Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
τραμπ
EPA/FRANCIS CHUNG

Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ανέστειλε χθες, Τρίτη, την εντολή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για ανάπτυξη της εθνοφρουράς στο Σικάγο, προκαλώντας πλήγμα στην κυβέρνηση, η οποία είχε κινηθεί παρά τις έντονες αντιδράσεις των τοπικών δημοκρατικών αρχών.

Με απόφαση που ελήφθη με ψήφους 6 υπέρ και 3 κατά, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν παρουσίασε επαρκή νομική τεκμηρίωση που να δικαιολογεί την ανάπτυξη της εθνοφρουράς, η οποία, βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας, επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Έτσι, διατηρήθηκε σε ισχύ απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που είχε ήδη μπλοκάρει την κινητοποίηση.

Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος Posse Comitatus Act του 1878 απαγορεύει ρητά τη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ για επιχειρήσεις επιβολής της τάξης, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Η κυβέρνηση Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι η κινητοποίηση εκατοντάδων μελών της εθνοφρουράς ήταν αναγκαία για την προστασία ομοσπονδιακών δυνάμεων που εφαρμόζουν την πολιτική μαζικών απελάσεων παράτυπων μεταναστών. Από τον Λευκό Οίκο, η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Άμπιγκεϊλ Τζάκσον τόνισε ότι η απόφαση «δεν αναιρεί τη βούληση του προέδρου να προστατεύσει τις ομοσπονδιακές δυνάμεις και τα κτίρια».

Αντίθετα, ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Τζέι Μπι Πρίτσκερ, χαρακτήρισε την απόφαση «μεγάλη νίκη», κάνοντας λόγο για «σημαντικό βήμα προς την επιβράδυνση της πορείας του Τραμπ προς τον αυταρχισμό». Όπως δήλωσε, η εθνοφρουρά «δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται για πολιτικές σκοπιμότητες».

Η εθνοφρουρά, αν και αποτελεί εφεδρική δύναμη των ενόπλων δυνάμεων, υπάγεται κανονικά στους κυβερνήτες των πολιτειών και κινητοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών ή για αποστολές στο εξωτερικό.

Παραμένει ασαφές εάν η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δημιουργεί δεδικασμένο και για άλλες περιπτώσεις, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ έχει διατάξει αντίστοιχες αναπτύξεις φέτος στο Λος Άντζελες, στην Ουάσιγκτον και στο Μέμφις, στο πλαίσιο της εκστρατείας του κατά της εγκληματικότητας και της παράτυπης μετανάστευσης. Οι κινήσεις αυτές έχουν αμφισβητηθεί δικαστικά, με τους επικριτές να υποστηρίζουν ότι υπερβαίνουν τα όρια της προεδρικής εξουσίας.