Πριν από το δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit, ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, είχε προειδοποιήσει ότι η αμερικανική τράπεζα θα μπορούσε να μεταφέρει έως και 4.000 θέσεις εργασίας εκτός Βρετανίας, συμμετέχοντας σε ένα κύμα προειδοποιήσεων ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπληττε σοβαρά τον χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας.
Δέκα χρόνια αργότερα, η JPMorgan σχεδιάζει την ανέγερση νέου πύργου στο Canary Wharf του Λονδίνου, ο οποίος θα μπορεί να φιλοξενήσει έως και 12.000 εργαζομένους. Η Υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς χαρακτήρισε την επένδυση «ψήφο εμπιστοσύνης πολλών δισεκατομμυρίων λιρών» προς το Ηνωμένο Βασίλειο.
Φιντάν: Εάν η Τουρκία ήταν μέλος της ΕΕ δεν θα είχαμε δει Brexit
Προειδοποιούν τους φοιτητές: «Μην μένετε στη Βρετανία μετά τη λήξη της βίζας σας»
Και άλλοι δείκτες υποδηλώνουν ότι η βρετανική χρηματοπιστωτική βιομηχανία άντεξε καλύτερα από ό,τι πολλοί ανέμεναν. Η απασχόληση στο City του Λονδίνου βρίσκεται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ οι τράπεζες καταγράφουν κέρδη-ρεκόρ.
Ωστόσο, συνεντεύξεις στελεχών και στοιχεία που εξέτασε το Reuters σκιαγραφούν μια πιο σύνθετη εικόνα. Η Βρετανία παραμένει σημαντικό χρηματοπιστωτικό κέντρο, αλλά η κυριαρχία της έχει περιοριστεί και η χώρα έχει καταστεί λιγότερο ελκυστική για ορισμένους επενδυτές.
«Το Brexit αποδυνάμωσε αναμφισβήτητα τη θέση του City», δήλωσε ο Μάικλ Μαϊνέλι, ο οποίος διετέλεσε Lord Mayor του City του Λονδίνου το 2023 και το 2024, επισημαίνοντας τη μεταφορά θέσεων εργασίας από το Λονδίνο σε πόλεις όπως το Παρίσι και το Δουβλίνο.
>> Κρίσιμη σύνοδος ΕΕ - Βρετανίας πέντε χρόνια μετά το Brexit-Τι θα βρεθεί στο επίκεντρο
Για να συνεχίσουν να εξυπηρετούν πελάτες στην ΕΕ, βρετανικές εταιρείες που έχασαν τα λεγόμενα «διαβατήρια» πρόσβασης στην ενιαία αγορά μετέφεραν περίπου 40.000 θέσεις εργασίας σε ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά κέντρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις της City of London Corporation.
Παρά ταύτα, η Βρετανία παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος προορισμός ξένων κεφαλαίων μετά τις ΗΠΑ, φιλοξενώντας πάνω από 12 τρισ. λίρες σε άμεσες ξένες επενδύσεις, επενδύσεις χαρτοφυλακίου και διασυνοριακές καταθέσεις στα τέλη του 2025. Ωστόσο, το μερίδιό της στο παγκόσμιο επενδυτικό κεφάλαιο μειώθηκε από 8,6% το 2015 σε 7% το 2025.
Σύμφωνα με τη συμβουλευτική εταιρεία New Financial, η Βρετανία έχει χάσει μερίδιο αγοράς σε 10 από τις 12 βασικές κατηγορίες διεθνούς χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών συναλλάγματος, των δημόσιων εγγραφών και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
Τα υψηλά επιτόκια και η απορρύθμιση στήριξαν τον κλάδο
Η ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα αποδίδεται εν μέρει στην αύξηση των επιτοκίων μετά την πανδημία, η οποία ενίσχυσε σημαντικά τα έσοδα των τραπεζών από δανεισμό. Παράλληλα, η κυβέρνηση των Εργατικών, που ανέλαβε την εξουσία το 2024, επιτάχυνε τη χαλάρωση ορισμένων κανονισμών, υποστηρίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 περιόρισαν την ανάπτυξη.
Το Λονδίνο επωφελήθηκε επίσης από μεγαλύτερη ευελιξία μετά το Brexit στην τροποποίηση ευρωπαϊκών κανονισμών, όπως το πλαίσιο Solvency II για τις ασφαλιστικές εταιρείες. Σύμφωνα με την London Market Group, τα ακαθάριστα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα έχουν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 187 δισ. δολάρια.
Παράλληλα, η βρετανική πρωτεύουσα εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (fintech), με τη Revolut να αποτελεί πλέον την πολυτιμότερη fintech εταιρεία της Ευρώπης, με αποτίμηση 75 δισ. δολαρίων.
Η Βρετανία λιγότερο ελκυστική για επενδύσεις
Παρά την ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η ευρύτερη βρετανική οικονομία αναπτύσσεται με βραδύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και ακόμη και με την ευρωζώνη. Οι επίσημοι δημοσιονομικοί αναλυτές της κυβέρνησης εκτιμούν ότι η μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα της οικονομίας θα είναι κατά 4% χαμηλότερη εξαιτίας του Brexit από ό,τι θα ήταν αν η χώρα είχε παραμείνει στην ΕΕ.
«Μπορεί κανείς να υποδείξει την ημέρα του Ιουνίου του 2016 ως τη στιγμή που το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε στην πράξη λιγότερο ελκυστικός τόπος για επενδύσεις», δήλωσε ο επικεφαλής επενδύσεων της Premier Miton, Νιλ Μπίρελ.
Ταυτόχρονα, η πολιτική αστάθεια, με έξι διαφορετικούς Πρωθυπουργούς μέσα σε μία δεκαετία, συνέβαλε στην αύξηση του κόστους δανεισμού του βρετανικού δημοσίου και, κατ’ επέκταση, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
Παρά τις προκλήσεις, ο πρώην επικεφαλής του City, Μάικλ Μαϊνέλι, υποστηρίζει ότι ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να αξιοποιήσει πλήρως τις ευκαιρίες που δημιούργησε το Brexit στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
«Καθώς η ΕΕ δεν έχει προχωρήσει σημαντικά την τελευταία δεκαετία, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει χάσει τόσα πολλά όσο αναμενόταν», ανέφερε. «Το City παραμένει η βασική πύλη των κεφαλαιαγορών προς την Ευρώπη».