Κρίσιμη για την πορεία που έχει η υγεία του 3χρονου Άγγελου μετά την κακοποίηση που υπέστη από τη μητέρα του και τον σύντροφό της στο Ηράκλειο, θα είναι η σημερινή ημέρα καθώς αρχίζει η διαδικασία των τεστ, ώστε να δουν οι γιατροί αν ο εγκέφαλος του 3χρονου αγοριού ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα.
Βάσει πρωτοκόλλου οι απαραίτητες αυτές εξετάσεις θα έχουν διάρκεια αρκετών ωρών και θα γίνουν σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.
Μόλις ολοκληρωθούν τα τεστ θα υπάρχει μία πιο ακριβής εκτίμηση για το μέλλον του παιδιού.
Ωστόσο, όπως ήδη έχουν διατυπώσει εντατικολόγοι, νευροχειρούργοι αλλά και ο ίδιος ο διοικητής του ΠΑΓΝΗ, η κατάστασή του παραμένει εξαιρετικά κρίσιμη ενώ είναι πολύ δύσκολη η βελτίωσή του.
«Μέχρι στιγμής δεν έχουμε κάποια θετική αντίδραση για την οποία να είμαστε αισιόδοξοι» έχουν δηλώσει διοικητής και αναπληρωτής διοικητής του ΠΑΓΝΗ καθώς παραμένει αυξημένη η ενδοκράνια πίεση με τα φάρμακα να μην έχουν αποδώσει όπως θα ήθελαν οι γιατροί.
Οι απολογίες της μητέρας και του συντρόφου της
Θέλοντας να ελαφρύνουν τη θέση τους, η μητέρα του 3χρονου Άγγελου και ο σύντροφός της ρίχνουν ο ένας στον άλλο το φταίξιμο για τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη στις απολογίες τους.
Ενώπιον του ανακριτή, η 26χρονη ισχυρίστηκε πως τον Άγγελο χτυπούσε ο 44χρονος με το ξύλο της κούνιας, τη στιγμή που ο πατριός έριξε όλο το φταίξιμο στη μητέρα υποστηρίζοντας πως δεν είχε χτυπήσει ποτέ το παιδί. Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν προφυλακιστέοι και φυγαδεύτηκαν από τα δικαστήρια Ηρακλείου εξαιτίας του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί με διάθεση να τους λιντσάρει.
Η αδιαφορία της μητέρας
Από την απολογία της 26χρονης καταδεικνύεται η αδιαφορία της για τα όσα φρικτά βίωσε ο 3χρονος. Η μητέρα αφού αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι χτύπησε το τρίχρονο αγοράκι, στη συνέχεια περιέγραψε ανερυθρίαστα τις στιγμές που ο σύντροφός της χτυπούσε μπροστά της το παιδί με ένα ξύλο από την κούνια του χωρίς αυτή ουσιαστικά να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει.
«Μετά τον ένα μήνα (της γνωριμίας τους), αυτός ξεκίνησε να του ασκεί βία του παιδιού, το χτυπούσε με το ξύλο της κούνιας που είχε, το χτυπούσε ή στα χέρια, αυτό ξεκίνησε τέλος Νοέμβρη με αρχές Δεκέμβρη. Το χτυπούσε γιατί έκανε ζαβολιές και δεν τον άφηνε να είναι μαζί μου αυτός συνέχεια. Το παιδί είχε συνηθίσει να πηγαίνω τουαλέτα και να είναι δίπλα μου επειδή δεν είχα κάποιον να τον κρατήσει, και αυτό τον πείραζε, έλεγε δεν είναι σωστό για το παιδί αυτό. Του χτυπούσε το χέρι με το ξύλο, του χτυπούσε την πατούσα από κάτω, αυτό γινόταν συνέχεια.
Την πρώτη φορά του μίλησα με νεύρα, του είπα ότι αν το ξανακάνει θα κινηθούμε διαφορετικά στην αστυνομία. Την επόμενη ημέρα το χτύπησε ξανά στην πατούσα από κάτω με το ξύλο, έλεγε, έτσι έκανε η συγχωρεμένη η μάνα μου για να κάτσουν καλά τα παιδιά. Την τρίτη φορά του είπα ότι θα ζητήσω χρήματα από τους γονείς μου να σηκωθώ να φύγω. Πήρα τον πατέρα μου και μου είπε ξανασκέψου το, έχει γίνει κάτι; Όμως δεν μπορούσα να μιλήσω γιατί ήταν και εκείνος μπροστά. Έπαιρνα με το κινητό μου τον πατέρα μου και του έλεγα να φύγω. Είπα στον μπαμπά μου ότι συμπεριφέρεται άσχημα στο παιδί και του ζήτησα χρήματα για να φύγω από το σπίτι να πάω στην αστυνομία. Δεν με είχε κλειδωμένη, μου είχε πει όμως να μην φύγω και να αφήσω τα σκυλιά. Δεν είχα κλειδιά για να βγω έξω και να ξαναγυρίσω, δηλαδή αν έφευγα να πάω στην αστυνομία να τον καταγγείλω δεν θα μπορούσα να ξαναγυρίσω».
Αφού λοιπόν αν τον κατήγγειλε, όπως λέει, δεν θα μπορούσε να ξαναγυρίσει σπίτι της, προτίμησε να κάτσει άπραγη και να βλέπει το παιδί της να βασανίζεται καθημερινά.
«Ήμουν μπροστά όταν το χτυπούσε το παιδί, του έπαιρνα το ξύλο και αγκάλιαζα το παιδί. Την πρώτη φορά το πέταξα εγώ το ξύλο έξω στην αυλή, αυτός το έπαιρνε ξανά. Μετά το πέταξε η κόρη του έξω στην αυλή. Του μιλούσα αλλά δεν άκουγε ποτέ. Πήρα ξανά τον πατέρα μου αλλά μου έλεγε ότι τα πράγματα θα φτιάξουν. Εγώ του έλεγα ότι γίνονται χειρότερα. Δεν μπορούσα να του πω τι ακριβώς είχε γίνει. (...) Σε όλο αυτό φοβόμουνα να μιλήσω γιατί φοβόμουνα ότι θα μου κάνει κακό και εμένα. Δεν με είχε περιορισμένη, δεν με είχε χτυπήσει ποτέ, ούτε με είχε απειλήσει ότι θα με σκοτώσει, αλλά φοβόμουν να μιλήσω».
Αναφερόμενη στην ημέρα που το παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, η μητέρα του ανήλικου αρνείται κάθε εμπλοκή της:
«Την τελευταία ημέρα, στις 26, ξύπνησα κανονικά με το παιδί. Σηκώθηκα, τον έπλυνα, τον καθάρισα και ο (σύντροφος) μου, μου ζήτησε καφέ. Πήγα να πάρω καφέ σε απόσταση ούτε ένα λεπτό από το περίπτερο γιατί πίνει νες καφέ. Γυρνάω σπίτι και βλέπω το παιδί πάνω στον καναπέ με γυρισμένα τα μάτια. Το παιδί ήταν ανάσκελα στον καναπέ, ο (σύντροφος) ήταν με ένα κοριτσάκι από δίπλα και το ρώτησα και μου είπε ότι άκουσε φωνές και ήρθε. Άκουσα φωνές από τον (σύντροφο), μπήκα μέσα άκουγα από την εξώπορτα, τον άκουγα που έλεγε «Άγγελε, Άγγελε», μπήκα μέσα κλαίγοντας που είδα το παιδί μου έτσι. Έπιασα το χέρι του μικρού και ο (σύντροφος) μου είπε εσύ φύγε, του έκανε εισπνοές, του φύσαγε στο στόμα, του έκανε κάρπα. Το παιδί κάποια στιγμή έκανε ένα "ααα" και "μαμά", μετά τίποτα άλλο. Μετά ήρθε το ασθενοφόρο. Τα δάχτυλα του στο χέρι ήταν πρησμένα και μαυρισμένα από το ξύλο. Εγώ φώναζα, ρώταγα τι έγινε και μου είπε (ο σύντροφος) ότι το παιδί πήγε να σηκωθεί, έχασε τις αισθήσεις του και χτύπησε στο τραπεζάκι».
Η μητέρα του Άγγελου ισχυρίστηκε πως τον είχε « χτυπήσει στο μπεμπιλίνο του. Το παιδί το χτύπησα πάνω στο μπεμπιλίνο του». «Εγώ τον είχα χτυπήσει γιατί πήγαινε και άγγιζε τις πρίζες, τα καλώδια», είπε.
Η μητέρα «ζήλευε που το παιδί δενόταν πολύ μαζί μου»
Από την πλευρά του, ο 44χρονος θέλοντας να ελαφρύνει τη θέση του ενώπιον του ανακριτή υποστήριξε ότι ποτέ δεν είχε χτυπήσει το αγοράκι και ότι φοβόταν να καταγγείλει την 26χρονη σύντροφό του και μητέρα του παιδιού.
«Θέλω να γίνει καλά ο Άγγελος. Να βγω έξω στον κόσμο και να με γδάρουν αν φταίω, δεν φοβάμαι να με γδάρουν. Ήξερα ότι η μαμά του τον κακοποιούσε, εγώ είμαι αθώος. Έβλεπα και δεν έκανα τίποτα. Πιστεύω ότι έκανα λάθος που δεν κατήγγειλα τι γινόταν. Βρέθηκα εδώ που βρέθηκα, αυτό φοβόμουν. Αντί να τραβάω βίντεο έπρεπε να το καταγγείλω», είπε σύμφωνα με πληροφορίες του protothema.gr.
O 44χρονος ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, στην απολογία του, ότι είναι αθώος, ότι δεν έχει κάνει ούτε θα έκανε κάτι για να βλάψει το παιδί. Εξήγησε το πώς γνωρίστηκε με την 26χρονη γυναίκα μέσω Facebook, πότε αποφάσισε εκείνη να μετακομίσει στην Κρήτη μαζί με το παιδί της για να ζήσει μαζί του, ενώ υποστηρίζει ότι η μητέρα ζήλευε τη σχέση που είχε ο 44χρονος με το παιδί της.
«Φύγε, ο Χρήστος είναι δικός μου του έλεγε, ζήλευε που το παιδί δενόταν πολύ μαζί μου» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κατηγορούμενος και συμπληρώνει ότι της έλεγε πως είναι παιδάκι και δεν πρέπει να ζηλεύει. «Από εκεί και μετά ξεκίνησαν οι καβγάδες. Μετά τους δύο μήνες, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, αυτή τρωγόταν με το παιδί. Του έλεγε "όχι Άγγελε, μη Άγγελε"», συμπληρώνει.
«Τον είδα λιπόθυμο»
Σχετικά με την τελευταία ημέρα που το παιδί μεταφέρθηκε σε άθλια κατάσταση στο νοσοκομείο και οι δύο κατηγορούμενοι συνελήφθησαν, ο 44χρονος υποστηρίζει ότι «την τελευταία ημέρα η μαμά του είχε πάει να πάρει δύο φακελάκια καφέ από το σούπερ μάρκετ, δεν ήταν ούτε 100 μέτρα πάνω από το σπίτι μου. Επειδή ήταν Κυριακή πήγε η μάνα του από το μπακάλικο, το περίπτερο ήταν κλειστό και πήγε στο ψιλικατζίδικο. Αυτό έγινε στις 9.00. Το παιδί καθόταν στο χαλάκι του, εγώ καθόμουν στον καναπέ. Σηκώθηκα, είχε πεταχτεί η μάνα του στο ψιλικατζίδικο, νόμιζε αυτός ότι θα φύγω και εγώ, σηκώθηκε ο Άγγελος, δεν αισθάνθηκε καλά. Άκουσα το "ντουκ" και γύρισα πίσω και το τον βλέπω λιπόθυμο. Του είπα πριν σηκωθεί να περιμένει να πάω στην κουζίνα. Το παιδί εκείνη την ημέρα φαινόταν κομμένο σαν να είχε μόλις ξυπνήσει. Φαινόταν σαν αγουροξυπνημένος, αργεί να σηκωθεί από το κρεβάτι, κατά τις 8.15 σηκώνεται, μου φαινόταν σαν να μην είχε κοιμηθεί. Όχι σαν να είχε τραυματιστεί. Το προηγούμενο βράδυ το παιδί είχε κοιμηθεί με την Ελευθερία, όπως κάθε βράδυ στο κρεβάτι της μάνας μου της συγχωρεμένης, εγώ κοιμόμουν κάτω στο σαλόνι, ανέβηκα στις δώδεκα παρά επάνω, έριξα μία ματιά στο δωμάτιο της Ελευθερίας και του Άγγελου και πήγα στο δωμάτιο της κόρης μου, έκλεισα την πόρτα και κοιμήθηκα».
«Τα σαββατοκύριακα κοιμόμουν στο κρεβάτι της κόρης μου που έλειπε. Το παιδί ήταν καλά την τελευταία φορά που το είδα. Δεν είχα κοιτάξει την πληγή στην πλάτη του, αυτό είχε γίνει δύο εβδομάδες πριν και παραπάνω. Εγώ είχα γυρίσει την πλάτη μου για να πάω στην κουζίνα, γυρνάω με το που άκουσα το "ντουκ" στο τραπεζάκι στη γωνία, εκεί βρήκα το παιδί, στη γωνία του τραπεζιού. Την είχε φάει στο κούτελο αλλά δεν μάτωσε. Δεν θυμάμαι καλά αν λιποθύμησε και χτύπησε. Το παιδί καθόταν στο χαλί. Καθόταν, σηκώθηκε, του είπα δύο λεπτά πάω στην κουζίνα μη σηκωθείς, πάντα του έλεγα να μη σηκωθεί, μη χτυπήσει. Σηκώθηκε το παιδί και έγινε αυτό που έγινε. Χτύπησε. Γύρισα κατευθείαν, ήταν λιπόθυμος, τον έβαλα στη βρύση, του έριξα νερό. Είχα καταλάβει ότι χτύπησε το κεφάλι του, πάνω στον πανικό μου τον πήγα στην βρύση. Φώναζα βοήθεια, "βοήθεια ο Άγγελός μου", ήρθε μία γειτόνισσα έδωσε τις πρώτες βοήθειες στο παιδί, μετά ήρθε το ΕΚΑΒ. Δεν μπορώ να εξηγήσω τι έγινε. Δεν ξέρω από τι προήλθε το αιμάτωμα που μου λέτε ότι είχε αριστερά στο κεφάλι του, εγώ το Σάββατο το άφησα φυσιολογικά και την Κυριακή λιποθύμησε. Δεν θυμάμαι τι μου είπε η Ελευθερία όταν ήρθε, το παιδί ήταν αναίσθητο», υποστήριξε.
Πηγή: protothema.gr