Μπορεί να έχουν περάσει 52 χρόνια από το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, όμως για την οικογένεια του 8χρονου Σταύρου Πηδιά και της 62χρονης Μαργαρίτας Θεοδώρου, ο χρόνος μοιάζει να σταμάτησε εκείνο το αιματοβαμμένο πρωινό, στη συνοικία Αγίου Ιωάννη, στη Λεμεσό. Εγγονός και γιαγιά πέφτουν νεκροί από ριπές πυροβόλου όπλου, μπροστά στα μάτια ολάκερης της οικογένειας, που είχε συγκεντρωθεί στο σπίτι της γιαγιάς για να προγευματίσει.
Μια ιστορία άγνωστη σε πολλούς, που όμως παραμένει άσβεστη μνήμη μιας οικογένειας, η οποία κουβαλά αναπάντητα ερωτήματα, για ένα έγκλημα που σημάδεψε όλους όσοι βρίσκονταν στο σπίτι της οδού Μήλου, λίγα μέτρα νοτιότερα του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη, όπου εκτυλιχθήκαν σφοδρές μάχες μεταξύ πραξικοπηματιών και αντιστασιακών .
Τα εγγόνια της Μαργαρίτας Θεοδώρου και ξαδέλφια του Σταύρου, Γεωργία Θεοδώρου και Σπύρος Χριστοδούλου, μίλησαν στο ΚΥΠΕ για όσα θυμούνται, αλλά και για όσα έμαθαν αργότερα, γύρω από την τραγωδία που στοιχειώνει την οικογένεια, θέλοντας να την κρατήσουν χαραγμένη στη συλλογική μνήμη του τόπου.
«Είναι μια ιστορία που θεωρώ ότι πρέπει να ακουστεί», μας λέει η Γεωργία Θεοδώρου, την οποία συναντήσαμε μαζί με τον 87χρονο μαυροφορεμένο πατέρα της, Νεοκλή Θεοδώρου, σημειώνοντας ότι «από τότε που έγινε το κακό, κάθε Ιούλιο, ο πατέρας μου πάντα φοράει μαύρα».
Η όποια προσπάθεια για μια δήλωση από τον κύριο Νεοκλή αποδείχθηκε αδύνατη, με την θυγατέρα του να μας υποδεικνύει ότι η γεροντική άνοια δεν τον αφήνει να θυμηθεί λεπτομέρειες και μας παραπέμπει, τηλεφωνικά, στον εξάδελφο της, Σπύρο Χριστοδούλου, ο οποίος τότε ήταν 11 χρονών.
Παράλληλα, μας αναφέρει ότι, η γιαγιά Μαργαρίτα ήρθε στη Λεμεσό, από το χωριό Ελεδιώ της Πάφου, μετά το θάνατο του συζύγου της, ώστε να βοηθήσει τις οικογένειες των πέντε παιδιών της, με τα επτά εγγονάκια της, μεταξύ αυτών και ο Σταύρος, «ένας πολύ καλός μαθητής της 4ης Αστικής Λεμεσού, που ονειρευόταν να γίνει πιλότος» και με τον οποίον μεγάλωσαν σαν αδέλφια.
Μένοντας σε γειτονικά σπίτια, με κοινή αυλή, η οικογένεια συγκεντρωνόταν, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, για πρόγευμα και λιχουδιές, από τα χέρια της γιαγιάς Μαργαρίτας. Κάτι που έγινε και το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, μόνο που, αυτή τη φορά, το πραξικόπημα βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και ένα διπλό έγκλημα επρόκειτο να διαπραχθεί.
Νωρίτερα, μας αναφέρει, από την πλευρά του, ο Σπύρος Χριστοδούλου, ο θείος του και ο πατέρας του κλήθηκαν να παραλάβουν όπλα και να υπερασπιστούν τον Αστυνομικό Σταθμό, όντας Μακαριακοί και μέλη του ΑΚΕΛ, αλλά λόγω του ότι αυτά ήταν πολύ παλιά, προτίμησαν να επιστρέψουν στο σπίτι.
«Ο πατέρας μου, που εργαζόταν στο ταξί ‘Κύπρος’, έβαλε το αυτοκίνητο μέσα στο γκαράζ του σπιτιού, καθώς άρχισαν οι φασαρίες και ήταν σκυφτός, στη θέση του συνοδηγού, προσπαθώντας να ενώσει ένα μεγάφωνο», μας λέει και προσθέτει ότι «η θεία μου, η γιαγιά και όλα τα μωρά καθόμασταν στη βεράντα δίπλα και ακούγαμε, από το ραδιόφωνο, τον Μακάριο να μιλά, προφανώς από ηχογραφημένη ομιλία του».
Γύρω στις 9:30, συνεχίζει, ένα τζιπ αυτοκίνητο κάνει την εμφάνιση του, στην οδό Σωράνου και κατευθύνεται στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη, ωστόσο η πρόσβαση προς την λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ ήταν αποκλεισμένη με βαρέλια. «Ακούσαμε φωνές από τον Αστυνομικό Σταθμό, που ρωτούσαν ποιοί ήταν εντός του αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου κινήθηκε προς τα πίσω, ενδεχομένως για να φύγει», συμπληρώνει.
Φορούσαν, ανέφερε, στρατιωτικά ρούχα, «δεν ξέραμε αν ήταν οπλισμένοι, αν ήταν πραξικοπηματίες, αλλά τότε άρχισαν πυροβολισμοί, από την πλευρά του Αστυνομικού Σταθμού, με σφαίρες να κτυπούν το σπίτι της γιαγιάς αλλά και το τζάμι του αυτοκινήτου του πατέρα μου, που ευτυχώς ήταν σκυφτός».
«Όλοι όσοι βρισκόμασταν στην βεράντα πέσαμε κάτω» είπε και πρόσθεσε ότι, η γιαγιά Μαργαρίτα και ο 8χρονος Σταύρος, που κρατούσε στο χέρι ένα μπολ με κρέμα καραμελέ, έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες, ενώ βρίσκονταν εντός της οικίας.
Τα πυρά έπληξαν τον Σταύρο Πηδιά στο κεφάλι και τη Μαργαρίτα Θεοδώρου στην καρδιά και στο στήθος, ενώ τραυματίζεται στο χέρι και η μητέρα του, Ναυσικά, μας λέει με τρεμάμενη φωνή ο Σπύρος Χριστοδούλου. Δεν μπορώ να ξεχάσω, συνεχίζει, πως «κρατούσα το ξάδελφο μου στα χέρια μου με μισό κεφάλι και του φώναζα Σταύρο μου τι έπαθες, Σταύρο μου ξύπνα. Και ήταν ανοικτά τα μάτια του και έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια του».
Η περιγραφή του συγκλονίζει ακόμη περισσότερο, καθώς, όπως αναφέρει, «έφυγε σχεδόν το μισό του κεφάλι, τα μυαλά του μωρού ήταν πάνω στους τοίχους, στο ψυγείο, στο ταβάνι», προσθέτοντας ότι η μητέρα του Σταύρου, Αθηνούλα, διασταύρωσε το δρόμο, πήγε στο απέναντι σπίτι και «έβριζε αυτούς που έβαλλαν από την Αστυνομία». «Εγώ την κρατούσα από το φουστάνι και θυμάμαι κάποιος είπε, από τον Αστυνομικό Σταθμό , ‘παίξε την ρε τσιαί τούτη’ και άκουσα μια φωνή που είπε ‘ίντα που εννά κάμεις ρε’, ενώ η θεία μου φώναζε πως σκότωσαν το μωρό της», συμπλήρωσε.
Ερωτηθείς σχετικά, ο Σπύρος Χριστοδούλου εξέφρασε την άποψη ότι «μέσα στην Αστυνομία φαίνεται να υπήρχαν και πραξικοπηματίες, οι οποίοι παρακολούθησαν τον πατέρα και το θείο μου, όταν έφυγαν από εκεί νωρίτερα, και γύρισαν τα όπλα τους μέσα στο σπίτι». Ο ίδιος απορρίπτει το ενδεχόμενο να επρόκειτο για ατυχή συγκυρία, αφού όπως υποδεικνύει, το σπίτι βρισκόταν σε αντίθετη κατεύθυνση και μακριά από το τζιπ αυτοκίνητο που εμφανίστηκε στην περιοχή.
«Ο πατέρας μου μετέφερε το μωρό, τη γιαγιά και τη μητέρα μου στο Νοσοκομείο Λεμεσού, ενώ είχε ενημερωθεί και ασθενοφόρο, το οποίο όμως δεν το άφησαν οι πραξικοπηματίες να φτάσει μέχρι το σπίτι» ανέφερε, ενώ σύμφωνα με την Γεωργία Θεοδώρου, το τζιπ αυτοκίνητο επανεμφανίστηκε και εκτιμά πως «ήρθαν να πιάσουν τα πτώματα».
Οι φόβοι τους τελικά επαληθεύτηκαν, αφού όπως μας είπαν, μόλις μετέφεραν τα άψυχα σώματα του Σταύρου και της γιαγιάς Μαργαρίτας στο Νοσοκομείο Λεμεσού, παραλήφθηκαν από πραξικοπηματίες με ένα τζιπ όχημα, χωρίς κανείς να γνωρίζει πού θα κατέληγαν.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, προσθέτουν, η υπόλοιπη οικογένεια παρέμεινε κρυμμένη στο σπίτι της γιαγιάς, ενώ έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό «γινόταν πόλεμος», όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά. « Το βράδυ κρεμάσαμε σεντόνια για να μην φαίνονται τα φώτα και κοιμόμασταν μαζί πάνω στα τραπέζια. Ακούγαμε πυροβολισμούς, σειρήνες, αυτοκίνητα, φωνές από μεγάφωνα που μας καλούσαν να μείνουμε σπίτι», θυμάται η Γεωργία Θεοδώρου.
Η αγωνία για την τύχη των δυο σορών της οικογένειας συνεχίστηκε για μέρες, αφού δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν τα ίχνη τους, αλλά ούτε και της θείας Ναυσικάς, όπως μας λέει η κ.Γεωργία και προσθέτει πως, περίπου δέκα μέρες αργότερα, «ο πάτερ της εκκλησίας Αγίου Νικολάου, που ήξερε τη γιαγιά, μας ενημέρωσε ότι προσπάθησαν να τους θάψουν σε ομαδικό τάφο στον Άγιο Νικόλαο». «Τους είπε ότι είναι δικά του άτομα και τα έθαψε μαζί, σε άλλο σημείο, το οποίο μας υπέδειξε, ενώ ενημέρωσε ότι η θεία Ναυσικά βρισκόταν στο Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου τύγχανε νοσηλείας», πρόσθεσε.
«Τα όσα έγιναν εκείνη τη μέρα μας διέλυσαν» τονίζει η Γεωργία Θεοδώρου, η οποία το μόνο που θυμάται έντονα, ως πεντάχρονο παιδί, «είναι την επόμενη μέρα που έπρεπε να καθαριστούν τα αίματα και να ξυστούν τα μυαλά του Σταύρου από τους τοίχους».
Τα δυο ξαδέλφια σημειώνουν πως η οικογένεια δεν έτυχε ποτέ οποιασδήποτε βοήθειας από την Πολιτεία, καμίας ψυχολογικής στήριξης και δεν βρήκε ποτέ δικαίωση για το θάνατο των δικών της ανθρώπων. «Τώρα είναι αργά. Τι να ζητήσουμε, δικαίωση; Ξέρουμε ποιοι άνθρωποι είναι και όταν μεγάλωσα ρώτησα και έμαθα ποιοι ήταν αυτοί που είχαν τα όπλα και πυροβόλησαν από την Αστυνομία, αλλά δεν μάθαμε ποτέ γιατί δεν τους σταμάτησαν άλλοι αστυνομικοί», αναφέρει η κ.Θεοδώρου.
Το 2015, με τη στήριξη της Μητρόπολης Πάφου, η οικογένεια ανεγείρει ένα μνημείο, με τις προτομές του Σταύρου και της γιαγιάς Μαργαρίτας, στην κοινότητα Ελεδιώ Πάφου, στο οποίο τελεί το ετήσιο μνημόσυνο τους, όπως έγινε και την περασμένη Κυριακή, 12 Ιουλίου.
Την μαύρη επέτειο του πραξικοπήματος, όπως μας αναφέρει η κ .Γεωργία, «υπάρχει μια ρουτίνα για την οικογένεια, καθώς από τις 6:00 θα ετοιμαστούμε και στις 7:00 θα είμαστε στο κοιμητήριο Αγίου Νικολάου, ενώ ακολούθως, θα μεταβούμε στο Μνημείο Αντιστασιακών, για κατάθεση στεφάνων».
Παρά το ότι οι γονείς του Σταύρου καθώς και άλλοι συγγενείς, που έζησαν τα τραγικά γεγονότα, δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή, ανάμεσα σε όσους κάθε χρόνο τιμούν τη μνήμη των δυο αδικοχαμένων μελών της οικογένειας, βρίσκεται η μικρότερη αδελφή του Σταύρου, η οποία γεννήθηκε επτά μήνες μετά το θάνατο του, φέροντας το όνομα Σταύρη Θεοδώρου Πηδιά.
Τα ονόματα του Σταύρου Πηδιά και της Μαργαρίτας Θεοδώρου περιλαμβάνονται στον κατάλογο των πολιτών που έχασαν τη ζωή τους κατά το προδοτικό πραξικόπημα και αναγράφονται στο Μνημείο Πεσόντων Αντιστασιακών, απέναντι από την εκκλησία Αγίου Νικολάου.