Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φ

Πέρσι, στην αποτύπωση της θλιβερής επετείου της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την Τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή, είχε τεθεί, σε προσωπική αρθρογραφία, το συνειρμικά αλληγορικό δίλημμα «50 χρόνια πριν ή 50 χρόνια μετά».

Γράφει ο Ανδρέας Φ. Μάτσας, Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ

Κεντρική εικόνα: Αρχείο 

Μέσα από τον συγκεκριμένο προβληματισμό, αναδεικνύονταν οι ελλοχεύοντες κίνδυνοι, «μέσα από μία πορεία εξελίξεων, ανατροπών, χαμένων ή και κακώς διαχειρισμένων ευκαιριών, που διατήρησαν αυτό το ίδιο στάτους κβο, με τους κινδύνους της παγίωσης των ντε φάκτο ή και της μετατροπής τους σε ντε γιούρε δεδομένων, να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Ενδεχομένως πιο επικίνδυνα από ποτέ».

Η φετινή, 51η, θλιβερή επέτειος, συμπίπτει κατά προσέγγιση χρονικά με την άτυπη πενταμερή σύνοδο στις 16 και 17 Ιουλίου 2025, δίνοντας την ευκαιρία για πιο σαφή παραπομπή και υπόμνηση της γενεσιουργού αιτίας του προβλήματος, οριοθετώντας το με περισσότερη ευκρίνεια, έτσι ώστε να γίνεται πιο εύκολα η προδιαγραφή της επί της ουσίας επίλυσής του.

Παρά ταύτα, η οριοθέτηση του πλαισίου της άτυπης πενταμερούς, δεν δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες καθώς, το πεδίο αναφοράς περιορίζεται μόνο στην αξιολόγηση της πορείας και της όποιας προόδου έχει επέλθει από την προηγούμενη συνάντηση του Μαρτίου 2025 στη Γενεύη, όπως και στην αόριστη αναφορά σε ότι αφορά τη συνέχιση του διαλόγου.

Αναντίλεκτα όμως, η όποια δυνατότητα επαναφοράς και ανάδειξης του Κυπριακού στο διεθνές διπλωματικό πεδίο και προσκήνιο, θέτοντάς το παράλληλα και ως ένα Ευρωπαϊκό ζήτημα στη σφαίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί από μόνη της θετική εξέλιξη, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά το 2017.

Σε αυτό το σημείο όμως, είναι επιβεβλημένη η επί της ουσίας διαπίστωση πως, ο καθορισμός και η αξιολόγηση συμπερασμάτων που αφορούν κυρίως Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), όπως για παράδειγμα η διάνοιξη τεσσάρων νέων οδοφραγμάτων, εγκυμονεί από μόνη της σοβαρούς κινδύνους, αποπροσανατολισμού από την ουσία και μετατροπή του ζητήματος, από πρόβλημα παράνομης εισβολής και κατοχής, σε «κοινωνικής» φύσης θέμα, με παραπομπές στην υγιή και ασφαλή «γειτνίαση», μέσα από την οποία, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον προάγεται και ο αθέμιτος ανταγωνισμός, ως απότοκο του κανονισμού της πράσινης γραμμής. Παράλληλα, στο θέμα της ενέργειας, οι παράλογες απαιτήσεις της Τ/Κ πλευράς  παρεκκλίνουν και από το πλαίσιο που η ίδια η Ε.Ε έχει θέσει.

Δυστυχώς, η μονοδιάστατη, ως προς τα οφέλη, πολλές φορές, προώθηση ΜΟΕ, εδώ και 30 περίπου χρόνια, εδραιώνει την κατοχή και «νομιμοποιεί» την υφιστάμενη κατάσταση, ιδιαίτερα αν συνυπολογιστεί και η πολιτική ρητορική που προωθείται, τόσο από την Άγκυρα, όσο πλέον και από το κατοχικό καθεστώς, με σαφείς αναφορές στη διχοτόμηση.

Στην περσινή αρθρογραφία με τον τίτλο «50 χρόνια πριν ή 50 χρόνια μετά», γινόταν σαφής αναφορά ως προς τη σημασία της συνέπειας λόγου και πράξεων. «Αυτά που λέμε μεταξύ μας, ανάλογα και με το ακροατήριο πολλές φορές, [θα πρέπει] να μπορούμε να τα εκφράσουμε, να τα υποστηρίξουμε και να γίνουν κατανοητά προς υιοθέτηση και στο εξωτερικό. Βασικό πλεονέκτημα και σημείο αναφοράς, αποτελεί το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο και η ισότιμη αντιμετώπιση των Κρατών Μελών. Αν πετύχουμε αυτή τη δυνατότητα διασύνδεσης, σε συνάρτηση και με την αξιοποίηση των συμμαχιών στη βάση του Θουκυδίδειου ρεαλισμού περί αμοιβαίου οφέλους», τότε μπορούμε να πετύχουμε πολύ περισσότερα από ότι ενδεχομένως να θεωρείται ή και να πιστεύεται.

51 χρόνια μετά, με έκδηλη την αγωνία για την επόμενη μέρα, αλλά και σαφώς για τις επόμενες γενιές, όπως και σε μια προσπάθεια περιορισμού των επετειακώς κενοφανών εκφωνήσεων με φόντο τις καινοφανείς δοξασίες της πενταμερούς, αναδεικνύονται παραινετικά, τα εξής, αυτονόητα αλλά και ουσιαστικά, σημεία:

  • Ανάδειξη της συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής του βορείου γεωγραφικού τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με ότι αυτή συνεπάγεται
  • Ανάδειξη της ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως πλήρες μέλος της Ε.Ε, όπως και των νόμιμων κατοίκων της, ως Ευρωπαίοι πολίτες, ενώ θα πρέπει να γίνει και υπόμνηση της μη εφαρμογής του Κεκτημένου σε όλο το εύρος της Δημοκρατίας, λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής (αναστολή εφαρμογής στο κατεχόμενο μέρος)
  • Οι μέχρι σήμερα προτεινόμενες λύσεις δεν έχουν διασφαλίσει τη βιωσιμότητα του Κράτους και την ασφάλεια των νόμιμων κατοίκων, δημιουργώντας παράλληλα ανισότητες ανάμεσα στους πολίτες
  • Καταγγελία της επιδίωξης της Τουρκίας για κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία δεν αναγνωρίζει, παρά την ιδιότητά της ως πλήρες μέλος της Ε.Ε, όπως και της προσπάθειας για αναγνώριση του ψευδοκράτους ως κυρίαρχη οντότητα και τη δημιουργία ενός μορφώματος χαλαρής συνομοσπονδίας
  • Απαίτηση της προώθησης λύσης η οποία θα διασφαλίζει ένα κράτος με μια διεθνή νομική οντότητα, μία ιθαγένεια και μία ενιαία κυριαρχία
  • Απόσυρση των Τουρκικών στρατευμάτων, όπως και των βρετανικών βάσεων, στοιχείο που αποτελεί απότοκο και κατάλοιπο της αποικιοκρατικής περιόδου, όπως και την κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων, οι οποίες βρίσκονται και σε αντίφαση αλλά και σε μη συμβατότητα με το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο
  • Ανάδειξη της αντιφατικότητας ανάμεσα στη διαχείριση της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και τη συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία, σε συνάρτηση και με την καταπάτηση των ανθρωπίνων και δημοκρατικών δικαιωμάτων εντός της ίδιας της Τουρκίας. Παράλληλα, θα πρέπει να καταγγελθούν και οι παράνομες συμφωνίες, όπως είναι το μνημόνιο με τη Λιβύη, καταστρατηγώντας το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και παρεμβαίνοντας στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας

Στις διεθνείς σχέσεις, όπως και στην πολιτική σκακιέρα, οι γεωπολιτικές αναθεωρήσεις και αναπροσαρμογές έχουν τη δική τους σημασία, ιδιαίτερα ως προς τον καθορισμό των συμμαχιών μέσα από την αμοιβαιότητα των συμφερόντων. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι προφανές πως, η τρέχουσα συγκυρία ευνοεί τη συζήτηση για το Κυπριακό. Η Κύπρος έχει ξεκαθαρίσει ακόμη πιο έντονα και ανεπιστρεπτί τη Δυτική της επιλογή, τόσο σε σχέση με τις ΗΠΑ, τη σαφή στρατιωτική συνεργασία με τη Γαλλία, όσο και ως απότοκο της συνεργασίας με το Ισραήλ, κυρίως σε ότι αφορά τον ενεργειακό σχεδιασμό, ως στρατηγική επιλογή, σε σχέση και με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Αυτά τα δεδομένα, σε συνάρτηση και με τη ρήξη στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ αλλά και με τις ΗΠΑ, θα πρέπει να αξιοποιηθούν περαιτέρω, με σαφή οφέλη και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Επιβάλλεται επίσης όπως, αυξηθεί η διεκδικητική στάση Ελλάδας και Κύπρου, έχοντας όμως προηγουμένως διασφαλίσει την επί τοις ουσίας κοινή πλεύση και προσέγγιση, ως μέρος ενός στοχευμένου στρατηγικού σχεδιασμού.

Με βάση τις εξελίξεις, είναι ίσως η χρονιά που θα πρέπει να τοποθετηθούμε ξεκάθαρα αποφεύγοντας τις επετειακώς κενοφανείς εκφωνήσεις και αποτρέποντας τις καινοφανείς δοξασίες της πενταμερούς, όπως και τις όποιες πιθανές ανατροπές και αδιέξοδα, που διαχρονικά έχουν καταγραφεί.

Τέλος είναι επιβεβλημένη και η υπόμνηση πως, σε μερικούς μήνες η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε, έχοντας να διαχειριστεί ζητήματα που διασυνδέονται, άμεσα ή και έμμεσα και, με την ίδια την Τουρκία. Ίσως μια έγκαιρη προεργασία να θέσει ως προϋπόθεση για την όποια χρηματοδότηση της Τουρκίας από Ευρωπαϊκά κονδύλια, την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων που θα προδιαθέτει την απελευθέρωση, και την επίλυση του Κυπριακού, στη βάση των αρχών, αξιών και ελευθεριών της ίδιας της Ε.Ε.