Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φ

Πριν από πέντε χρόνια, η Δύση βρέθηκε στα πρόθυρα σοβαρής διπλωματικής κρίσης με τη σύμμαχο στο ΝΑΤΟ, Τουρκία, όταν δέκα πρεσβευτές ζήτησαν την απελευθέρωση ενός άνδρα που θεωρούσαν πολιτικό κρατούμενο, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος διέταξε την απέλασή τους.

Ύστερα από δύο ημέρες έντονων διαβουλεύσεων το 2021, οι δύο πλευρές υποχώρησαν, με τους πρεσβευτές των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Καναδά και άλλων χωρών να εκδίδουν συμβιβαστικές δηλώσεις και τον Ερντογάν να δηλώνει ότι στο μέλλον θα είναι πιο προσεκτικοί.

Και πράγματι ήταν. Όπως μεταδίδει το Reuters, από τότε – και ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ένα χρόνο αργότερα, που αύξησε το αίσθημα ανασφάλειας στην Ευρώπη – η Δύση έχει αποφύγει σε μεγάλο βαθμό να εκφράζει δημόσια ανησυχίες για το ιστορικό της Τουρκίας όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες, δίνοντας προτεραιότητα στην ενίσχυση των σχέσεων ασφάλειας με την περιφερειακή στρατιωτική δύναμη και σημαντικό εξαγωγέα οπλικών συστημάτων.

Η μετατόπιση αυτή της δυτικής διπλωματίας αναμένεται να αποτυπωθεί και στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου. Σύμφωνα με Δυτικούς και Τούρκους διπλωμάτες που συμμετέχουν στην προετοιμασία της Συνόδου, οι ηγέτες των 32 κρατών-μελών δεν αναμένεται να επικρίνουν τη χωρίς προηγούμενο δικαστική καταστολή κατά του κύριου κόμματος της αντιπολίτευσης, του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης του υποψηφίου του για την προεδρία και Δημάρχου Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, βασικού πολιτικού αντιπάλου του Ερντογάν.

Σιωπή της Δύσης

Ορισμένοι επικριτές της κυβέρνησης Ερντογάν θεωρούν ότι η σχετική σιωπή της Δύσης ενθαρρύνει την αυταρχική πορεία της Τουρκίας, απομονώνει την αντιπολίτευση και αγνοεί τις ιδρυτικές αρχές του ΝΑΤΟ περί δημοκρατίας και κράτους δικαίου.

«Παραμένει σημαντικό η Δύση να συνεχίσει να επισημαίνει τη διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών στην Τουρκία, διότι η πορεία δεν είναι μη αναστρέψιμη και η Τουρκία δεν έχει χαθεί οριστικά», δήλωσε στο Reuters ο Ντέιβιντ Σάτερφιλντ, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα και νυν διευθυντής του Baker Institute for Public Policy.

«Είναι σημαντικό οι Τούρκοι να ακούνε και άλλους να μιλούν με αυτόν τον τρόπο για το πολιτικό τους σύστημα», πρόσθεσε.

Το γραφείο του Ερντογάν δεν απάντησε σε αίτημα του Reuters για σχολιασμό. Ο Σάτερφιλντ απέρριψε επίσης την άποψη ότι η δημόσια υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έβλαψε τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή της δεύτερης διακυβέρνησης του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποφεύγει τις αναφορές στις δημοκρατικές αξίες δεν συνέβαλε στη βελτίωση των διμερών σχέσεων.

Ο Ερντογάν είχε ζητήσει το 2021 να κηρυχθεί ο Σάτερφιλντ, μαζί με ακόμη εννέα Δυτικούς πρεσβευτές, «ανεπιθύμητο πρόσωπο» (persona non grata), μετά την κοινή έκκλησή τους για την απελευθέρωση του φυλακισμένου επιχειρηματία και φιλάνθρωπου Οσμάν Καβαλά, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεσή του έπληττε την τουρκική δημοκρατία.

Ο Καβαλά, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή σχεδόν εννέα χρόνια, αντιμετωπίζει ποινή ισόβιας κάθειρξης με την κατηγορία της απόπειρας ανατροπής της κυβέρνησης, κάτι που ο ίδιος αρνείται. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποφανθεί ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι κατηγορούμενοι στην ίδια υπόθεση θα πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, κρίνοντας παράλληλα ότι η κράτησή του αποσκοπούσε στη φίμωσή του.

Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), που βρίσκεται στην εξουσία επί 23 χρόνια, απορρίπτει τις επικρίσεις για τη δημοκρατική του λειτουργία και τις αιτιάσεις περί πολιτικοποιημένης Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη. Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν φυλακιστεί εκατοντάδες αιρετοί αξιωματούχοι και στελέχη του CHP, ενώ ο ηγέτης του κόμματος έχει απομακρυνθεί από το αξίωμά του, σε μια εξέλιξη που το CHP χαρακτηρίζει «δικαστικό πραξικόπημα».

Συλλήψεις και περιορισμοί πριν από τη Σύνοδο

Προκαλώντας ανησυχία σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενόψει της Συνόδου του ΝΑΤΟ, οι τουρκικές αρχές αρνήθηκαν τη διαπίστευση σε δεκάδες δημοσιογράφους ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης, ενώ προχώρησαν και στη σύλληψη περισσότερων από 200 ατόμων, επικαλούμενες λόγους ασφαλείας.

Το γραφείο του Ερντογάν δεν σχολίασε τις απορρίψεις των αιτήσεων διαπίστευσης, ενώ το ΝΑΤΟ δήλωσε ότι βασίζεται στην καθοδήγηση της χώρας υποδοχής για τέτοια ζητήματα.

Ερωτηθείς εάν η Συμμαχία σκοπεύει να θέσει ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη Σύνοδο, αξιωματούχος του ΝΑΤΟ παρέπεμψε σε προηγούμενη ανακοίνωση σχετικά με τις διαπιστεύσεις, επισημαίνοντας ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική η φυσική παρουσία των δημοσιογράφων.

Η αμερικανική πρεσβεία στην Άγκυρα δεν σχολίασε άμεσα τυχόν αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας. Ελάχιστες δυτικές πρωτεύουσες έχουν τοποθετηθεί δημόσια για την καταστολή κατά του CHP, ενώ ορισμένοι Δυτικοί διπλωμάτες εκτιμούν ότι η δημόσια κριτική προς την Άγκυρα δεν συμβάλλει στην ανάσχεση της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης και προτιμούν να εγείρουν τις ανησυχίες τους ιδιωτικά προς τις τουρκικές αρχές.

Ο Τραμπ βλέπει τον Ερντογάν ως φίλο

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ σηματοδοτεί την πρώτη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στην Τουρκία ως Προέδρου των ΗΠΑ. Αναμένεται επίσης να έχει διμερή συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο αποκαλεί συχνά φίλο, γεγονός που υπογραμμίζει το θερμότερο κλίμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις των τελευταίων ετών.

Η Άγκυρα επιδιώκει η Σύνοδος να αναδείξει την ενότητα της Συμμαχίας και να συμβάλει στην επέκταση των συνεργασιών στην αμυντική βιομηχανία. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, δήλωσε ότι θα ανακοινωθούν συμφωνίες αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Σύμφωνα με το Reuters, oι σύμμαχοι θεωρούν ολοένα και περισσότερο την Τουρκία, η οποία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και αποτελεί κορυφαίο εξαγωγέα μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ως βασικό ανάχωμα απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.

Η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ ακολουθεί προηγούμενες εντάσεις, όπως η καθυστέρηση που προκάλεσε η Άγκυρα στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στη Συμμαχία το 2022 και το 2023, παράλληλα με τις σχετικά καλές σχέσεις της με τη Μόσχα.