Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
προσφυγες

Ο βίαιος ξεριζωμός που ακολούθησε την τουρκική εισβολή του 1974 στιγμάτισε τις ζωές των εκτοπισμένων. Ο εκτοπισμός συνεχίστηκε και για τους Ελληνοκύπριους που παρέμειναν εγκλωβισμένοι στις κατεχόμενες περιοχές, ενώ οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους στις ελεύθερες περιοχές και μετακινήθηκαν προς τα κατεχόμενα από την Τουρκία εδάφη της Κύπρου, μετά τη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης.

Μαρτυρίες σε ντοκιμαντέρ, καθώς και αρχειακό υλικό του ΡΙΚ, για την πρόσβαση και παραχώρηση του οποίου εκφράζονται ευχαριστίες, καταδεικνύουν ότι ούτε οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους στον υπό κατοχή βορρά, αλλά σε πολλές περιπτώσεις εξαναγκάστηκαν να το πράξουν. Αυτό συνέβαινε όχι μόνο αμέσως μετά την εισβολή, αλλά και κάθε φορά που σημειωνόταν κάποιο επεισόδιο σε μεικτά ή αμιγώς τουρκοκυπριακά χωριά στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αντίστοιχα, ούτε η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων επιθυμούσε να εγκαταλείψει τα χωριά και τα σπίτια της, ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι Ελληνοκύπριοι ξεσπιτώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, ενώ οι Τουρκοκύπριοι ακολούθησαν εντολές της τότε τουρκοκυπριακής ηγεσίας, με επίκληση λόγων ασφαλείας.

Οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι που διέμεναν στην περιοχή της Λάρνακας είχαν μεταβεί στις Βρετανικές Βάσεις Δεκέλειας, ενώ Τουρκοκύπριοι από την περιοχή της Λεμεσού και από ορισμένα χωριά της Πάφου κατέφυγαν στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής, στην περιοχή Happy Valley. Ισχυροί τουρκοκυπριακοί θύλακες υπήρχαν επίσης στα χωριά της Πάφου Αη Γιάννης, Βρέτσια, Γιαλιά και Πελαθούσα.

Η επανένωση των οικογενειών, ωστόσο, δεν συνέβαλε αποτελεσματικά στη διατήρηση του ελληνοκυπριακού στοιχείου στην Καρπασία και σε άλλες περιοχές.

Τις δικές τους μαρτυρίες και βιώματα αφηγούνται στο ΚΥΠΕ ο δημοσιογράφος Σωτήρης Παρούτης, από την κατεχόμενη Γιαλούσα, ο Τζεμάλ Ντερμούς, παραγωγός και σκηνοθέτης από τον Αη Γιάννη της Πάφου, και η Λήδα Κουρσουμπά, η οποία το 1974 ήταν νεαρή ασκούμενη δικηγόρος και εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό και σήμερα είναι Α’ Αντιπρόεδρος του οργανισμού.

Διαβάστε επίσης: «Για τον κόσμο ήταν ήρωας, για μένα ήταν ο πατέρας μου» - Συγκινεί ο γιος του Τάσου Μάρκου

Τα σχολεία ως μοχλός εξαναγκασμού για την αποχώρηση των εγκλωβισμένων, λέει ο Σωτήρης Παρούτης

Ο Σωτήρης Παρούτης παρέμεινε στη Γιαλούσα μετά την εισβολή, μαζί με τη μητέρα και την αδελφή του. Ο πατέρας του, που διέθετε φορτηγό, είχε επιταχθεί από την Εθνική Φρουρά, ενώ ο ίδιος είχε κληθεί ως έφεδρος οδηγός με το φορτηγό στο 291 Τάγμα Πεζικού.

Το τάγμα αυτό, όπως και άλλα τμήματα της Εθνικής Φρουράς, υποχώρησε μέχρι τις Αγγλισίδες και το Αλεθρικό. Ο πατέρας του παρέμεινε για περισσότερο από έναν χρόνο σε επίταξη από την Εθνική Φρουρά, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1975. Χάρη στη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης μπόρεσε να επιστρέψει, περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα, στην οικογένειά του.

Η επιστροφή των Ελληνοκυπρίων, είπε ο Σωτήρης, γινόταν στην πλατεία του χωριού.

«Ο πατέρας μου είχε να δει την κόρη του από τα 2 της χρόνια. Είχε κλείσει πια τα 3 και δεν την κατάλαβε. Ρώτησε πού είναι η Έλενα και του είπαμε αυτή είναι, αλλά είχε αλλάξει, δεν την είχε καταλάβει».

Με την επιστροφή των εκπαιδευτικών και των μελών των οικογενειών, ανέφερε, οι εγκλωβισμένοι είχαν την αίσθηση ότι τα πράγματα θα αποκαθίσταντο και ότι τα σχολεία θα επαναλειτουργούσαν. Ωστόσο, η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν επέτρεψε την επαναλειτουργία των σχολείων, κυρίως της μέσης εκπαίδευσης.

«Ήταν ένας μοχλός εξαναγκασμού να φύγουν οι εγκλωβισμένοι», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο Σωτήρης θυμάται ότι στις 14 Αυγούστου 1975 κάποιοι καθηγητές είχαν επιστρέψει και άρχισαν να προετοιμάζουν την επαναλειτουργία των γυμνασίων, κάτι που, όπως είπε, δεν επιτράπηκε ποτέ. Τα δημοτικά σχολεία, συνέχισε, είχαν λειτουργήσει από την προηγούμενη χρονιά, τη χρονιά της εισβολής.

Ο ίδιος φοίτησε στην πέμπτη και την έκτη δημοτικού κατά τις σχολικές χρονιές 1974-1975 και 1975-1976. Θυμάται δασκάλους που επέστρεφαν στο δημοτικό σχολείο μετά από ημέρες κράτησης, με εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης. Θυμάται, επίσης, τον δικό του δάσκαλο, Ανδρέα Πογιατζή από τη Γύψου, να πηγαίνει με πατερίτσες στο σχολείο μετά από μια τέτοια κράτηση.

Όταν ολοκλήρωσε το δημοτικό, έπρεπε να έρθει στις ελεύθερες περιοχές για να φοιτήσει στο γυμνάσιο. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1976 πήρε μόνος του το λεωφορείο και ήρθε στη Λευκωσία.

«Μόνος μου εντελώς».

Πήγε σε μια θεία του που διέμενε στη Λάρνακα και αρχικά φοίτησε σε απογευματινό γυμνάσιο, όπου, όπως θυμάται, «διαπίστωσα ότι ήμουν το δακτυλοδεικτούμενο προσφυγάκι». Την επόμενη χρονιά πήγε στο Γυμνάσιο Αγίου Λαζάρου, όπου φοιτούσαν αποκλειστικά παιδιά από τα ελληνοκυπριακά χωριά της κατεχόμενης περιοχής.

Μέχρι το τέλος του 1976, ανέφερε, αφού η τουρκοκυπριακή ηγεσία είχε μεταφέρει στη Γιαλούσα Τουρκοκύπριους από τον θύλακα των Κοκκίνων, οι οποίοι περιφέρονταν και σημάδευαν σπίτια, ζητήθηκε από τους Ελληνοκύπριους που εξακολουθούσαν να διαμένουν εκεί να υπογράψουν οικειοθελώς έγγραφο για τη μετακίνησή τους στον νότο.

Ένας θείος του, είπε ο Σωτήρης, ρώτησε τους Τουρκοκύπριους αστυνομικούς που πήγαν να τους ζητήσουν να φύγουν τι θα συνέβαινε εάν δεν υπέγραφαν. Εκείνοι του απάντησαν ότι δεν θα έφεραν ευθύνη για την τύχη τους.

Η διαφορά σε σχέση με άλλους εγκλωβισμένους που είχαν φύγει νωρίτερα, το 1975 και το 1976, ήταν, σύμφωνα με τον Σωτήρη, ότι οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι της Γιαλούσας είχαν το δικαίωμα να πάρουν μαζί τους και κάποια από τα υπάρχοντά τους.

Οι γονείς του, θυμάται, πήραν μαζί τους ακόμη και τα κουνέλια τους, εκτός από τα έπιπλα του σπιτιού, τα οποία ο ίδιος έχει ακόμη και χρησιμοποιεί.

Ο πατέρας του, επειδή διέθετε φορτηγό, μετέφερε ο ίδιος τα υπάρχοντα της οικογένειας. Άλλοι Ελληνοκύπριοι νοίκιαζαν, έναντι 50 λιρών τότε, φορτηγά Τουρκοκυπρίων από τη Γιαλούσα μέχρι το Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία.

Από εκεί, ο Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός αναλάμβανε τη μεταφορά των υπαρχόντων στα κεντρικά γραφεία του οργανισμού στη λεωφόρο Προδρόμου.

Η επικοινωνία με τον πατέρα του, καθ’ όλο το διάστημα του περισσότερο από ενός χρόνου που βρισκόταν στις ελεύθερες περιοχές, γινόταν μέσω των μηνυμάτων του Ερυθρού Σταυρού, τα οποία διαβάζονταν από το ραδιόφωνο του ΡΙΚ σε συγκεκριμένη ώρα κάθε ημέρα.

Ο Σωτήρης θυμάται επίσης ότι στις 24 Αυγούστου 1974 οι Τουρκοκύπριοι συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στην πλατεία του χωριού. Χώρισαν τις γυναίκες από τους άντρες και πήραν ως αιχμαλώτους τους άρρενες από ηλικία 14-15 ετών μέχρι 50 και κάτι. Στη Γιαλούσα είχαν μείνει μόνο γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι.

Κάποια σπίτια Ελληνοκυπρίων λεηλατήθηκαν. Κατά την πρώτη περίοδο υπήρχε κατ’ οίκον περιορισμός και απαιτούνταν ειδική άδεια για να βγει κάποιος από το χωριό ή ακόμη και για να μεταβεί στα χωράφια που καλλιεργούσε.

Τα συσσίτια μέσω του Ερυθρού Σταυρού άρχισαν μετά από λίγο καιρό, είπε, και τα φορτηγά έφταναν στη Γιαλούσα κάθε Παρασκευή.

Ο Σωτήρης Παρούτης θυμάται ότι υπήρχε φόβος για τη ζωή τους, αν και ο ίδιος δεν είδε με τα μάτια του βιαιότητες. Η φράση, ωστόσο, ότι θα τους πάρουν στην πλατεία του χωριού για να τους σκοτώσουν και «ο χάρος με τους πολλούς εν πιο γλυτζιής» παραμένει χαραγμένη στη μνήμη του.

Για δύο χρόνια που έμεινε στη Γιαλούσα, δεν είδε τη θάλασσα και δεν την πλησίασε καν, καθώς, όπως λέει, αυτό απαγορευόταν.

Ο δημοσιογράφος Σωτήρης Παρούτης είναι σήμερα 62 ετών. Μέσα από τις εκπομπές του και τα ντοκιμαντέρ του έχει ασχοληθεί με τον εκτοπισμό, τη μετακίνηση του πληθυσμού και την ιστορία πριν και μετά το 1974. Επιστρέφει στη Γιαλούσα, όπου το σπίτι του έχει κατοικηθεί και από ξένους.

Από τον Αη Γιάννη της Πάφου με τα πόδια στη Λεύκα ο Τζεμάλ Ντερμούς

Ο Τζεμάλ Ντερμούς γεννήθηκε στον Αη Γιάννη της Πάφου το 1962, όπου έζησε με την οικογένειά του μέχρι το καλοκαίρι του 1974.

Στις 14 Αυγούστου 1974, όταν ξεκίνησε η δεύτερη φάση της «επιχείρησης», όπως αποκάλεσε την εισβολή, «στον βορρά οι Τούρκοι επιτέθηκαν στα ε/κ χωριά και οι Ε/κ επιτέθηκαν στα χωριά που έμειναν Τ/κ στον νότο».

Εκείνη την ημέρα πρόσεχε το κοπάδι με τα πρόβατα σε έναν φράχτη κοντά στο σπίτι του. Άκουσε πυροβολισμούς και αμέσως ήρθε η μητέρα του και τον πήρε μαζί της, όπως και τα πρόβατα.

«Ανάμεσά μας πέρασε μια σφαίρα και χτύπησε στον τοίχο του σπιτιού. Ο ήχος εκείνης της σφαίρας μ’ έχει κάνει ακόμα και σήμερα, όταν χτυπά η πόρτα, ν’ ανατριχιάζω, να αναστατώνομαι», λέει.

Ο πόλεμος συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα. Υπήρξαν πέντε νεκροί Τουρκοκύπριοι, οι Ελληνοκύπριοι έφυγαν από το χωριό και έφτασαν οι ειρηνευτές της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, προσθέτει.

Η ζωή συνεχίστηκε στους κανονικούς της ρυθμούς, ανέφερε ο Ντερμούς. Άλλωστε, έναν μήνα αργότερα έπρεπε να τρυγήσουν για να πουλήσουν τα σταφύλια.

Η πρώτη ομάδα Τουρκοκυπρίων από τον Αη Γιάννη πήγε στη Λεύκα προς το τέλος Σεπτεμβρίου 1974, θυμάται ο Τζεμάλ.

Το μήνυμα που έστειλαν μέσω του ραδιοφώνου του Μπαϊράκ ήταν: «Η εγχείρησή μας πέτυχε, είμαστε ολοζώντανοι».

Η ομάδα του Τζεμάλ αποτελούνταν από 14 άτομα, εκ των οποίων τα 8-9 ήταν παιδιά, με το μεγαλύτερο να είναι 15-16 ετών.

«Εγώ ήμουν 12 χρονών και ο αδερφός μου 15».

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας, η οποία διήρκεσε περίπου 26 ώρες, έπιναν μόνο νερό από φυσικές πηγές που έβρισκαν στον δρόμο.

Περπάτησαν λίγο ακόμη και έφτασαν στο φράγμα της Λεύκας. Ο Τζεμάλ νόμισε ότι ήταν ωκεανός.

Η μόνη στιγμή κατά την οποία ανησύχησε ήταν όταν πλησίασαν το φράγμα της Λεύκας και από ψηλά σημεία πίσω τους άκουσαν Ελληνοκύπριους στρατιώτες να τους φωνάζουν.

Τους υποδέχθηκε ο τουρκικός στρατός και τους μετέφερε σε στρατιωτική μονάδα. Την επόμενη ημέρα τους έβαλαν σε λεωφορεία και τους μετέφεραν στη Λευκωσία, όπου έμειναν για δύο εβδομάδες σε μια εστία. Στη συνέχεια, «μας εγκατέστησαν στη Ζώδια».

Ο πατέρας του, Χουσεΐν, τους βρήκε στη Λευκωσία έξι μήνες αργότερα, ενώ η μητέρα του, Αϊσιέ, έφτασε έναν χρόνο αργότερα.

Ο παππούς και η γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του πέρασαν στον κατεχόμενο βορρά στις 16 Αυγούστου 1975, ομαδικά μαζί με άλλους Τουρκοκύπριους.

Ο Τζεμάλ Ντερμούς είναι σήμερα 64 ετών. Ως παραγωγός και σκηνοθέτης στον «Μπαϊράκ», έκανε πολλά ντοκιμαντέρ για τη μετακίνηση, την αποχώρηση και την ανταλλαγή πληθυσμών κατά την περίοδο 1974-1975.

Εμπειρίες που τη στιγμάτισαν θυμάται η Λήδα Κουρσουμπά

Κομβικός και κρίσιμος ήταν στα γεγονότα ο ρόλος του Ερυθρού Σταυρού. Για τον ρόλο αυτό μιλά στο ΚΥΠΕ η Α’ Αντιπρόεδρος του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού, Λήδα Κουρσουμπά, η οποία το 1974 ήταν νεαρή ασκούμενη δικηγόρος και εθελόντρια.

Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) κλήθηκε την επομένη της εισβολής και έστειλε άμεσα στην Κύπρο κλιμάκιο για να αναλάβει δράση.

Το κτίριο του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού, κοντά στις Κεντρικές Φυλακές, είχε βομβαρδιστεί και η τότε Πρόεδρος, Στέλλα Σουλιώτη, είχε μετακινηθεί στο υπόγειο του τότε Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.

Η Λήδα Κουρσουμπά κλήθηκε να βοηθήσει στην Ξενοδοχειακή Σχολή, όπου γινόταν η υποδοχή των εγκλωβισμένων που επέστρεφαν, των αιχμαλώτων που απελευθερώνονταν, αλλά και γυναικών και κοριτσιών που είχαν υποστεί βιασμό.

Η επικοινωνία των εγκλωβισμένων με τους συγγενείς τους στις ελεύθερες περιοχές γινόταν μέσω ειδικών εγγράφων του Ερυθρού Σταυρού. Τα μηνύματα διαβάζονταν σε συγκεκριμένη ώρα από το ραδιόφωνο του ΡΙΚ.

Τέτοια μηνύματα, είπε η κ. Κουρσουμπά, έχουν παραχωρηθεί και εκτίθενται στο Μουσείο του ICRC στη Γενεύη.

Τα πακέτα με τρόφιμα και φάρμακα άρχισαν να αποστέλλονται μέσω των Ελβετών που συμμετείχαν στο κλιμάκιο του ICRC. Η αποστολή τέτοιων πακέτων συνεχίζεται και σήμερα, κυρίως με φάρμακα, με τη διεκπεραίωση να αναλαμβάνουν τα Ηνωμένα Έθνη.

Η κ. Κουρσουμπά ανέφερε επίσης ότι η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού διαθέτει αρχεία με τα ονόματα των αιχμαλώτων, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Τουρκία.

Τα αρχεία αυτά, όπως είπε, 50 χρόνια μετά έχουν παραχωρηθεί για χρήση στον Κυπριακό Ερυθρό Σταυρό.

Η κ. Κουρσουμπά θυμάται επίσης ότι τότε δημιουργήθηκε η Υπηρεσία Μέριμνας και διορίστηκε ο Γιώργος Ιακώβου, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό.

Παράλληλα, χάρη στη Στέλλα Σουλιώτη έγινε και τροποποίηση της νομοθεσίας, η οποία επέτρεπε για συγκεκριμένη περίοδο την ιατρική διακοπή κύησης για γυναίκες που είχαν μείνει έγκυες μετά από βιασμό.

Μία από τις τραγικές περιπτώσεις που θυμάται ήταν η άφιξη λεωφορείων με αιχμαλώτους από το Λήδρα Πάλας στην Ξενοδοχειακή Σχολή, όπου εκατοντάδες συγγενείς περίμεναν με αγωνία.

Ήταν ο Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός που τους παρείχε ρούχα, ένα πρώτο γεύμα και μια πρώτη οικονομική βοήθεια δύο λιρών.

«Είχε άτομα που δεν τους περίμενε κανείς γιατί πιθανόν η οικογένειά τους ήταν στα κατεχόμενα. Φροντίζαμε να πάνε σε συγγενείς τους στις ελεύθερες περιοχές», κατέληξε η κ. Κουρσουμπά.