Μια σύνθετη διαφορά μεταξύ συνιδιοκτητών, διαφορετικές τεχνικές προσεγγίσεις και σημαντικές καθυστερήσεις φαίνεται να βρίσκονται πίσω από την κατάσταση στο κτηριακό συγκρότημα του πρώην κινηματογράφου «Οθέλλος» στην Έγκωμη.
Το βασικό ζήτημα που προκύπτει δεν είναι κατά πόσον το κτήριο χρειάζεται άμεση παρέμβαση. Αυτό αναγνωρίζεται ακόμη και από την πλευρά που αντιτίθεται στην πλήρη κατεδάφισή του. Η πραγματική διαφωνία αφορά το είδος και την έκταση των εργασιών που πρέπει να πραγματοποιηθούν.
Σε επιστολή τους προς τον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης Λευκωσίας, ημερομηνίας 22 Ιουνίου 2026, οι ιδιοκτήτες καταστημάτων Μιχάλης, Παναγιώτης και Παντελίτσα Παντελή αναφέρουν ότι το κτήριο έχει χαρακτηριστεί επικίνδυνο και ότι έχουν τοποθετηθεί σχετικές προειδοποιητικές πινακίδες. Δηλώνουν παράλληλα έτοιμοι να συμμορφωθούν και ζητούν άδεια πρόσβασης, προκειμένου να προχωρήσουν με δικά τους έξοδα σε εργασίες αποκατάστασης.
Η πλευρά Παντελή υποστηρίζει ότι η πλήρης κατεδάφιση δεν είναι αναγκαία και επικαλείται τεχνική μελέτη η οποία, σύμφωνα με τους ίδιους, προτείνει συγκεκριμένες και οικονομικά εφαρμόσιμες λύσεις ενίσχυσης. Από την άλλη, στα έγγραφα γίνεται αναφορά σε διαφορετική μελέτη της πλευράς του βασικού ιδιοκτήτη, η οποία φέρεται να εισηγείται ολική κατεδάφιση.
Διαβάστε επίσης:
Φόβος για κατάρρευση του πρώην σινεμά «Οθέλλος» – Κραυγή αγωνίας από κατοίκους της Έγκωμης
ΕΟΑ Λευκωσίας: 743 οι επικίνδυνες οικοδομές - Το μεγάλο «αγκάθι» που καθυστερεί τις λύσεις
Καμία από τις δύο αυτές θέσεις δεν μπορεί, με βάση τον φάκελο που εξετάστηκε, να θεωρηθεί οριστικά τεκμηριωμένη. Η μελέτη που εισηγείται κατεδάφιση δεν περιλαμβάνεται στα διαθέσιμα έγγραφα, ενώ η έκθεση της GeoMat, ημερομηνίας 26 Μαΐου 2026, δεν αποτελεί ολοκληρωμένη μελέτη στατικής επάρκειας.
Η GeoMat πραγματοποίησε ποιοτικό έλεγχο του σκυροδέματος, εξετάζοντας συνολικά 14 πυρήνες από κολόνες, δοκούς και τοίχους σε διαφορετικά σημεία του συγκροτήματος. Στα αποτελέσματα καταγράφονται διαφοροποιήσεις τόσο στην αντοχή του σκυροδέματος όσο και στο βάθος ενανθράκωσης, το οποίο κυμαίνεται από 17 μέχρι 97 χιλιοστά. Η έκθεση παρουσιάζει τα εργαστηριακά δεδομένα, χωρίς όμως να καταλήγει ότι ολόκληρο το κτήριο είναι ασφαλές ούτε ότι μπορεί να αποκατασταθεί χωρίς ευρύτερες επεμβάσεις.
Συνεπώς, τα αποτελέσματα των δοκιμών μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας συνολικής στατικής αξιολόγησης, αλλά από μόνα τους δεν επιλύουν τη διαφωνία μεταξύ αποκατάστασης και κατεδάφισης.
Το αδιέξοδο αποτυπώνεται και στις προσκλήσεις της Διαχειριστικής Επιτροπής. Την 1η Σεπτεμβρίου ο πρόεδρός της, Μιχάλης Παντελή, κάλεσε τα άλλα μέλη σε επείγουσα συνεδρία, αναφέροντας ότι έχει διαπιστωθεί επικινδυνότητα και ότι απαιτείται λήψη προσωρινών και μόνιμων μέτρων. Σε δεύτερη επιστολή, στις 9 Σεπτεμβρίου, προειδοποιεί για πιθανές κυρώσεις από τον ΕΟΑ και δηλώνει ότι η οικογένειά του είναι έτοιμη να καταβάλει αμέσως το ποσοστό που της αναλογεί.
Η δεύτερη πρόσκληση ευχαριστεί ένα από τα μέλη για την άμεση ανταπόκρισή του. Επομένως, δεν προκύπτει πλήρης σιωπή από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Δεν παρουσιάζεται, ωστόσο, πρακτικό συνεδρίας ή κοινή απόφαση για συγκεκριμένα έργα, χρονοδιάγραμμα και κατανομή των δαπανών.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και σε ορισμένα από τα έγγραφα που εμφανίζονται ως «πρακτικά Κτηματολογίου». Στην πραγματικότητα πρόκειται για αίτημα του κ. Παντελή να καταχωριστούν οι δικές του τοποθετήσεις στα επίσημα πρακτικά και όχι για πόρισμα ή επιβεβαιωμένες διαπιστώσεις του Κτηματολογίου. Στο ίδιο κείμενο καταγράφονται ισχυρισμοί για δαπάνες εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, πολυετή συντήρηση του χώρου και οικονομικά κίνητρα πίσω από την επιδίωξη κατεδάφισης. Οι αναφορές αυτές αποτελούν τη θέση ενός από τους συνιδιοκτήτες και δεν συνοδεύονται στον συγκεκριμένο φάκελο από παραστατικά ή άλλα ανεξάρτητα τεκμήρια.
Παρουσιάζονται, επίσης, αριθμητικές αποκλίσεις μεταξύ των επιστολών. Σε ένα έγγραφο γίνεται λόγος για πέντε προτάσεις αποκατάστασης και χωρητικότητα περίπου 2.000 ατόμων, ενώ σε άλλο αναφέρονται τέσσερις προτάσεις και περίπου 3.000 άτομα. Οι διαφορές αυτές δεν αλλάζουν την ουσία της υπόθεσης, δείχνουν όμως ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί χρειάζονται επαλήθευση πριν παρουσιαστούν ως δεδομένα.
Η δημοσιογραφική εκτίμηση που προκύπτει είναι ότι η υπόθεση έχει εγκλωβιστεί σε μια διαμάχη ιδιοκτησίας, διαχείρισης και διαφορετικών οικονομικών σχεδιασμών, ενώ το πρόβλημα ασφάλειας παραμένει. Οι αιχμές για σκοπιμότητες δεν αποδεικνύονται από τα διαθέσιμα στοιχεία, όπως δεν αποδεικνύεται και ότι μια περιορισμένη επισκευή αρκεί για να καταστήσει ασφαλές ολόκληρο το συγκρότημα.
Αυτό που απαιτείται είναι η δημοσιοποίηση της επίσημης έκθεσης επικινδυνότητας του ΕΟΑ, η παρουσίαση όλων των τεχνικών μελετών και η αξιολόγησή τους από ανεξάρτητο πολιτικό μηχανικό. Μέχρι τότε, η αντιπαράθεση για την αξιοποίηση ή το μέλλον του ακινήτου δεν μπορεί να προηγείται της προστασίας όσων εργάζονται, διακινούνται ή δραστηριοποιούνται στην περιοχή.