Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
634

Βρισκόμουν στον δρόμο από τον Άγιο Ανδρέα προς το μνημείο του Μάρκου Δράκου στη Λευκωσία, όταν έλαβα το τελευταίο του τηλεφώνημα. «Είμαι στο νοσοκομείο. Όλα καλά. Θα με αφήσουν να βγω σε κανένα διήμερο και να τελειώσουμε τις διορθώσεις στο βιβλίο». Του ευχήθηκα να είναι περαστικό, να γίνει σύντομα καλά και του είπα πως είμαστε πολύ κοντά στο να τελειώσουμε το βιβλίο του.

Λίγες μέρες αργότερα, έλαβα τηλεφώνημα από τον Αντώνη Κουντούρη, ο οποίος μας είχε φέρει σε επαφή για την έκδοση, και με ενημέρωνε ότι ο θείος του, Άνθος Κουντούρης, είχε φύγει από τη ζωή.

Περίπου για ενάμιση χρόνο δουλεύαμε πάνω στο βιβλίο του. Οι σημειώσεις του, με τον χαρακτηριστικό του γραφικό χαρακτήρα, και ένας φάκελος γεμάτος ασπρόμαυρες φωτογραφίες οδήγησαν σε δεκάδες συναντήσεις, είτε σε καφετέριες της πόλης είτε στις τραπεζαρίες των σπιτιών μας, με καφέδες, έναν υπολογιστή και αμέτρητες ερωταπαντήσεις. Προσπαθούσαμε να συντονίσουμε τις πληροφορίες που είχε καταγράψει και να μην αφήσουμε τίποτα έξω από την ιστορία του, όπως εκτυλίχθηκε - με τα βασανιστήρια και την κράτησή του, που διήρκεσε μέχρι το τέλος του αγώνα του 1955-59.

Ο κρατούμενος D.P. 314, που ήταν ο Άνθος Κουντούρης -και όχι ο «Άτλας Νικολάου», όπως λανθασμένα καταγράφηκε όταν πρωτοέφθασε ως πολιτικός κρατούμενος στα κρατητήρια- δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Έξι μήνες μετά την κηδεία του, συναντηθήκαμε με τη νύφη του, την Έλενα, για να ολοκληρώσουμε ό,τι απέμενε για την έκδοση του βιβλίου του.

Δείτε επίσης: Με κάθε λαμπρότητα τιμά η Κύπρος την 1η Απριλίου - Ειδική επετειακή εκπομπή στον ΑΝΤ1

63

Μεγαλωμένος στον Ποταμό του Κάμπου και μαθητής στο δημοτικό σχολείο του Ξερού, υπήρξε ποδοσφαιριστής στην ομάδα Νέοι Σόλοι. Το 1955, ο πρόεδρος του σωματείου και αγωνιστής της ΕΟΚΑ, Χριστόδουλος Εγγλέζος, τον εργοδοτεί σε σταθμό βενζίνης στον Ξερό. Από το προηγούμενο έτος, ο αγωνιστής Ανδρέας Ζάκος μπαινοβγαίνει στο σπίτι του, λόγω της συνεργασίας που είχε με τον αδελφό του για τη συλλογή όπλων της ΕΟΚΑ. Στην οργάνωση εντάσσεται κι ο ίδιος, δίνοντας τον όρκο περί τα τέλη του 1955 και μαζί με τους φίλους του, Παλλάδιο Νικολάου, Θεοχάρη Πελά, Σόλωνα Μιχαήλ και Δήμο Χρήστου, σχηματίζουν μία ομάδα. Αρχικά ασχολούνται με τη διανομή φυλλαδίων, την αναγραφή συνθημάτων και τη συλλογή όπλων, ενώ αργότερα συγκροτούν ομάδα εκτελεστικού και αναμένουν ανάθεση αποστολής από τον τομεάρχη, και καταζητούμενο τότε, Σόλωνα Ποιηταρίδη από τη Λάρνακα.

«Υπό τη συνοδεία δύο στρατιωτικών αυτοκινήτων, φορτωμένων με ένοπλους στρατιώτες, με μετέφεραν στο Καραβοστάσι»

Στην περιοχή όπου δραστηριοποιήθηκε ο Άνθος Κουντούρης, οι αγωνιστές ασχολήθηκαν αρχικά με τη συλλογή κυνηγετικών όπλων καθώς και την ενέδρα στο Μερσινάκι. Στην ενέδρα της 15ης Δεκεμβρίου 1955 σκοτώθηκε ένας Άγγλος στρατιώτης, ενώ στη μάχη που ακολούθησε φονεύτηκε ο Χαράλαμπος Μούσκος και τραυματίστηκε ο Μάρκος Δράκος. Επίσης, τραυματίστηκαν οι Ανδρέας Ζάκος και Χαρίλαος Μιχαήλ, οι οποίοι συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο μαζί με τον Ιάκωβο Πατάτσο, τον Αύγουστο του 1956.

Στην ίδια περιοχή είχε πραγματοποιηθεί και η εκτέλεση ενός πρώην αστυνομικού, συνεργάτη και πράκτορα των Άγγλων, καθώς και αξιωματούχου της CMC, με τα αρχικά Θ.Π. Μετά την εκτέλεσή του ακολούθησαν συλλήψεις, κυρίως ανθρώπων που εργάζονταν κοντά στο σημείο της εκτέλεσης, όπου βρισκόταν και το πρατήριο βενζίνης στο οποίο εργαζόταν ο Κουντούρης.

Savory
Ο βασανιστής Savory 

Κάπως έτσι προέκυψε και η σύλληψή του, όταν την 20ή Απριλίου του 1958, στις έξι το πρωί, τον ξυπνούν ο Savory και ο βοηθός του Enis Satretin, που μαζί με άλλους στρατιώτες τον μεταφέρουν στο στρατόπεδο Γκόρτον Χάιλαντερς στο Ξερό.

«Δυο μέρες αργότερα, στις 6 το πρωί και πάλι, μου έβαλαν χειροπέδες και με τοποθέτησαν σε ανοιχτό Land Rover», σημειώνει ο Άνθος Κουντούρης και συμπληρώνει: «Υπό τη συνοδεία δύο στρατιωτικών αυτοκινήτων, φορτωμένων με ένοπλους στρατιώτες, με μετέφεραν στο Καραβοστάσι και μου ζήτησαν να τους δείξω το σπίτι του Παλλάδιου Νικολάου. Εγώ, αντί να δείξω το σπίτι του Παλλάδιου, τους έδειξα το μαγαζί του πατέρα του, με την ελπίδα να καθυστερήσει η σύλληψή του και να καταφέρει να διαφύγει, αλλά δυστυχώς δεν το πήρε χαμπάρι και τον συνέλαβαν. Στη συνέχεια, μου ζήτησαν να τους δείξω το σπίτι του Δήμου Χρήστου και του Σόλωνα Μιχαήλ. Τους είπα ότι δεν ήξερα πού βρίσκονταν, και τότε αυτοί, ρωτώντας άλλους της περιοχής, εντόπισαν τα σπίτια τους και τους συνέλαβαν».

Έτσι, η ομάδα της περιοχής έπεσε στα χέρια του Savory, ο οποίος άρχισε τις ανακρίσεις. Τον Άνθο Κουντούρη τον πήραν σε μία παράγκα με μεταλλικές σιδεριές στα παράθυρα και έναν ένοπλο φρουρό να βρίσκεται μόνιμα μαζί του.

63

«Εκείνη τη στιγμή, ο Savory γονάτισε πάνω μου και, τρίβοντας δυνατά τις πλευρές μου, μου τις έσπασε μία προς μία»

«Στις 8 το βράδυ, στο κελί μου ήρθε ο Savory μαζί με τον βοηθό του, τον Τουρκοκύπριο Enis. Αφού μου πέρασαν χειροπέδες πισθάγκωνα, μου φόρεσαν μάλλινο σκούφο στο κεφάλι, με πέταξαν στο πάτωμα του αυτοκινήτου του Enis και πήραν τον δρόμο προς τη Μόρφου. […] Επειδή για πέντε χρόνια πηγαινοερχόμουν με λεωφορείο στο σχολείο της Μόρφου, μου ήταν εύκολο να αναγνωρίσω κάθε ανήφορο και κατήφορο στη διαδρομή. Μέσα σε μερικά λεπτά, το αυτοκίνητο που με κουβαλούσαν πέρασε πάνω από το γεφύρι, πριν από τα Καζιβερά, και εκεί αντιλήφθηκα ότι είχαν στρίψει αριστερά, προς τη θάλασσα. Λίγα λεπτά μετά, το αυτοκίνητο σταμάτησε. Με κατέβασαν κάτω, κρατώντας με ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά από τους αγκώνες. Αφού με περιέφεραν για λίγο στο χωράφι, έφτασαν πλησίον της θάλασσας, όπου άκουγα το κύμα που έσπαγε στην ακροθαλασσιά. Όταν σταμάτησαν να με περιφέρουν, δέχτηκα τις πρώτες γροθιές. Πρώτα στο στομάχι κι έπειτα στα γεννητικά όργανα. […] Έπειτα άρχισαν να με ρωτούν διάφορα, όπως ποιοι ήταν οι συνεργάτες μου, ποιοι έκαναν τις εκτελέσεις, ποιοι είχαν όπλα και πολλά άλλα. Απαντούσα συνεχώς και στερεότυπα: 'Δεν ξέρω τίποτα'».

Κάποια στιγμή, ο Άνθος Κουντούρης δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του και, σχεδόν λιπόθυμο, τον ξάπλωσαν στην άμμο. «Εκείνη τη στιγμή, ο Savory γονάτισε πάνω μου και, τρίβοντας δυνατά τις πλευρές μου, μου τις έσπασε μία προς μία», σημειώνει ο Άνθος Κουντούρης.

Όταν οι βασανιστές του διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να του αποσπάσουν πληροφορίες ούτε με αυτόν τον τρόπο, έκαναν ένα διάλειμμα και στη συνέχεια ξανάρχισαν, πατώντας τον στην κοιλιά και στα γεννητικά όργανα. Όταν αντιλήφθηκαν ότι δεν μπορούσε καν να ψελλίσει τη στερεοτυπική απάντηση «Δεν ξέρω τίποτα», τον πήραν στον ώμο «όπως μεταφέρει ο κασάπης το σφαγμένο αρνί», θυμάται ο Άνθος Κουντούρης, και τον τοποθέτησαν στο πάτωμα του αυτοκινήτου για να τον μεταφέρουν, μισοπεθαμένο, πίσω στο κελί του.

Τότε του τοποθέτησαν ξανά τις χειροπέδες και του έβγαλαν τον μάλλινο σκούφο, που κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων κάλυπτε το πρόσωπό του. Το πρωί, ένας φρουρός τον διέταξε να κάνει ντους, για να σβηστούν τα χτυπήματα. «Στον χώρο των ντους συνάντησα τέσσερις πρώην συμμαθητές μου από το Γυμνάσιο Μόρφου. […] Τους παρακάλεσα, όταν μπορέσουν, να στείλουν μήνυμα ότι χρειάζομαι βοήθεια».

Την επόμενη μέρα, του φέρνουν στο κελί του ένα καλάθι με τρόφιμα από την αδελφή του, την Έλλη. Στα καλάμια του καλαθιού, εντοπίζει ένα χαρτάκι 4 επί 4 εκατοστά, όπου ο Άνθος Κουντούρης της αφήνει το μήνυμα: «Με βασάνισαν και θέλω γιατρό». Στη συνέχεια, επιστρέφει το καλάθι στον φρουρό, στην πύλη του στρατοπέδου.

Η αδελφή του, λαμβάνοντας το μήνυμα, πηγαίνει στη Λεύκα και κάνει παράπονο στον αστυνόμο.

Ακολούθησαν τρεις ημέρες βασανιστηρίων, μέχρι που ο Τούρκος Enis τον ρωτάει για το σημείωμα.

«Με βασανίσατε, δεν με βασανίσατε; Το έστειλα το μήνυμα», αποκρίθηκε ο Άνθος Κουντούρης.

5423

«Η έγνοια μου ήταν να προλάβω, πριν το επόμενο βύθισμα, να γεμίσω τους πνεύμονές μου με αέρα [...] Ήμουν μεγαλωμένος στη θάλασσα και ήξερα πώς να αντιδράσω»

Αγία Δευτέρα και Πρωτομαγιά, στις 8 το βράδυ, ο Savory μπαίνει στο κελί του, του περνά χειροπέδες, του φοράει και πάλι τον μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τον ρίχνει στο πάτωμα ενός φορτηγού, σκεπάζοντάς τον με μια κουβέρτα. Πλάι του ξαπλώνουν ένα άλλο άτομο: «…με τα πόδια του στο κεφάλι μου, μάλλον από τον φόβο τους να μην συνεννοηθούμε. Τα παπούτσια που φορούσε έφταναν στο πρόσωπό μου· ήταν λαστιχένια και δεν μου πήρε ώρα να καταλάβω ότι ήταν ο Παλλάδιος Νικολάου μαζί μου στο φορτηγό».

Το φορτηγό που τους μετέφερε έφτασε στο Πάιν Γουντ και έστριψε αριστερά προς το στρατόπεδο των Άγγλων. Τον Άνθο Κουντούρη τον κατέβασαν και του έβγαλαν όλα τα ρούχα, του πέρασαν χειροπέδες με τα χέρια πίσω και του ξανάβαλαν τον μάλλινο σκούφο στο κεφάλι. Επειδή του ήταν δύσκολο να σταθεί, τον οδήγησαν και τον έσπρωξαν μέσα σε μία δεξαμενή και άρχισαν να τον σκουντούν δεξιά και αριστερά.

«Το νερό ήταν παγωμένο και έφτανε μέχρι τους ώμους μου […] Συνέχισαν να με σπρώχνουν δεξιά και αριστερά, χωρίς να με ρωτούν τίποτα […] Ήλπιζα ότι είτε θα πέθαινα και θα τελείωναν τα βάσανά μου είτε θα χτυπούσα και θα έχανα τις αισθήσεις μου. Τότε, χτυπώντας τα πόδια μου, έπεσα έξω, τυχαία, από την πλευρά όπου η δεξαμενή κατέληγε σε βάθος δύο περίπου μέτρων».

Τους πήρε πέντε λεπτά για να τον βγάλουν, τον περιέφεραν γυμνό και ξυπόλητο και τον οδήγησαν σε ένα δωμάτιο με μια σιδερένια μπανιέρα γεμάτη παγωμένο νερό. Ο ίδιος δεν έβλεπε τίποτα λόγω του μάλλινου σκούφου που φορούσε στο κεφάλι και ο οποίος κάλυπτε τα μάτια του. Το κορμί του είχε παγώσει και πλέον, όπως σημειώνει στο βιβλίο του, δεν ένιωθε τίποτα όσο κι αν τον χτυπούσαν.

Του βύθιζαν το κεφάλι συνεχώς στο παγωμένο νερό, αφήνοντάς τον για πολύ λίγο να πάρει ανάσα, και του έκαναν διάφορες ερωτήσεις, όπως ποιος εκτέλεσε τον Θ.Π., ποιοι ήταν οι συνεργάτες του και πού ήταν τα όπλα.

«Η έγνοια μου ήταν να προλάβω, πριν το επόμενο βύθισμα, να γεμίσω τους πνεύμονές μου με αέρα, ώστε να μην περάσει το νερό από τη μύτη στους πνεύμονες [….] Ήμουν μεγαλωμένος στη θάλασσα και ήξερα πώς να αντιδράσω», σημειώνει στο βιβλίο του.

Τα βασανιστήρια συνεχίζονταν για ώρες. Ο ίδιος λιποθύμησε και ξύπνησε αργότερα, βογκώντας από τους πόνους, στο φορτηγό που τον είχε μεταφέρει στο σημείο. Δίπλα του ένιωσε ότι ήταν ριγμένος και πάλι ο φίλος του, ο Παλλάδιος. Και οι δύο τους δέχονταν κοντακιές από τον στρατιώτη που τους συνόδευε.

«Οι κοντακιές του στρατιώτη με επιβεβαίωσαν ότι δεν είχα πεθάνει σε εκείνο το δωμάτιο. Όπως μου ανέφερε αργότερα ο Παλλάδιος, που τον είχαν σε διπλανό δωμάτιο, την ώρα που άκουγε τα βογκητά μου, παρακαλούσε την Παναγία να με βοηθήσει».

Οι δύο αγωνιστές μεταφέρθηκαν γύρω στα ξημερώματα εκείνης της ημέρας στο στρατόπεδο του Ξερού, όπου και τους έκλεισαν στα κελιά τους.

36

«Με έβαλαν σε ένα Βολκσβάγκεν με οδηγό, συνοδηγό και δύο αστυνομικούς με πολιτική περιβολή, και αρχικά με απείλησαν ότι θα με έπαιρναν στις κεντρικές φυλακές».

Η ιστορία του Άνθου Κουντούρη, με πολλές αναφορές σε συναγωνιστές και συγχωριανούς του, συνεχίζεται με τη μεταφορά του στον αστυνομικό σταθμό Λεύκας, όπου του ζητήθηκε να παραδεχτεί πως συμμετείχε στην εκτέλεση του πράκτορα Θ.Π., με την απάντησή του να παραμένει η ίδια: «Δεν ξέρω τίποτα».

Αργότερα, τον μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό και τα κρατητήρια της Ομορφίτας για περαιτέρω ανακρίσεις. Η αφήγηση του Άνθου Κουντούρη συνεχίζεται, και μας λέει ότι πολύ σύντομα βρέθηκε στο ίδιο κελί με αυτούς που τους είχαν προδώσει. Μαζί με τον φίλο του, Παλλάδιο, ήταν τότε που ανανέωσαν τον όρκο τους πως, ό,τι και να τους έκαναν, θα κρατούσαν το στόμα τους κλειστό.

Την Κυριακή του Πάσχα, 6 Μαΐου 1956, θυμάται: «Μας άφησαν ήσυχους όλη μέρα, αλλά τη Δευτέρα με πληροφόρησαν από το πρωί ότι πρέπει να ετοιμαστώ, γιατί θα έφευγα […] Μου πέρασαν χειροπέδες, με έβαλαν σε ένα Βολκσβάγκεν με οδηγό, συνοδηγό και δύο αστυνομικούς με πολιτική περιβολή. Αρχικά με απείλησαν ότι θα με έπαιρναν στις κεντρικές φυλακές. Εγώ όμως ήξερα ότι, μετά τη γέφυρα, έπρεπε να στρίψουν για τις φυλακές».

3

Ο Άνθος Κουντούρης ήταν ένας από τους πολλούς που μεταφέρθηκαν στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς - κάτι που σήμαινε ότι οι Άγγλοι δεν κατάφεραν τελικά να μαζέψουν στοιχεία εναντίον του ίδιου και των συναγωνιστών του.

Όταν έφτασε εκεί, τον κατέβασαν στο γραφείο του Λοχία Παρασκευά Κύρου, ο οποίος κατέγραψε τα στοιχεία του και τον φωτογράφησε με τον αριθμό D.P. 314, αλλά με λανθασμένο όνομα: «Άτλας Νικολάου» αντί για «Άνθος Νικολάου» - κάτι που ανακάλυψε μετά την απελευθέρωσή του.

634

Στο βιβλίο του, ο Άνθος Κουντούρης περιγράφει τη ζωή του τόσο πριν από τον αγώνα όσο και μετά.

Σχετικά με τα βασανιστήρια που προηγήθηκαν, αλλά και την παραμονή του στα κρατητήρια για τριάντα τέσσερις μήνες -έναν χρόνο στην Κοκκινοτριμιθιά, έναν χρόνο στην Πύλα και άλλους δέκα μήνες στην Κοκκινοτριμιθιά έως και τη λήξη του αγώνα- κατέγραψε όλες τις λεπτομέρειες που θυμόταν.

63
63

Κλείνοντας, παραθέτουμε μία χαρακτηριστική στιγμή, όπως την περιγράφει στο βιβλίο του:

«Το μεσημέρι της 19ης Φεβρουαρίου του 1959, κι ενώ ακούγαμε τα νέα από το μεγάφωνο που ήταν τοποθετημένο ψηλά, στον πύργο του νερού, το ραδιόφωνο σταμάτησε. Τότε ακούσαμε μια δυνατή φωνή να λέει: 'Όλοι οι κρατούμενοι να ετοιμαστούν για απόλυση' […] Σε λιγότερο από μία ώρα ήμουν πλέον ελεύθερος, αγκαλιά με την αδελφή μου, που είχε φτάσει με το λεωφορείο στα κρατητήρια. Εκείνη τη στιγμή, η σκέψη μου δεν μπορούσε παρά να ταξιδέψει σε όλους όσοι έχασαν τη ζωή τους, ιδιαίτερα στους φίλους μου: τον Μάρκο Δράκο, τον Ανδρέα Ζάκο, τον Χαρίλαο Μιχαήλ και τον Χριστόδουλο Εγγλέζο.»

Το βιβλίο του Άνθου Κουντούρη με τίτλο «Κρατούμενος D.P. 314 - Η συμμετοχή στον Αγώνα του ’55-’59, η σύλληψη και τα βασανιστήρια» κυκλοφόρησε το 2023 από τις εκδόσεις a bookworm publication (ISBN 978-9963-268-27-6).

Η συγγραφή του βιβλίου ολοκληρώθηκε πριν από τον θάνατο του Άνθου Κουντούρη, ενώ η επιμέλεια και η έκδοσή του πραγματοποιήθηκαν έξι μήνες αργότερα.

Ευχαριστούμε θερμά την οικογένειά του που μας παραχώρησε την άδεια αναδημοσίευσης του υλικού.