά που δολοφονήθηκαν. Όπως ανέφεραν, ύστερα από τρία χρόνια έρευνας και συνεντεύξεων με πρόσωπα που είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με την υπόθεση, επέλεξαν να αφηγηθούν τις ιστορίες των θυμάτων, αξιοποιώντας ιδιαίτερα τις μαρτυρίες φίλων, συγγενών και οικογενειών.

Διαβάστε:

Επισήμαναν ότι σε υποθέσεις κατά συρροή δολοφόνων η δημόσια συζήτηση και η δημοσιογραφική κάλυψη συχνά επικεντρώνονται στον δράστη, στον τρόπο δράσης του και στις λεπτομέρειες των εγκλημάτων, με αποτέλεσμα να γίνονται γνωστά πολύ περισσότερα για τον θύτη παρά για τα θύματα.

Αναφέρθηκαν επίσης σε όσα, κατά την έρευνά τους, κατέδειξαν προβληματικές αντιλήψεις απέναντι στις εξαφανίσεις αλλοδαπών γυναικών. Υποστήριξαν ότι οι θεσμικές παραλείψεις δεν μπορούν να εξεταστούν αποκομμένες από ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις και στερεότυπα και έθεσαν το ζήτημα της διαφορετικής αντιμετώπισης που, κατά την άποψή τους, είχαν οι συγκεκριμένες γυναίκες λόγω της καταγωγής και της κοινωνικής τους θέσης.

Στον τρόπο με τον οποίο τα Μέσα Ενημέρωσης παρουσίασαν την υπόθεση επικεντρώθηκε η υποψήφια διδάκτωρ στο Πρόγραμμα Σπουδών Φύλου του Πανεπιστημίου Κύπρου, Ανδριανή Τσίλη. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, η κάλυψη πέρασε από διαφορετικά στάδια: αρχικά δόθηκε μεγάλη έμφαση στις λεπτομέρειες των εγκλημάτων και ακολούθως στον ίδιο τον δράστη, την προσωπικότητα και το οικογενειακό του περιβάλλον. Στη συνέχεια το ενδιαφέρον στράφηκε στα θύματα, χωρίς όμως, όπως ανέφερε, να παρουσιάζεται επαρκώς το ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι πέρα από τις συνθήκες του θανάτου τους.

Ακολούθησε, όπως είπε, η έντονη κοινωνική κριτική για τον χειρισμό των καταγγελιών εξαφάνισης από την Αστυνομία και η απαίτηση για πολιτική λογοδοσία και μέτρα πρόληψης.

Η κ. Τσίλη συνέδεσε την υπόθεση και με το ευρύτερο ζήτημα της έμφυλης βίας, υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται για φαινόμενο που αφορά αποκλειστικά την Κύπρο. Επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το 36% των γυναικών ηλικίας 18-74 ετών στην Κύπρο έχει δηλώσει ότι υπέστη κάποια μορφή σωματικής ή σεξουαλικής βίας ή απειλών, ενώ από αυτές τις περιπτώσεις το 44% αφορούσε βία από νυν ή πρώην σύντροφο ή σύζυγο.

Το παράδειγμα του Βελγίου μετά την υπόθεση Dutroux


Την εμπειρία του Βελγίου παρουσίασε η δημοσιογράφος Caroline Van den Berghe, αναφερόμενη στην υπόθεση Marc Dutroux τη δεκαετία του 1990 και στις σοβαρές αδυναμίες που, όπως είπε, αποκαλύφθηκαν στον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικές αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες χειρίστηκαν πληροφορίες για εξαφανίσεις παιδιών.

Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια κοινωνική αντίδραση στο Βέλγιο και οδήγησε στη «Λευκή Πορεία» των Βρυξελλών, στην οποία, σύμφωνα με την ίδια, συμμετείχαν περίπου 330.000 άνθρωποι. Ακολούθησε κοινοβουλευτική έρευνα, με δημόσιες ακροάσεις για τον τρόπο με τον οποίο είχαν ενεργήσει οι αρμόδιες υπηρεσίες.

Η κ. Van den Berghe ανέφερε ότι στη συνέχεια δημιουργήθηκε εξειδικευμένη Μονάδα Ελλειπόντων Προσώπων στην Αστυνομία και το Child Focus, ενισχύθηκε η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αστυνομικών υπηρεσιών και διευρύνθηκαν τα δικαιώματα των θυμάτων ως προς την ενημέρωσή τους για τις έρευνες. Σημείωσε, ωστόσο, ότι παρά τις θεσμικές αλλαγές, το ζήτημα της ατομικής λογοδοσίας παρέμεινε αντικείμενο συζήτησης, καθώς, όπως ανέφερε, από τους αστυνομικούς που κατέθεσαν ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής μόνο ένας υπέστη κύρωση.

Αστυνομία: Νέο πρωτόκολλο μετά την υπόθεση Μεταξά


Στις αλλαγές που έγιναν στην Κύπρο αναφέρθηκε η Ελένη Νικολάου, επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων της Αστυνομίας. Η κ. Νικολάου αναγνώρισε ότι μέσα από τη διερεύνηση και την εξέλιξη της υπόθεσης Μεταξά εντοπίστηκαν κενά και ελλείψεις στις διαδικασίες για τα ελλείποντα πρόσωπα, καθώς και σημεία στα οποία απαιτούνταν αλλαγές για αποτελεσματικότερη διερεύνηση.

Ως αποτέλεσμα, το 2019 εκδόθηκε αστυνομική διάταξη που περιλαμβάνει συγκεκριμένο πρωτόκολλο ενεργειών και καθορίζει τους ρόλους και τις ενέργειες των μελών της Αστυνομίας, καθώς και τη συνεργασία με άλλες υπηρεσίες. Τόνισε ότι οι αστυνομικοί δεν πρέπει να περιορίζονται στη μηχανική εφαρμογή του πρωτοκόλλου, αλλά να χρησιμοποιούν την κρίση τους, να αξιολογούν τους κινδύνους και τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης και, όπου απαιτείται, να προχωρούν σε πρόσθετες ενέργειες.

Παράλληλα, επικαιροποιήθηκε η σχετική εκπαίδευση στην Αστυνομική Ακαδημία, ενώ δημιουργήθηκε αρχικά Γραφείο και στη συνέχεια Κλάδος χειρισμού υποθέσεων ελλειπόντων προσώπων, με εποπτικό και συντονιστικό ρόλο.

Διαφωνίες για τη λογοδοσία


Ερωτηθείσα ειδικότερα για τη λογοδοσία, η κ. Νικολάου ανέφερε ότι ο έλεγχος πραγματοποιείται τόσο εσωτερικά όσο και από ανεξάρτητους εξωτερικούς φορείς. Σε περιπτώσεις υπόνοιας ή καταγγελίας για παραβατική ή αμελή συμπεριφορά μελών της Αστυνομίας, αναφέρθηκε στη Διεύθυνση Επαγγελματικών Προτύπων και Επιθεώρησης, στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου και στη δυνατότητα ποινικών και πειθαρχικών ερευνών. Στους εξωτερικούς μηχανισμούς συμπεριέλαβε, μεταξύ άλλων, την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, τον Γενικό Εισαγγελέα, την Επίτροπο Διοικήσεως, την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Διαφορετική ήταν η άποψη του βουλευτή και δικηγόρου Μιχάλη Παρασκευά, ο οποίος άσκησε έντονη κριτική ως προς το κατά πόσο οι υφιστάμενοι μηχανισμοί έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική απόδοση ευθυνών. Ο κ. Παρασκευάς υποστήριξε ότι στην υπόθεση Μεταξά «δεν υπήρξε καμία λογοδοσία» και «δεν τιμωρήθηκε κανένας», ενώ έθεσε το ζήτημα της εφαρμογής του υφιστάμενου θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται πρωτίστως στην απουσία νομοθεσίας, αλλά στην ανάγκη πραγματικής βούλησης για εφαρμογή των κανόνων και απόδοση ευθυνών.

Αναφερόμενος στον ρόλο της Βουλής, σημείωσε ότι υπάρχουν εργαλεία ουσιαστικότερου κοινοβουλευτικού ελέγχου και παρέπεμψε στο παράδειγμα της κοινοβουλευτικής διερεύνησης που πραγματοποιήθηκε στο Βέλγιο μετά την υπόθεση Dutroux. Έθεσε επίσης ως πρακτικό μέτρο την ευρύτερη αξιοποίηση φορητών καμερών από αστυνομικούς και τη βιντεοσκόπηση της διαδικασίας λήψης καταγγελιών και καταθέσεων. Κατά τον ίδιο, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να ενισχύσει τόσο τον έλεγχο της τήρησης των διαδικασιών όσο και την προστασία των ίδιων των αστυνομικών όταν διατυπώνονται καταγγελίες εναντίον τους.

Μετά τις αναφορές του κ. Παρασκευά, η κ. Νικολάου παρενέβη εκ νέου, επισημαίνοντας ότι δεν θα ήθελε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Αστυνομία δεν τοποθετήθηκε επί της ουσίας. «Η Αστυνομία λογοδοτεί, υπάρχουν οι μηχανισμοί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι πρέπει να ασκείται κοινοβουλευτικός έλεγχος και ότι «εκεί όπου πρέπει να αποδοθούν ευθύνες, θα αποδοθούν».