Η Ελεγκτική Υπηρεσία, σε ειδική έκθεση που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, καταγράφει σοβαρές αδυναμίες και κενά στη νομοθεσία και τις διαδικασίες που διέπουν την απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας από αλλοδαπούς στην Κύπρο. Ο έλεγχος επικεντρώθηκε στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, ωστόσο τα ευρήματα θεωρούνται ενδεικτικά για το σύνολο της χώρας.
Η έκθεση τονίζει ότι με την τροποποίηση του Νόμου το 2011, για εναρμόνιση με το κοινοτικό δίκαιο, οι εταιρείες που συστήνονται σε κράτη-μέλη της ΕΕ ή του ΕΟΧ –ακόμη κι αν ελέγχονται από αλλοδαπούς– εξαιρούνται από τους περιορισμούς. Αυτό δημιούργησε, σύμφωνα με τον Γενικό Ελεγκτή, ένα «ανοικτό παράθυρο» για ανεξέλεγκτη αγορά ακινήτων, το οποίο η πολιτεία ουδέποτε έκλεισε.
Η Υπηρεσία επισημαίνει αντιφατικό ορισμό του «κράτους-μέλους» που οδηγεί σε διαφορετική μεταχείριση κυπριακών εταιρειών σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές. Επιπλέον, εγκύκλιοι του ΥΠΕΣ (1999, 2013) επέκτειναν τα δικαιώματα απόκτησης και ενοικίασης, αλλοιώνοντας –όπως σημειώνεται– την πρόθεση του νομοθέτη.
Κενά στους ελέγχους
Σοβαρές αδυναμίες εντοπίζονται στη διαδικασία αξιολόγησης αιτήσεων:
Δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για την οικονομική κατάσταση των αιτητών.
Δεν ελέγχεται η προέλευση των κεφαλαίων.
Δεν υπάρχει μηχανισμός παρακολούθησης της χρήσης των ακινήτων μετά την έγκριση.
Το μηχανογραφικό σύστημα «Αλλοδαποί» παραμένει παρωχημένο, χωρίς ουσιαστική αναβάθμιση από το 1999.
Τα στατιστικά
Το 2024, το 27,35% των πωλήσεων ακινήτων αφορούσε αλλοδαπούς. Όμως το ποσοστό αυτό, σύμφωνα με την έκθεση, είναι πλασματικό και σημαντικά υποεκτιμημένο, αφού δεν περιλαμβάνει τις κυπριακές και ευρωπαϊκές εταιρείες ξένων συμφερόντων.
Οι περισσότερες αγορές καταγράφηκαν στην Πάφο και τη Λεμεσό, ενώ οι βασικές χώρες προέλευσης αιτητών ήταν η Κίνα, ο Λίβανος, η Ρωσία και το Ισραήλ.
Ανάγκη νέας πολιτικής
Η Ελεγκτική Υπηρεσία υπογραμμίζει ότι οι υφιστάμενοι περιορισμοί έχουν καταστεί τυπικοί και παρακάμπτονται εύκολα.
«Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για το ποσοστό περιουσίας που πραγματικά ανήκει σε αλλοδαπούς», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Ζητείται ο καθορισμός νέας πολιτικής με σαφείς στόχους που θα λαμβάνουν υπόψη τα οικονομικά, γεωπολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και η εκσυγχρονισμένη νομοθεσία που να συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο και να επιβάλλει επιτρεπτούς περιορισμούς –όπως για λόγους δημόσιας ασφάλειας, υγείας ή στρατηγικής σημασίας.
Δείτε την έκθεση πιο κάτω: