Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
ATILLAS.png

20 Ιουλίου 1974: Οι σειρήνες πολέμου ηχούν σε ολόκληρο το νησί. Η Κύπρος ζει τον απόλυτο εφιάλτη…

Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις εισβάλουν στο νησί. Χιλιάδες νεκροί, τραυματίες, παθόντες, αγνοούμενοι, εγκλωβισμένοι και ξεριζωμένοι. Εικόνες που μας καίνε τη ψυχή, που άλλαξαν τη ζωή μας. Πληγές που ακόμα αιμορραγούν και μαρτυρίες που πάντα σοκάρουν.

20 Ιουλίου 1974…

Σάββατο, 05:20 ώρα πρωινή. Τουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην ακτή Πέντε Μίλι στα παράλια της Κερύνειας.

Περίπου 40.000 Τούρκοι στρατιώτες υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Νουρετίν Ερσίν, υλοποιώντας το σχέδιο με το κωδικό όνομα «Αττίλας», εισβάλλουν παράνομα και κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις βόρειες ακτές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Καθώς οι σειρήνες αντηχούν…

Οι εν ψυχρώ δολοφονίες αμάχων από την Κερύνεια μέχρι και τη Λευκωσία πνίγουν την Κύπρο στο αίμα, η θάλασσα μας γίνεται κόκκινη. Ο πόνος των γυναικών και των μικρών κοριτσιών που έχουν υποστεί βιασμό ακόμα “σκοτώνει” τις ψυχές τους. Ιστορίες που στοίχειωσαν τις ζωές κάποιων ανθρώπων, εφιάλτες που θα τους κυνηγούν μέχρι τον τάφο.

Atıllas 2.jpg

Παλαιότερες μαρτυρίες που κόβουν την ανάσα: «Όσο αντέχει η ψυχή…»

«Ήταν Τουρκοκύπριοι που μας βίασαν. Όσο αντέχει η ψυχή…»

Η Χριστίνα από την Άσσια περιγράφει όλα όσα βίωσε στα χέρια του τουρκικού στρατού και των Τουρκοκυπρίων.  (ant1.com.cy 2018)

 «Ο πόλεμος αν τον δεις με γυναικεία μάτια, είναι πιο τρομακτικός. Δεν πρέπει να ρωτάτε εμάς τις γυναίκες.

Την 14η Αυγούστου 1974…

Η Άσσια (ήμασταν περίπου 900 με 1000 κάτοικοι), βρέθηκε στα χέρια των Τούρκων. Δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους τα όσα βιώσαμε...

Είδαμε σε όλο της το μεγαλείο την άγρια πρωτόγονη βαρβαρότητα του Τούρκου. Ήμουν μόλις 14 ετών μα ο πόλεμος, ο βιασμός και ο θάνατος, με μεγάλωσαν και με γέρασαν απότομα. Από τότε νιώθω κουρασμένη και γερασμένη.

Στην περιοχή του χωριού μου δεν έγιναν μάχες και ούτε υπήρχαν μονάδες της Εθνικής Φρουράς στην Άσσια όμως διαδραματίστηκε μια από τις τραγικότερες παραστάσεις της Κυπριακής τραγωδίας του 1974. Δυστυχώς, δεν υπάρχει συγχωριανός μου που να μην έχει χάσει, πατέρα, παιδί, αδελφό ή αδελφή, θείο ή θεία ή  φίλο. 

Οι Ασσιώτες και όσοι έτυχαν να εγκλωβιστούν στο χωριό, οι ψυχές τους θα κουβαλούν τόσους εφιάλτες που θα συνεχίζουν ακόμα και μετά το θάνατό τους.  

Όλοι οι άνδρες και παιδιά πέραν της ηλικίας των 15 συνελήφθησαν. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της κατάληψης, 13 άμαχοι επιβεβαιωμένα δολοφονήθηκαν. Ανάμεσα τους ο αδελφός μου και ο θείος μου.

Εμείς τα γυναικόπαιδα ζούσαμε σε απάνθρωπες συνθήκες εκφοβισμού και καταπίεσης. Διαμόρφωσαν συνθήκες κόλασης, με τις δολοφονίες, τους βιασμούς, τις συστηματικές λεηλασίες και τους εκτελεσθέντες και πολλά νεκρά ζώα να παραμένουν άταφα για μέρες. Δεν μπορούσε κανείς μας να αντέξει εκείνη τη μυρωδιά... τη μυρωδιά του θανάτου.

Πιστεύαμε ότι στο σπίτι της θείας μου θα γλυτώναμε…

Η μητέρα μου ήθελε να πάμε με την αδελφή μου στο σπίτι της θείας μου γιατί πίστευε ότι εκεί θα γλυτώναμε. Δυστυχώς όμως…

Εκείνοι που ερχόντουσαν στο σπίτι ήταν Τουρκοκύπριοι και μας ήξεραν όλες, καμιά μας δεν γλύτωσε…

Εμένα με βίασαν δυο  φορές. Η καημένη η αδελφή μου μετά από κάθε φορά, μου χάιδευε τα μαλλιά και κλαίγοντας μου έλεγε: «Σιώπα, πέρασε, αύριο θα είσαι καλά» και ηρέμιζα για λίγο. Για μέρες έτρεμε όλο μου το σώμα και ήθελα συνέχεια κάποιαν να μου κρατάει το χέρι, έτσι μόνο ένιωθα ασφάλεια. Την νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, νόμιζα ότι άκουγα συνέχεια βήματα και ότι ερχόντουσαν να μας σκοτώσουν.

Όλες εκείνες οι εικόνες που μοιάζουν με μαχαιριές θα με κυνηγούν μέχρι και το τέλος της ζωής μου. Τα αίματα, οι φωνές, τα κλάματα, δεν μου είναι εύκολο… Θα πονάω μέχρι να πεθάνω.

Βιάστηκαν πολλές κοπέλες και είμαι σίγουρη ότι και εκείνες πονάνε ακόμα, σιχαίνονται, θυμώνουν, κλαίνε κρυφά τα βράδια. 

Δεν ήταν όμως μόνο ο βιασμός που μου “σκότωσε” τη ψυχή…

Ήταν και ο θάνατος του αδελφού μου και του θείου μου. Θυμάμαι τη μάνα μου που έσκυβε πάνω από τα κεφάλια μας και έκλεγε. Τα δάκρυα της έτρεχαν χωρίς σταματημό πάνω στα μαλλιά μας και ο πόνος της “έπνιγε” και τη δική μας ψυχή.

 Θεέ μου!!! Γιατί άφησες να γίνει αυτό το κακό; Και νεκροί θα πονάμε!»

«Άρπαξαν από την αγκαλιά μου και τα 3 μου μωρά. Δεν τα είδα ποτέ ξανά… Όσο αντέχει η ψυχή…»

IMG_1092.JPG

Η συγκλονιστική μαρτυρία της κυρίας Χρυστάλλας Κυριάκου (ant1.com.cy  2017):

«Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος το 1974,ο άντρας μου πήγε στην Κερύνεια ως έφεδρος. Οι γονείς του έμεναν στον Άγιο Μέμνων αλλά επειδή φοβόντουσαν να με αφήσουν μόνη με 3 παιδιά, ήρθαν στην Κάτω Δερύνεια  να μας πάρουν και να πάμε όλοι μαζί στο Λιοπέτρι. 

Ο πεθερός μου είχε ένα βαν αυτοκίνητο που το οδηγούσε ο κουνιάδος μου και ήμασταν μέσα 15 άτομα. Κάποια στιγμή, ο πεθερός μου, άκουσε στο ραδιόφωνο να λένε ότι ο κόσμος μπορεί να επιστρέψει στην Αμμόχωστο. Έτσι, αποφασίσαμε να επιστρέψουμε πίσω στο σπίτι μου… 

Μόλις φτάσαμε στο χωριό, μας σταμάτησαν Τούρκοι στρατιώτες. Επειδή ο κουνιάδος μου φορούσε κυνηγετικά χακί ρούχα, τον συνέλαβαν και από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς. 

Τους υπόλοιπους, μας ανάγκασαν να περπατήσουμε μέχρι τους κήπους του Perdjana. Εκεί υπήρχαν 300 άτομα. Κάποια στιγμή, με ρώτησαν πού πηγαίναμε με το αυτοκίνητο. Τους είπα στο σπίτι μου γιατί θέλαμε να πάρουμε μερικά ρούχα για τα παιδιά. 

 Ήταν περίπου 20 Τούρκοι στρατιώτες αλλά και 6 Τουρκοκύπριοι, που προφανώς ήταν εκεί για να μεταφράζουν. Στη συνέχεια, μας συνόδευσαν μέχρι το σπίτι μου και μας είπαν: «Σας αφήνουμε να μείνετε και θα σας παρακολουθούμε. Αν κάποιος προσπαθήσει να διαφύγει, θα έρθουμε πίσω και θα σας σκοτώσουμε όλους». Μείναμε στο σπίτι μου από τις 17 μέχρι τις 19 Αυγούστου. Μαζί μου ήταν: O πεθερός μου, η πεθερά μου, μια γειτόνισσα, ένα ζευγάρι με τις 2 τους κόρες, η κουνιάδα μου με τα 3 της παιδιά, μια φίλη του κουνιάδου μου και ο αδελφός μου ο Άλκης.

Στις 19 Αυγούστου…

Είχαν γενέθλια οι δίδυμες κόρες μου, γινόντουσαν 3 ετών. Δυστυχώς, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ήρθαν ξανά οι Τούρκοι στο σπίτι…

Μας έβριζαν και φώναζαν. Μπήκαν μέσα και ζήτησαν να τους ακολουθήσουν όλοι εκτός εγώ και οι 2 κόρες της Ανδρονίκης και του Σαββή. Προσπάθησα να κρατήσω τα παιδιά μου, να τα γλυτώσω από τα χέρια τους αλλά ένας από τους στρατιώτες, με χτύπησε. Η κουνιάδα μου, θέλησε να με καθησυχάσει και μου είπε: «Μην ανησυχείς θα τους προσέχω εγώ». Φεύγοντας, ένας στρατιώτης μας είπε: «Εσείς μείνετε στο σπίτι, θα τους πάρουμε και θα έρθουμε πίσω να πάρουμε και εσάς». 

Από τότε δεν είδα ξανά τα παιδιά μου…

Εγώ μαζί με τα άλλα 2 κορίτσια, καταφέραμε να φύγουμε από το πίσω μέρος του σπιτιού και να περπατήσουμε μέχρι το χωριό Σωτήρα. Είχα αδελφό παντρεμένο εκεί και πήγαμε στο σπίτι του. 
Ο αδελφός μου ο Άλκης, κατάφερε να τους ξεφύγει. Όταν γύρισε, πέταξα από τη χαρά μου, νόμιζα ότι σύντομα θα έβλεπα και τα παιδιά μου, θα τους έβλεπα όλους αλλά δυστυχώς…

Ο Άλκης, μας είπε ότι πρώτα τους πήγαν σε ένα σπίτι, το τελευταίο του χωριού και στη συνέχεια σε ένα περιβόλι με πορτοκαλιές. Ο πεθερός μου που μιλούσε τούρκικα, τους είπε πως ήταν μεγάλη αδικία να σκοτώσουν τα μικρά παιδιά. Εκείνοι θύμωσαν και η κουνιάδα μου που τους άκουγε, άρχισε να κλαίει και να φωνάζει, είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Οι Τούρκοι στρατιώτες την πυροβόλησαν στον ώμο και όταν την είδε μέσα στα αίματα ο Άλκης, φοβήθηκε τόσο πολύ που άρχισε να τρέχει. Άκουγε πυροβολισμούς αλλά δεν κοιτούσε πίσω. Μαζί με τον Άλκη κατάφερε να σωθεί και η Χριστίνα, η φίλη του κουνιάδου μου. Πήγε στο Παραλίμνι και μετά από αρκετό καιρό, κατάφερα να την δω. Μου είπε ότι δεν είχαν σκοτώσει τα παιδιά μου. 

Αγνοούμενοι είναι… 

Οι δίδυμες κόρες μου Κίκα και Μαρία. Θεέ μου!!! Δεν μπορώ να πιστέψω ότι την ημέρα των γενεθλίων τους χάθηκαν… 
Ο γιος μου ο Ανδρέας που ήταν 5 χρονών. Το αγοράκι μου… 
Η πεθερά μου η Αντριανή και ο πεθερός μου ο Κυριάκος
Η κουνιάδα μου η Σωτήρα με τα παιδιά της, τον 12χρονο Τάσο, τη 10χρονη Κούλα και τον 8χρονο Χρίστο
Ο κουνιάδος μου ο Γιώργος
Το ζευγάρι που έμενε στο σπίτι μας, η Ανδρονίκη και ο Σαββής.
Η γειτόνισσα μας η Μαρίτσα».

«Όταν την πλησίασα ζούσε ακόμη. Χτυπιόταν και αιμορραγούσε από κάτω.  Έπειτα από λίγο έσβησε»

 

Atıllas 4.jpg

Μαρτυρία Τούρκου αξιωματικού (Ελευθεροτυπία  2009):

«Είδα πολλούς νεκρούς. Και αμάχους. Τα χωράφια ήταν γεμάτα νεκρούς αμάχους. Πολύ άσχημη ιστορία. Στην Κύπρο έμαθα ότι και οι πεθαμένοι κινούνται. Ήταν τέτοια η ζέστη, που τα πτώματα φούσκωναν και άλλαζαν πλευρά. Αφόρητη βρώμα. Πολλοί αξιωματικοί ήταν κατά των αγριοτήτων. Αλλά τι να προλάβουν; Ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε.

 Απ’ όσα είδα, μια ιστορία ήταν και η πιο απάνθρωπη. Συνέβη στο χωριό Τύμπου, όπου και είχαμε πάει για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Όλοι οι κάτοικοι είχαν φύγει…. Έτρεξα μέσα στο σπίτι και την είδα. Ήταν πεσμένη στο πάτωμα. Ήταν φανερό πως ήταν ένα καθυστερημένο κοριτσάκι που το είχαν αφήσει μόνο του.     

Είχε μικρά χέρια και ήταν μογγολάκι. Οι στρατιώτες έβαλαν τις κάννες των όπλων τους στη μήτρα της και έριξαν δύο ριπές.  Όταν την πλησίασα ζούσε ακόμη. Χτυπιόταν και αιμορραγούσε από κάτω.  Έπειτα από λίγο έσβησε. Ο διοικητής μας φώναξε τους δύο φαντάρους που σκότωσαν το κοριτσάκι και τους έδωσε συγχαρητήρια».    

«Οι Τούρκοι έκοψαν τα κεφάλια 10 νεκρών Ελλαδιτών και τα εκθέσανε προς φωτογράφιση στην Πύλη της ΕΛΔΥΚ»

Η μαρτυρία του βετεράνου Χανιώτη πολεμιστή, Λοχία κ. Ευάγγελου Μπραουδάκη (Χανιώτικα νέα 2016):

«Στις 14 Αυγούστου 1974 βρίσκουν ηρωικό θάνατο 84 Ελλαδίτες πολεμιστές της ΕΛΔΥΚ. Τα τουρκικά τανκς μπαίνουν μέσα στο στρατόπεδο των Ελλήνων και γίνονται μάχες σώμα με σώμα.
Σκοτώνεται ο λοχαγός Σταυριανάκος καθώς σκοπεύει τον επικεφαλής άρματος με το περίστροφό του. Η βολή του πυροβόλου του τανκς τον αποκεφαλίζει. Δίπλα του σκοτώνονται ηρωικά μαχόμενοι οι Χανιώτες, Λοχίας Μιχάλης Χαιρετάκης του Λόχου Διοικήσεως Συντάγματος και ο Στρατιώτης Μάριος Βολακάκης, της Διμοιρίας Μηχανικού. Ο Διοικητής του στρατοπέδου δίδει διαταγή εγκατάλειψης του χώρου. Έτσι σώζονται οι υπόλοιποι από μία άνιση μάχη.

Σύμφωνα με Βρετανό δημοσιογράφο οι Τούρκοι έκοψαν τα κεφάλια 10 νεκρών Ελλαδιτών και τα εκθέσανε προς φωτογράφιση στην Πύλη της ΕΛΔΥΚ».

«Επείραξαμε οι Τούρτζοι τζιαι φοούμε». Όσο αντέχει η ψυχή…»

Η Μαρτυρία της κυρίας Ελένης από το Αυγόρου (ant1.com.cy  2016)

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ  εκείνο το απόγευμα που πήγαμε να δούμε τη ξαδέρφη μου και νονά του γιού μου…

Στεκόμουν μαζί της έξω από το τσαντίρι τους και μιλούσαμε. Δίπλα έμενε μια οικογένεια που είχε μια κόρη 14 ετών. Κάποια στιγμή το κορίτσι με πλησίασε και χωρίς να με ξέρει μου είπε: «Θεία, έρκεσε μαζί μου στο αποχωρητήριο;» Μου έκανε φοβερή εντύπωση το γεγονός ότι, την ώρα που μου μιλούσε έτρεμε. Της είπα πως είναι πολύ κοντά και δεν χρειαζόταν να πάω μαζί της, να πάει μόνη της και θα την έβλεπα. Εκείνη επέμενε. Την ρώτησα γιατί φοβόταν τόσο πολύ και μου απάντησε: «Επείραξαμε οι Τούρτζοι τζιαι φοούμε». Εκείνη τη στιγμή ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, έγινε χίλια κομμάτια η καρδιά μου.

Καθώς προχωρούσαμε, τη ρώτησα γιατί δεν της φορούσαν γεροντικά ρούχα όπως έκαναν οι περισσότερες μανάδες. Μου είπε πως φορούσε αλλά την κατάλαβαν, ήταν τουρκοκύπριοι που ήξεραν.  Μου είπε τόσα πολλά που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ…

Σαράντα δυο χρόνια πέρασαν και είναι σαν να ακούω ακόμα τη φωνή της: «Επόνησα πολλά άθεια». Δεν την έχω δει ποτέ ξανά, δεν έμαθα που πήγαν μετά, που ζει τώρα. Σήμερα θα είναι 56 ετών και σίγουρα θα έκανε τη δική της οικογένεια, τα δικά της παιδιά. Εύχομαι να είναι καλά, να κατάφερε να ξεχάσει, να μην πονάει καθόλου πια η ψυχή της».

Το 2011 οι εκταφές για τους αγνοούμενους έφεραν στο φως άλλο ένα αποτρόπαιο έγκλημα…

Βρέθηκαν αποκεφαλισμένοι οι αγνοούμενοι Χριστόδουλος Κούρης και ο ιερέας της Αγκαστίνας Ιωάννης Παπαεπιφανίου.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο ιερέας συνελήφθη στο χωριό του και μεταφέρθηκε στη Μια Μηλιά. Αφού τον βασάνισαν, τον έβαλαν να ανοίξει τον τάφο του. Στη συνέχεια τον πυροβόλησαν και τον πέταξαν μέσα στον τάφο που τον έβαλαν να ανοίξει. Ο ιερέας όμως επειδή ήταν ψηλός και δεν τον χωρούσε ο τάφος, του έκοψαν τα κάτω άκρα και το κεφάλι προκειμένου να χωρέσει.

Πέρασαν 48 ολόκληρα χρόνια…

Οι πληγές ακόμα να επουλωθούνΣίγουρα κάποιοι “έφυγαν”,  κάποιοι κουράστηκαν, κάποιοι δεν νοιάζονται, δεν σημαίνει όμως ότι οι υπόλοιποι πρέπει να πάψουμε να ονειρευόμαστε μια ελεύθερη Κύπρο. 

 

Atıllas 5.jpg