Η απουσία αεροπορικών επιδρομών στο Ιράν δεν ισοδυναμεί ακόμη με Ειρήνη και πως θα μπορούσε άλλωστε. Η Τεχεράνη αποφεύγει συνειδητά να χαρακτηρίσει την προσωρινή παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων ως κατάπαυση του πυρός και, κυρίως, δεν δείχνει καμία βιασύνη να επιστρέψει στο τραπέζι των άμεσων συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πίσω από αυτή τη στάση δεν βρίσκεται μόνο η ανάγκη του ιρανικού καθεστώτος να προβάλει αντοχή στο εσωτερικό του.
Βρίσκεται μια ευρύτερη γεωπολιτική εκτίμηση: ότι η αβεβαιότητα, η απειλή νέας σύγκρουσης και η δυνατότητα διατάραξης των ενεργειακών ροών προσφέρουν σήμερα στο Ιράν περισσότερα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα από όσα θα του έδινε μια βιαστική συμφωνία.
Η ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας εμφανίζεται να πιστεύει ότι μπορεί να υπομείνει μεγαλύτερη στρατιωτική και οικονομική πίεση από εκείνη που είναι διατεθειμένος να αναλάβει πολιτικά ο Ντόναλντ Τραμπ. Το ιρανικό στοίχημα είναι ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος, αντιμέτωπος με την αύξηση των τιμών της ενέργειας, τις πιέσεις στην αμερικανική οικονομία και τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής, θα επιδιώξει τελικά έναν συμβιβασμό πιο κοντά στις απαιτήσεις της Τεχεράνης.
Η παύση των επιθέσεων ως εργαλείο και όχι ως εκεχειρία
Η ιρανική διπλωματία επιμένει ότι δεν υπάρχει συμφωνημένη κατάπαυση του πυρός. Η διατύπωση αυτή επιτρέπει στην Τεχεράνη να διατηρεί την πίεση προς την Ουάσιγκτον χωρίς να αναλαμβάνει δεσμεύσεις, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει την αναστολή των επιθέσεων ως αποτέλεσμα της δικής της στρατιωτικής αντοχής και όχι ως προϊόν αμερικανικής πρωτοβουλίας.
Με αυτόν τον τρόπο, το Ιράν επιχειρεί να επιβάλει τη δική του ερμηνεία για την προσωρινή αποκλιμάκωση: δεν πρόκειται, σύμφωνα με το αφήγημά του, για μια ανάπαυλα που του παραχωρήθηκε επειδή βρίσκεται σε δυσχερή θέση, αλλά για μια κατάσταση ισορροπίας στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατάφεραν να επιβάλουν τους όρους τους.
Η ρητορική περί «στρατηγικής ήττας του εχθρού» εξυπηρετεί πρωτίστως το εσωτερικό ακροατήριο. Μετά τις καταστροφές, τις στρατιωτικές απώλειες και τη συνεχιζόμενη πίεση στην οικονομία, η ιρανική ηγεσία χρειάζεται να παρουσιάσει τη σύγκρουση ως απόδειξη της αντοχής του συστήματος. Η παραδοχή ότι η χώρα επιδιώκει επειγόντως συνομιλίες θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση αδυναμίας.
Παράλληλα, η άρνηση άμεσων διαπραγματεύσεων προστατεύει την Τεχεράνη από το ενδεχόμενο να συρθεί σε συνομιλίες υπό την απειλή νέων αμερικανικών επιδρομών. Το Ιράν δεν θέλει απλώς την επανέναρξη ενός διαλόγου. Θέλει να αλλάξει τους όρους με τους οποίους θα διεξαχθεί.
Ο πραγματικός στόχος βρίσκεται στα Στενά του Ορμούζ
Στον πυρήνα της ιρανικής στρατηγικής βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι η στρατιωτική της ισχύς δεν μπορεί να συγκριθεί συνολικά με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Διαθέτει, όμως, τη δυνατότητα να προκαλέσει δυσανάλογο κόστος στην παγκόσμια οικονομία, επηρεάζοντας τη ναυσιπλοΐα σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές διόδους του πλανήτη.
Για το Ιράν, επομένως, τα Στενά δεν αποτελούν μόνο αμυντικό μοχλό ή απειλή αντιποίνων. Αποτελούν το κυριότερο μέσο μέσω του οποίου επιχειρεί να μετατρέψει μια άνιση στρατιωτική αντιπαράθεση σε πιο ισορροπημένη πολιτική διαπραγμάτευση.
Η ιρανική επιδίωξη φαίνεται να υπερβαίνει τη διασφάλιση της ελεύθερης διέλευσης των δικών του πλοίων. Η Τεχεράνη επιδιώκει αναγνώριση του ρόλου της στη διαχείριση και στην ασφάλεια της θαλάσσιας οδού. Μια τέτοια αναγνώριση θα ενίσχυε τη θέση της ως περιφερειακής δύναμης και θα περιόριζε τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλλουν αποκλεισμούς ή να ελέγχουν μονομερώς τις ενεργειακές ροές.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι συνομιλίες που αναγνωρίζει δημοσίως η Τεχεράνη δεν αφορούν απευθείας επαφή με την Ουάσιγκτον, αλλά διαμεσολάβηση από χώρες όπως το Ομάν, το Κατάρ και το Πακιστάν. Το Ιράν προτιμά μια πολυμερή διαδικασία, στην οποία το ζήτημα των Στενών θα αντιμετωπίζεται ως περιφερειακό πρόβλημα ασφάλειας και όχι αποκλειστικά ως αμερικανοϊρανική διαφορά.
Η διαφορά αυτή είναι θεμελιώδης. Σε μια απευθείας διαπραγμάτευση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν θα εμφανιζόταν ως η πλευρά που καλείται να σταματήσει τις ενέργειές της. Σε ένα ευρύτερο περιφερειακό σχήμα, μπορεί να παρουσιάζεται ως απαραίτητος συνδιαμορφωτής της ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο.
Το στοίχημα της πολιτικής αντοχής
Η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται περισσότερο στην πολιτική παρά στη στρατιωτική ισορροπία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν νέες επιδρομές και να προκαλέσουν ακόμη μεγαλύτερες ζημιές στις ιρανικές στρατιωτικές και οικονομικές υποδομές. Ωστόσο, κάθε νέα κλιμάκωση ενισχύει τον κίνδυνο απότομης ανόδου των τιμών του πετρελαίου και των καυσίμων, προκαλώντας άμεσες συνέπειες για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Το Ιράν επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την οικονομική πίεση σε πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι μια κυβέρνηση η οποία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εικόνα της οικονομίας και στην τιμή της βενζίνης θα δυσκολευτεί να συντηρήσει μια σύγκρουση χωρίς καθαρό και γρήγορο αποτέλεσμα.
Παράλληλα, η ιρανική ηγεσία γνωρίζει ότι ο Τραμπ επιθυμεί να εμφανίζεται ως ο ηγέτης που επιβάλλει συμφωνίες και όχι ως Πρόεδρος που εγκλωβίζεται σε μακροχρόνιους πολέμους στη Μέση Ανατολή. Η Τεχεράνη ποντάρει ακριβώς σε αυτή την αντίφαση: ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος θέλει να προβάλλει στρατιωτική αποφασιστικότητα, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται μια συμφωνία που θα μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη.
Από ιρανικής πλευράς, όσο η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να επιβάλει πλήρη στρατιωτική λύση χωρίς σημαντικό οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος, η αναμονή θεωρείται προτιμότερη από την υποχώρηση.
Η περιφερειακή διάσταση της ιρανικής στρατηγικής
Η στάση της Τεχεράνης συνδέεται και με τον ευρύτερο στόχο της να διατηρήσει τη θέση της ως αναντικατάστατης περιφερειακής δύναμης. Το Ιράν δεν επιδιώκει απλώς την επιβίωση του καθεστώτος ή την άρση της άμεσης στρατιωτικής πίεσης.
Επιδιώκει να αποτρέψει τη δημιουργία μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο από την οποία θα έχει αποκλειστεί.
Μια συμφωνία που θα περιόριζε τον ρόλο του στα Στενά του Ορμούζ ή θα επέτρεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες να ελέγχουν τη ναυσιπλοΐα χωρίς ιρανική συμμετοχή θα αποτελούσε στρατηγική ήττα, ακόμη και αν συνοδευόταν από παύση των επιθέσεων.
Αντίθετα, η αναγνώριση ενός ιρανικού ρόλου στη διαχείριση της θαλάσσιας ασφάλειας θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να υποστηρίξει ότι, παρά τη στρατιωτική πίεση, διατήρησε την περιφερειακή της επιρροή και ανάγκασε τις Ηνωμένες Πολιτείες να την αντιμετωπίσουν ως ισότιμο συνομιλητή.
Η θέση αυτή ενδιαφέρει άμεσα και τα κράτη του Κόλπου. Οι χώρες που εξαρτώνται από την απρόσκοπτη εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν επιθυμούν ούτε έναν μόνιμο ιρανικό έλεγχο της ναυσιπλοΐας ούτε μια αμερικανική στρατιωτική κλιμάκωση που θα μπορούσε να παραλύσει τις εξαγωγές τους. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι ο φόβος μιας γενικευμένης ενεργειακής κρίσης ωθεί τις περιφερειακές κυβερνήσεις να πιέζουν για συμβιβασμό.
Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν διαπραγματεύεται μόνο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διαπραγματεύεται εμμέσως με ολόκληρη την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Ο κίνδυνος της υπερεκτίμησης
Η ιρανική στρατηγική, ωστόσο, ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Η Τεχεράνη μπορεί να θεωρεί ότι η απειλή για τα Στενά του Ορμούζ της προσφέρει αποφασιστικό πλεονέκτημα, όμως η παρατεταμένη παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της.
Οι μεγάλες εισαγωγικές χώρες, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τα αραβικά κράτη του Κόλπου και οι ασιατικές οικονομίες δύσκολα θα αποδέχονταν ένα καθεστώς στο οποίο το Ιράν θα μπορούσε να επιβάλλει μονομερείς όρους ή οικονομικά ανταλλάγματα στα διερχόμενα πλοία.
Ακόμη και χώρες που επιθυμούν την αποκλιμάκωση δεν θα ήθελαν να δημιουργηθεί προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο μία περιφερειακή δύναμη μπορεί να χρησιμοποιεί μια διεθνή θαλάσσια οδό ως εργαλείο πολιτικού καταναγκασμού.
Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος η Τεχεράνη να υποτιμά την προθυμία του Τραμπ να επιστρέψει στη στρατιωτική επιλογή. Εάν ο Λευκός Οίκος καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια συμφωνία θα εμφανίζεται ως παραχώρηση του ελέγχου των Στενών στο Ιράν, η επανάληψη των αεροπορικών επιδρομών μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά προτιμότερη.
Η προσωρινή ισορροπία, επομένως, είναι εξαιρετικά ασταθής. Το Ιράν μπορεί να αντέχει την πίεση, αλλά η οικονομία του εξακολουθεί να φθείρεται από τον αποκλεισμό, τις καταστροφές και την αβεβαιότητα. Κάθε ημέρα χωρίς οριστική συμφωνία ενισχύει ορισμένα από τα διαπραγματευτικά του χαρτιά, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος για την ίδια τη χώρα.
Η απροθυμία του Ιράν να επιστρέψει άμεσα στις συνομιλίες δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη απορρίπτει μια συμφωνία. Σημαίνει ότι δεν επιθυμεί να διαπραγματευτεί από τη θέση του ηττημένου.
Η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να αποδείξει ότι η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν αρκεί για την επιβολή μιας βιώσιμης περιφερειακής τάξης. Μέσω των Στενών του Ορμούζ, των ενεργειακών τιμών και της απειλής νέας κλιμάκωσης, θέλει να καταστήσει σαφές ότι καμία συμφωνία για την επόμενη ημέρα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη δική της συμμετοχή.
Η τελική αναμέτρηση δεν αφορά, επομένως, μόνο το αν θα επαναληφθούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αφορά το ποια πλευρά θα καθορίσει τους όρους της αποκλιμάκωσης.
Το Ιράν θεωρεί ότι μπορεί να μετατρέψει την ικανότητά του να προκαλεί αστάθεια σε επίσημη αναγνώριση της περιφερειακής του ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη πλευρά, δεν μπορούν εύκολα να αποδεχθούν μια συμφωνία που θα εμφανίζει την Τεχεράνη να ανταμείβεται για το κλείσιμο ή τον περιορισμό μιας διεθνούς θαλάσσιας αρτηρίας.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ασυμβίβαστες επιδιώξεις βρίσκεται η σημερινή εύθραυστη παύση. Δεν είναι ακόμη ειρήνη, ούτε όμως απλή αναμονή για τον επόμενο γύρο των επιθέσεων. Είναι η συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα - με το Ιράν να ποντάρει ότι η γεωγραφία, το πετρέλαιο και ο πολιτικός χρόνος μπορούν να αντισταθμίσουν την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Πηγή: protothema.gr