Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε παράνομη την κράτηση αιτητή ασύλου από τις 13 Οκτωβρίου 2025, ο οποίος είχε κηρυχθεί από τις αρμόδιες Αρχές ως «επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια της Δημοκρατίας» και διέταξε να αφεθεί ελεύθερος, εγκρίνοντας την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, στις 17 Ιουλίου 2026.
Ο αιτητής, υπήκοος Σουδάν, είχε αφιθχεί παράνομα στη Δημοκρατία και είχε υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία στις 5 Ιουνίου 2025, η οποία ακόμη εκκρεμεί προς εξέταση. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως παρατίθενται στην απόφαση του Ανωτάτου, στις 13 Οκτωβρίου 2025 είχε συλληφθεί και του επιδόθηκε επιστολή, στην οποία αναφέρεται πως κηρύχθηκε επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια της Δημοκρατίας και πως εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του.
Στις 20 Ιανουαρίου 2026 απεστάλη ηλεκτρονικό μήνυμα εκ μέρους της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης προς την Αστυνομία, Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, με το οποίο ζητούσε ενημέρωση για την πορεία των ερευνών και διαδικασιών αναφορικά με τον Αιτητή. Την ίδια μέρα απεστάλη ηλεκτρονικό μήνυμα από Λειτουργό Μετανάστευσης προς την Υπηρεσία Ασύλου, με το οποίο ζητείτο η επίσπευση της εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, λόγω του ότι βρισκόταν υπό κράτηση από τον Οκτώβριο. Όπως σημειώνεται, την ίδια μέρα έγινε επαναξιολόγηση της κράτησης του Αιτητή.
Σε επιστολή ημερομηνίας 17 Φεβρουαρίου 2026 Αστυνόμου για λογαριασμό του Διοικητή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής βρίσκεται υπό κράτηση από τον Οκτώβριο, δεν είναι κάτοχος διαβατηρίου και δεν συνεργάζεται για να αναχωρήσει, ενώ δεν υπάρχουν πτήσεις αυτή την περίοδο, ούτε νέα εξέλιξη και ότι είναι «πολύ επείγον να απελαθεί».
Στις 20 Μαρτίου 2026 απεστάλη ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Αστυνομία, Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης με υπενθύμιση του αιτήματος ημερ. 20.1.2026 για ενημέρωση και στις 30 Μαρτίου έγινε νέα επαναξιολόγηση της κράτησης του αιτητή.
Σε επιστολή ημερ. 7 Μαΐου 2026 Αστυνόμου για λογαριασμό του Διοικητή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης σημειωνόταν η στασιμότητα στις επιστροφές μέχρι την εξέταση των αιτημάτων από την Υπηρεσία Ασύλου και το Δικαστήριο (προσφυγές κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ή κατά απορριπτικών διοικητικών αποφάσεων), καθώς επίσης η εξέταση διαφόρων γραπτών αιτημάτων που υποβάλλονται από τους αλλοδαπούς προσωπικά ή μέσω των νομικών τους συμβούλων, με σκοπό την παρέμβαση για απόλυση και εξασφάλιση άδειας παραμονής ή εργασίας, ενώ αρκετοί από αυτούς δεν είναι κάτοχοι ταξιδιωτικών εγγράφων και η απέλαση τους καθίσταται πιο δύσκολη.
Αναφέρεται περαιτέρω ότι η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης καταβάλλει προσπάθειες για άμεσο επαναπατρισμό τους, υπό αντίξοες συνθήκες. Τέλος, αναφέρεται πως υπάρχουν και περιπτώσεις μη συνεργάσιμων και επί μακρώ κρατουμένων, όπου σε υπηρεσιακό επίπεδο έχουν εξαντλήσει τα περιθώρια εξεύρεσης λύσεων και εκφράζεται η διαπίστωση ότι οι διοικητικές αποφάσεις (κράτηση, απέλαση, απόλυση με ή χωρίς όρους, παράταση κράτησης κ.ά.) που λαμβάνονται βάσει της κείμενης νομοθεσίας θα πρέπει να συνυπολογίζουν το αδιέξοδο που δημιουργείται στην προοπτική επιστροφής των αλλοδαπών.
Στις 19 Μαΐου 2026 απεστάλη ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Αστυνομία, Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και έγινε αναφορά στο ιστορικό του αιτητή, σε εμπιστευτική επιστολή της Αστυνομίας ημερ. 12 Οκτωβρίου 2025 σχετικά με αυτόν, στα αιτήματα για ενημέρωση προς την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και στο ότι θεωρείται «άτομο επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια». Αναφέρεται επίσης ότι, εξαιτίας αυτής της επιστολής, δεν υπάρχουν περιθώρια για την επιβολή εναλλακτικών αντί της κράτησης μέτρων και επομένως γίνεται εισήγηση για την κράτηση του, η οποία και σε κάθε επαναξιολόγηση τυγχάνει της έγκρισης από τη Διευθύντρια του Τμήματος.
Παρόλο που η νομιμότητα του διατάγματος κράτησης δεν έχει προσβληθεί από τον αιτητή, η διάρκεια της κράτησης ελέγχεται στο πλαίσιο αίτησης για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus.
Όπως επεξηγείται στην απόφαση, με επίκληση σε σχετική νομολογία, η κράτηση θα πρέπει να έχει τη μικρότερη διάρκεια και να διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει ο λόγος κράτησης. Επίσης, ο έλεγχος της διάρκειας κράτησης έχει άμεση συνάρτηση και άπτεται των πραγματικών γεγονότων που καλύπτουν την κάθε υπόθεση.
Σε σχετική απόφαση, αναφέρεται ότι «η μη προσβολή της νομιμότητας διατάγματος κράτησης αιτητή διεθνούς προστασίας και το γεγονός ότι αυτός δεν μπορεί να απελαθεί ενόσω η αίτηση του εκκρεμεί, δεν απολήγει στο ότι ο αιτητής μπορεί να κρατείται πέραν του ευλόγου», ενώ προστίθεται ότι η κράτηση είναι αδικαιολόγητη και παράνομη εφόσον δεν γίνεται οτιδήποτε για τη διεκπεραίωση της αίτησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την περίληψη των απορρήτων εγγράφων και τα απόρρητα έγγραφα τα οποία παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο (συμπεριλαμβανομένης της εμπιστευτικής επιστολής της Αστυνομίας 12.10.2025), αναφέρεται ότι διαφαίνεται ότι υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με τη συμπεριφορά και δράση του αιτητή, σχετιζόμενα με ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Διαφαίνεται επίσης ότι ο λόγος για τον οποίο κρατείτο, εξακολουθούσε να υφίσταται. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ουδέποτε εξεδόθη διάταγμα απέλασης του Αιτητή και, εκκρεμούσης πλέον της εξέτασης της αίτησης του για διεθνή προστασία, αυτός δεν δύναται να απελαθεί.
Κατά την περίοδο που ο Αιτητής τελεί υπό κράτηση, το Τμήμα Μετανάστευσης προέβη σε τρεις επαναξιολογήσεις της κράτησης του. Για σκοπούς της κάθε επαναξιολόγησης, το Τμήμα αποτείνετο στην Αστυνομία, για να ενημερωθεί για την πορεία των ερευνών και διαδικασιών εκ μέρους της αναφορικά με τον Αιτητή. Η Αστυνομία απαντούσε, αναφέροντας ότι ο Εφεσείων δεν συνεργαζόταν για να αναχωρήσει και δεν κατείχε διαβατήριο, καθώς επίσης ότι δεν υπήρχαν πτήσεις κατά την εν λόγω περίοδο ούτε και νέα εξέλιξη και ότι ήταν «πολύ επείγον ο αλλοδαπός να απελαθεί».
Σε κάθε αξιολόγηση, το Τμήμα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιον του δεδομένα, εξέταζε το ενδεχόμενο επιβολής εναλλακτικών αντί της κράτησης μέτρων και κατέληγε ότι δεν υπήρχε τέτοιο περιθώριο και ότι η κράτηση του απαιτείτο για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης. Περαιτέρω, από τις 20.1.2026 το Τμήμα απευθύνθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου, ζητώντας επίσπευση εξέτασης της αίτησης του Αιτητή.
Όπως σημειώνει το Δικαστήριο, «διαφαίνεται ότι από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος κράτησης του δεν υπήρχε οποιαδήποτε νέα εξέλιξη, ούτε και οποιαδήποτε δυνατότητα επιστροφής του Αιτητή στη χώρα του, καθώς επίσης ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενημέρωση από την Υπηρεσία Ασύλου ή άλλως πως, ως προς την πιθανή ημερομηνία εξέτασης της αίτησης του αιτητή, η οποία υπεβλήθη στις 5 Ιουνίου, 2025».
Όπως αποφάνθηκε το Ανώτατο, «η κράτηση του αιτητή δεν δικαιολογείται στη βάση μόνο του ότι είναι αιτητής ασύλου. Παρά ταύτα παραμένει υπό κράτηση για λόγους δημόσιας ασφάλειας, αναμένοντας την εξέλιξη της αίτησης του χωρίς, στο παρόν στάδιο, να διαφαίνεται εύλογη προοπτική εξέτασης της αίτησης του και χωρίς να προκύπτει εύλογη προοπτική απέλασης του, ακόμη και σε περίπτωση απόρριψης αυτής», κρίνοντας ότι εξισορρόπηση των δικαιωμάτων του κράτους και του αιτητή οδηγεί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, στην έκδοση του αιτούμενου εντάλματος.
«Η αίτηση κρίνεται βάσιμη, δικαιολογημένη και εγκρίνεται. Εκδίδεται το αιτούμενο Προνομιακό Ένταλμα Habeas Corpus. Οι αρμόδιες Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας να αφήσουν αμέσως ελεύθερο τον Αιτητή», διέταξε το Δικαστήριο, επιδικάζοντας τα έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει υπέρ του αιτητή και εναντίον της Δημοκρατίας.