Οι αυστηρές αμερικανικές κυρώσεις κατά της ρωσικής Lukoil αποτέλεσαν ένα από τα κυρίαρχα θέματα της προηγούμενης εβδομάδας στον διεθνή Τύπο, καθώς απειλούν τα πολυδισεκατομμυριακά συμφέροντα της εταιρείας στο εξωτερικό και προκαλούν αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η αδυναμία της Lukoil να συνεχίσει τη δραστηριότητά της στο Ιράκ και σε άλλες χώρες αναδεικνύει τις ευρύτερες συνέπειες της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.
Παράλληλα, οι εξελίξεις στη Γάζα και τη Συρία διατηρούν στο προσκήνιο τη Μέση Ανατολή. Η UNRWA ζητά διεθνή στήριξη για την ανοικοδόμηση της Γάζας μετά τον διετή πόλεμο, ενώ η Le Monde τονίζει την επείγουσα ανάγκη άρσης των κυρώσεων στη Συρία για να στηριχθεί η νέα μεταβατική ηγεσία. Το σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα και η αδράνεια της ΕΕ προκαλούν έντονες αντιδράσεις.
Στην Ασία, η Ιαπωνία αντιμετωπίζει διπλωματική κρίση με την Κίνα, μετά τις δηλώσεις της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι για πιθανή στρατιωτική εμπλοκή στην Ταϊβάν. Στον πόλεμο της Ουκρανίας, η συζήτηση για πιθανή εκεχειρία επαναφέρει τα διλήμματα της Δύσης έναντι της Μόσχας. Οι παγκόσμιες συγκρούσεις που για μια ακόμη εβδομάδα μονοπώλησαν τα διεθνή πρωτοσέλιδα αποτυπώνουν έναν πλανήτη που ισορροπεί μεταξύ κυρώσεων, στρατιωτικών εντάσεων και αναζήτησης σταθερότητας.
Ο δυτικός Τύπος
Το άρθρο των Tim Lister και Mohammed Tawfeeq στο CNN με τίτλο «Τα πολυδισεκατομμυριακά περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής εταιρείας πετρελαίου στο εξωτερικό κινδυνεύουν καθώς οι αμερικανικές κυρώσεις αρχίζουν να πλήττουν» (11 Νοεμβρίου) αναλύει την κατάσταση της Lukoil, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λόγω των πρόσφατων κυρώσεων που επέβαλαν οι ΗΠΑ. Η ιρακινή κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν μπορεί πλέον να συνεργαστεί με τη Lukoil, η οποία κατέχει το 75% του γιγαντιαίου κοιτάσματος West Qurna-2, με ημερήσια παραγωγή που ξεπερνά τα 400.000 βαρέλια. Η εταιρεία επικαλέστηκε λόγους ανωτέρας βίας, καθώς αδυνατεί να πληρώσει τους εργαζόμενους λόγω των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στις 22 Οκτωβρίου από την κυβέρνηση Τραμπ. Η προσπάθειά της να μεταβιβάσει τις διεθνείς δραστηριότητές της σε αυστριακή εταιρεία απορρίφθηκε ύστερα από παρέμβαση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Οι κυρώσεις επηρεάζουν τις συναλλαγές μέσω του συστήματος SWIFT, ενώ η κρατική εταιρεία πετρελαίου του Ιράκ (SOMO) ανέστειλε τις πληρωμές για τον Νοέμβριο, οι οποίες αφορούσαν την πώληση τεσσάρων εκατομμυρίων βαρελιών. Η Lukoil έχει συμφέροντα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο Καζακστάν, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, με τις τοπικές αρχές να εξετάζουν το ενδεχόμενο κρατικοποίησης των διυλιστηρίων. Οι κυρώσεις πλήττουν επίσης θυγατρικές, όπως την Teboil στη Φινλανδία, προκαλώντας ελλείψεις καυσίμων.
Η ανάλυση του Ricardo Monreal στη La Prensa (ημερομηνία πρόσβασης 13 Νοεμβρίου) με τίτλο «Η τεχνητή νοημοσύνη στη γεωπολιτική: πόλεμοι δεδομένων και έλεγχος αφηγήσεων» εξετάζει πώς η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) έχει μετατραπεί σε στρατηγικό όπλο στη διεθνή πολιτική. Στη σύγχρονη εποχή, η ισχύς δεν μετριέται μόνο σε στρατιωτικούς ή ενεργειακούς όρους, αλλά στην ικανότητα συλλογής, επεξεργασίας και αξιοποίησης δεδομένων για την άσκηση επιρροής. Οι αλγόριθμοι λειτουργούν ως «αόρατοι στρατιώτες», καθορίζοντας τι περιεχόμενο βλέπουν οι πολίτες, τι πιστεύουν και πώς ενεργούν. Η ΤΝ, αξιοποιώντας μαζικά δεδομένα (big data), επιτρέπει τόσο την ανάλυση τεράστιων όγκων πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο όσο και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Το παράδειγμα των σχέσεων ΗΠΑ–Βενεζουέλας δείχνει πώς η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στο πεδίο του ψηφιακού πολέμου, με τις δύο πλευρές να χρησιμοποιούν τεχνολογικά εργαλεία για να ελέγξουν ή να επηρεάσουν την αφήγηση. Η σύγκρουση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία, για την κυριαρχία στα ψηφιακά οικοσυστήματα και τον έλεγχο των αλγορίθμων. Οι «πόλεμοι δεδομένων» αποτελούν πλέον αγώνα για πολιτική και πολιτισμική κυριαρχία, εγείροντας κρίσιμα ερωτήματα για τα όρια της χρήσης της ΤΝ και τις επιπτώσεις της στις ελευθερίες και τη δημοκρατία.
Στο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 10 Νοεμβρίου στην The Guardian, με τίτλο «Η UNRWA έχει την ικανότητα και την τεχνογνωσία να στηρίξει τη μεταπολεμική Γάζα. Θέλουμε να συμβάλουμε στην επιτυχία αυτής της ειρήνης», ο Philippe Lazzarini περιγράφει τον κρίσιμο ρόλο του οργανισμού στην ανοικοδόμηση της Γάζας μετά τον διετή πόλεμο. Υποστηρίζει ότι η εύθραυστη εκεχειρία, αν και απαραίτητη, δεν αρκεί και οι ανθρωπιστικές ανάγκες του πληθυσμού σε στέγη, τροφή και περίθαλψη είναι τεράστιες. Ο Lazzarini τονίζει πως η UNRWA διαθέτει την τεχνογνωσία, το προσωπικό και την εμπιστοσύνη της τοπικής κοινότητας για να αποκαταστήσει κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες, όπως η υγεία και η εκπαίδευση, αλλά χρειάζεται ανεμπόδιστη πρόσβαση για να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Για να εδραιωθεί η ειρήνη, προτείνει τη δημιουργία μιας διεθνούς σταθεροποιητικής δύναμης που θα επιτρέψει την ανασυγκρότηση των παλαιστινιακών θεσμών και θα αποτρέψει ένα κενό εξουσίας. Η επιστροφή των 700.000 παιδιών στα σχολεία θεωρείται κλειδί για την αποτροπή της ριζοσπαστικοποίησης. Τέλος, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η βιώσιμη ειρήνη απαιτεί δικαιοσύνη και μια ειλικρινή διαδικασία συμφιλίωσης, που θα αναγνωρίζει τόσο τη μακροχρόνια καταπίεση των Παλαιστινίων όσο και το συλλογικό τραύμα των Ισραηλινών.
Στο κύριο άρθρο της Le Monde (10 Νοεμβρίου) με τίτλο «Η επείγουσα ανάγκη για άρση των κυρώσεων κατά της Συρίας», η εφημερίδα αναλύει τις προκλήσεις της πολιτικής μετάβασης στη χώρα υπό τον μεταβατικό πρόεδρο Αχμέντ αλ Σαράα. Επικροτώντας τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ στη νέα ηγεσία, το άρθρο τονίζει ότι η επιτυχία της εξαρτάται από την άμεση άρση των αυστηρών οικονομικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν υπό το καθεστώς Άσαντ. Η άρση αυτή κρίνεται απαραίτητη για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης χώρας και τη βελτίωση των άθλιων συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού, καθώς η λαϊκή υποστήριξη προς τη νέα κυβέρνηση δεν μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν χωρίς απτά αποτελέσματα. Πέρα από τις κυρώσεις, η νέα ηγεσία αντιμετωπίζει κι άλλες σοβαρές προκλήσεις: την αναζωπύρωση του ISIS, την ανάγκη για συμβιβασμό με την κουρδική μειονότητα και την προστασία άλλων μειονοτήτων από αντίποινα. Το άρθρο καλεί τις ΗΠΑ να συνεχίσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην ανατολική Συρία και να αποτρέψουν το Ισραήλ από το να εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Συμπερασματικά, η σταθερότητα της Συρίας εξαρτάται από την επιτυχία του Αλ Σαράα, για την οποία η διεθνής στήριξη είναι ζωτικής σημασίας.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Το άρθρο «Πώς το σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα έδωσε στην ΕΕ κάλυψη για αδράνεια», που δημοσιεύτηκε στο The New Arab στις 6 Νοεμβρίου από την Tamam Abusalama, υποστηρίζει ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος παρουσίασε μια νέα «ειρηνευτική διαδικασία» για τη Γάζα, την οποία η ΕΕ έσπευσε να υποστηρίξει, προδίδοντας τις αξίες της. Η Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων Κάγια Κάλλας και η Πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επαίνεσαν το σχέδιο, αγνοώντας τις παραβιάσεις του Ισραήλ. Ένα έγγραφο της ΕΕ που διέρρευσε κατέγραφε ισραηλινά βασανιστήρια, λιμό και απαρτχάιντ στη Γάζα, αλλά η ΕΕ επέλεξε τον κατευνασμό αντί για τη δράση. Παρότι η Κάλλας υποσχέθηκε παρακολούθηση της ανθρωπιστικής βοήθειας, το Ισραήλ συνέχισε να εμποδίζει βοήθεια αξίας 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Οι συζητήσεις για κυρώσεις «πάγωσαν» καθώς εντατικοποιήθηκαν οι διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Τραμπ. Το Ισραήλ προχώρησε στην προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και διαίρεσε τη Γάζα σε δύο τμήματα. Η ΕΕ παραδέχτηκε ότι δεν προτίθεται να τιμωρήσει το Ισραήλ. Το σχέδιο Τραμπ έδωσε στην ΕΕ το άλλοθι να φαίνεται πολιτικά ενεργή, αποφεύγοντας την ευθύνη για τη συνενοχή της, παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες Ευρωπαίων πολιτών που απαιτούν κυρώσεις.
Στο δημοσίευμα με τίτλο «Οι ΗΠΑ σχεδιάζουν βάση 500 εκατ. δολαρίων κοντά στα σύνορα της Γάζας για υποστήριξη της εκεχειρίας», που δημοσιεύτηκε στην ισραηλινή ιστοσελίδα Ynet στις 11 Νοεμβρίου, αναφέρεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν την κατασκευή μιας μεγάλης στρατιωτικής βάσης κοντά στα σύνορα της Γάζας, με στόχο την υποστήριξη της εκεχειρίας και τη σταθεροποίηση της περιοχής. Η βάση, προϋπολογισμού περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων, θα φιλοξενεί χιλιάδες στρατιώτες και θα λειτουργεί ως κέντρο διεθνών δυνάμεων. Το σχέδιο σηματοδοτεί σημαντική στροφή στην εμπλοκή των ΗΠΑ στην ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση, καθώς μέχρι τώρα η στρατιωτική τους παρουσία ήταν περιορισμένη. Η βάση θα ενισχύσει τον ρόλο του Κεντρικού Αμερικανικού Συντονιστικού Κέντρου (CMCC) στην Κιριάτ Γκατ, το οποίο έχει ήδη αναλάβει τον συντονισμό της ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα, περιορίζοντας την επιρροή της ισραηλινής υπηρεσίας COGAT. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα από τους Ρεπουμπλικανούς που αντιτίθενται στην επέκταση της στρατιωτικής παρουσίας στο εξωτερικό. Αν υλοποιηθεί, θα είναι η πρώτη μεγάλης κλίμακας αμερικανική βάση σε ισραηλινό έδαφος.
Ο Τύπος της Ασίας
Σύμφωνα με το άρθρο «Η Ιαπωνία εξαναγκάζεται σε διαχείριση κρίσης λόγω των δηλώσεων της Τακαΐτσι για την Ταϊβάν», που δημοσιεύτηκε στο The Asahi Shimbun στις 11 Νοεμβρίου από τον Nobuhiko Tajima, η ιαπωνική κυβέρνηση προσπαθεί να εκτονώσει τις διπλωματικές εντάσεις με την Κίνα μετά από δηλώσεις της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι. Πρόσφατα, η Τακαΐτσι υπαινίχθηκε ότι η Ιαπωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη μαζί με τις ΗΠΑ σε περίπτωση κρίσης στην Ταϊβάν, κάτι που η Κίνα χαρακτήρισε ως αντίθετο με τις προηγούμενες πολιτικές δεσμεύσεις της Ιαπωνίας. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Μινόρου Κιχάρα τόνισε ότι η ειρήνη στο Στενό της Ταϊβάν είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια της Ιαπωνίας και την παγκόσμια σταθερότητα, επισημαίνοντας τη δέσμευση για ειρηνική επίλυση μέσω διαλόγου. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη συνάντηση κορυφής Ιαπωνίας–Κίνας στις 31 Οκτωβρίου, όπου επιβεβαιώθηκε η πρόθεση για ενίσχυση της συνεργασίας. Η Τακαΐτσι διευκρίνισε ότι οι δηλώσεις της βασίζονται σε ένα «χειρότερο σενάριο» και δεν αποτελούν αλλαγή της επίσημης πολιτικής, αν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής εμπλοκής υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Η Κίνα αντέδρασε έντονα, καταθέτοντας επίσημη διαμαρτυρία.
Το κύριο άρθρο με τίτλο «Η Ιαπωνία πρέπει να σταματήσει να παίζει με τη φωτιά στο ζήτημα της Ταϊβάν», που δημοσιεύτηκε στην China Daily στις 11 Νοεμβρίου, εκφράζει τη σθεναρή αντίθεση του Πεκίνου στις δηλώσεις της Ιαπωνίδας πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι σχετικά με πιθανή στρατιωτική επέμβαση σε περίπτωση «κρίσης στην Ταϊβάν». Οι δηλώσεις αυτές θεωρούνται από το Πεκίνο πρόκληση και επέμβαση στα εσωτερικά θέματα της Κίνας, παραβίαση της αρχής της «μίας Κίνας» και των πολιτικών συμφωνιών που διέπουν τις σχέσεις Κίνας–Ιαπωνίας. Σύμφωνα με την κινεζική εφημερίδα, η Τακαΐτσι φαίνεται να επιδιώκει επίσημη αλλαγή πολιτικής, γεγονός που προκαλεί ανησυχία ακόμη και εντός Ιαπωνίας για τις διμερείς σχέσεις και την περιφερειακή σταθερότητα. Παρά τις διαβεβαιώσεις της προς τον Σι Τζινπίνγκ στο περιθώριο της συνόδου APEC ότι η Ιαπωνία θα σεβαστεί το Κοινό Ανακοινωθέν του 1972, η Κίνα υποστηρίζει πως η πρωθυπουργός ενεργεί αντίθετα. Το άρθρο τονίζει ότι η Ιαπωνία φέρει ιστορικές ευθύνες λόγω της αποικιοκρατικής της κληρονομιάς στην Ταϊβάν και προειδορίζει πως η ανάμειξή της στα ζητήματα του Στενού υπονομεύει την πολιτική βάση εμπιστοσύνης. Η Κίνα δηλώνει πως διαθέτει τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να αποτρέψει κάθε απόπειρα παρεμπόδισης της εθνικής επανένωσης και καλεί την Ιαπωνία να σταματήσει τις προκλήσεις, συνεργαζόμενη για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
«Η Ρωσία παροτρύνει τις ΗΠΑ να παρατείνουν τη συνθήκη New START», είναι ο τίτλος του δημοσιεύματος του RT (ημερομηνία δημοσίευσης 12 Νοεμβρίου). Το δημοσίευμα αναφέρει ότι η Μόσχα ζητά επίσημα την παράταση της συνθήκης ελέγχου πυρηνικών όπλων για έναν χρόνο. Η συνθήκη New START, υπογεγραμμένη το 2010, περιορίζει τις αναπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές στις 1.550 και θέτει όρια στους πυραύλους, εκτοξευτές και βαρέα βομβαρδιστικά. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ επανέλαβε την πρόταση του Βλαντίμιρ Πούτιν που έγινε τον Σεπτέμβριο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αποφυγής κούρσας εξοπλισμών και κλιμάκωσης. Ο Λαβρόφ δήλωσε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να επεκτείνει τα αριθμητικά όρια οποιαδήποτε στιγμή πριν από την 5η Φεβρουαρίου, ενώ υπενθύμισε ότι η τελευταία παράταση το 2021 έγινε λίγες μέρες πριν τη λήξη της συμφωνίας. Ωστόσο, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε πως η Ουάσιγκτον δεν έχει απαντήσει ουσιαστικά. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την εκτέλεση δοκιμών πυρηνικών όπλων χωρίς πραγματικές εκρήξεις, ενώ η Ρωσία διατηρεί το μορατόριουμ της μέχρι να αλλάξει στάση η Ουάσιγκτον. Και οι δύο χώρες συνέχισαν πρόσφατα δοκιμές μη οπλισμένων πυρηνικών πυραύλων, ενισχύοντας την ανησυχία για παγκόσμια ασφάλεια και σταθερότητα.
Το άρθρο γνώμης «Μπορεί η Δύση να κερδίσει μια εκεχειρία με τη Ρωσία;», δημοσιευμένο στο Kyiv Independent (ημερομηνία πρόσβασης 13 Νοεμβρίου) από την Catarina Buchatskiy, εξετάζει τις προοπτικές και τις παγίδες μιας πιθανής εκεχειρίας στον πόλεμο της Ουκρανίας. Το άρθρο υπογραμμίζει ότι κάθε προηγούμενη εκεχειρία με τη Ρωσία οδήγησε σε ενίσχυση της ρωσικής θέσης και σε αδυναμία της Δύσης να ακολουθήσει τις εξελίξεις. Η Δύση αντιμετωπίζει διλήμματα: από τη μία πλευρά, μια σωστά εφαρμοσμένη εκεχειρία θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ουκρανία να επανεξοπλιστεί και στο ΝΑΤΟ να ενισχύσει την αποτρεπτική του ικανότητα· από την άλλη πλευρά, η έλλειψη υπομονής, ενότητας και ξεκάθαρων όρων ανοίγει τον δρόμο στη Ρωσία να εκμεταλλεύεται τις «παύσεις» για ανασυγκρότηση και υβριδικές επιχειρήσεις. Η ανάλυση τονίζει ότι χωρίς σαφείς μηχανισμούς επιβολής, όπως αυτόματες κυρώσεις, συνεχή παρακολούθηση και αντιμετώπιση υβριδικών ενεργειών ως ισοδύναμων με στρατιωτικές παραβιάσεις, μια εκεχειρία κινδυνεύει να εξελιχθεί σε σταδιακή εγκατάλειψη της Ουκρανίας. Το άρθρο καταλήγει ότι η Δύση πρέπει να αντιμετωπίσει την εκεχειρία ως στρατιωτική επιχείρηση και όχι απλώς ως διπλωματικό επίτευγμα, διαφορετικά ο ρωσικός υπολογισμός της κόπωσης και της αυταπάτης της Δύσης θα επιβεβαιωθεί ξανά.
Πηγή: ΚΥΠΕ