Το μεταναστευτικό ξανανοίγει ένα από τα βαθύτερα ρήγματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή τη φορά με την Ισπανία στο επίκεντρο. Είκοσι δύο ηγέτες κρατών-μελών, ανάμεσά τους ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, στράφηκαν δημόσια κατά του Πέδρο Σάντσεθ, κατηγορώντας τον ότι η πολιτική του απέναντι στην παράτυπη μετανάστευση υπονομεύει την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης.
Αφορμή στάθηκε η αιφνίδια είσοδος περίπου 50.000 μεταναστών από το Μαρόκο στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη Βόρεια Αφρική. Αν και σχεδόν όλοι επέστρεψαν γρήγορα στο μαροκινό έδαφος και κανείς δεν πέρασε στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θεώρησαν ότι το επεισόδιο αποκάλυψε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα.
Στο στόχαστρο των επικρίσεων βρέθηκε κυρίως η απόφαση της κυβέρνησης Σάντσεθ να προχωρήσει στη νομιμοποίηση έως και 1,2 εκατομμυρίων παράτυπων μεταναστών. Οι 22 ηγέτες, σε κοινή επιστολή προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και τον Ιρλανδό πρωθυπουργό Μίχολ Μάρτιν, υποστηρίζουν ότι τέτοιου είδους πολιτικές λειτουργούν ως «παράγοντας έλξης» για νέες παράνομες αφίξεις και ζητούν αυστηρότερο ευρωπαϊκό συντονισμό.
«Έχουμε καθήκον να αποτρέψουμε αποτελεσματικά την παράνομη μετανάστευση, να ενισχύσουμε τα εξωτερικά σύνορα και να αντιμετωπίσουμε πολιτικές που μπορεί να λειτουργούν ως κίνητρο για παράτυπες εισόδους», αναφέρουν στην επιστολή τους. Παράλληλα, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναφοράς προσωρινών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Ζώνης Σένγκεν, εφόσον η κατάσταση επιδεινωθεί.
Η Μαδρίτη απορρίπτει κατηγορηματικά τη σύνδεση της κρίσης στη Θέουτα με το πρόγραμμα νομιμοποίησης. Σύμφωνα με την ισπανική κυβέρνηση, δικαίωμα ένταξης έχουν μόνο όσοι αποδείξουν ότι ζούσαν ήδη στην Ισπανία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2026 και είχαν συνεχή διαμονή στη χώρα για τουλάχιστον πέντε μήνες, ενώ η προθεσμία υποβολής αιτήσεων είχε λήξει πριν από τα γεγονότα στη Θέουτα. Με άλλα λόγια, κανείς από όσους εισήλθαν πρόσφατα δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί από τη ρύθμιση.
Οι εξηγήσεις αυτές δεν φαίνεται να έπεισαν τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Αντίθετα, η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο όταν η Τζόρτζια Μελόνι πρότεινε δημόσια να εξεταστεί η προσωρινή αποβολή της Ισπανίας από τη Ζώνη Σένγκεν, ενώ η Ιταλία ανακοίνωσε περιορισμούς στις μετακινήσεις από την Ισπανία προς ιταλικά λιμάνια και αεροδρόμια. Η Γαλλία, από την πλευρά της, ενίσχυσε τους συνοριακούς ελέγχους στα Πυρηναία.
Ο Σάντσεθ απάντησε με δική του επιστολή, επίσης προς την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεβάζοντας αισθητά τους τόνους. Κατηγόρησε τους ομολόγους του ότι ενεργούν με γνώμονα το εσωτερικό πολιτικό κόστος, κάνοντας λόγο για «εγωιστικές, πολωτικές και παράνομες» αντιδράσεις. Υποστήριξε ακόμη ότι οι προτάσεις για αποκλεισμό της Ισπανίας από τη Σένγκεν αντιβαίνουν τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο ανθρωπιστικό δίκαιο, ενώ υπονομεύουν την ίδια την αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός επιχείρησε επίσης να αντικρούσει τις αιτιάσεις περί ανεπαρκούς φύλαξης των συνόρων, σημειώνοντας ότι την τελευταία πενταετία η Ισπανία έχει καταγράψει σημαντικά λιγότερες παράτυπες αφίξεις από την Ιταλία. Υπενθύμισε ακόμη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού, όπως συνέβη το 2021 στα σύνορα Πολωνίας και Λευκορωσίας.
Η επιστολή κατά της Ισπανίας υπογράφεται, εκτός από τη Γερμανία και την Ιταλία, από τις κυβερνήσεις της Αυστρίας, του Βελγίου, της Βουλγαρίας, της Κροατίας, της Κύπρου, της Τσεχίας, της Δανίας, της Εσθονίας, της Φινλανδίας, της Ελλάδας, της Ουγγαρίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Μάλτας, της Ολλανδίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Σλοβακίας, της Σλοβενίας και της Σουηδίας.
Το επεισόδιο αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη μετατόπιση που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην ευρωπαϊκή συζήτηση για τη μετανάστευση. Η αυστηρότερη γραμμή δεν εκφράζεται πλέον μόνο από συντηρητικές ή εθνικιστικές κυβερνήσεις. Το γεγονός ότι ανάμεσα στους επικριτές του Σάντσεθ βρίσκονται και κεντροαριστεροί ηγέτες, όπως η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν, δείχνει ότι η προστασία των εξωτερικών συνόρων και η αποτροπή νέων μεταναστευτικών ροών αποτελούν πλέον κοινό τόπο για ένα μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πηγή: lifo.gr