Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
ρηβρσβ

Την περιπέτεια της υγείας του περιγράφει ο στρατιωτικός γιατρός από το Περιστέρι, ο οποίος φέρεται να δηλητηριάστηκε με ατροπίνη που, σύμφωνα με την καταγγελία, τοποθετούσε η εν διαστάσει σύζυγός του σε τρόφιμα και νερό στο σπίτι του.

Μιλώντας στο MEGA, εξήγησε ότι είχε φτάσει να πιστεύει πως αντιμετωπίζει ψυχική νόσο. Αυτή η πεποίθηση τον έκανε να ανησυχεί ακόμη και για το κατά πόσο μπορούσε να ανταποκριθεί με ασφάλεια στην υπεύθυνη θέση του ως γιατρός.

Συνολικά νοσηλεύτηκε τρεις φορές σε ψυχιατρική κλινική και μία σε παθολογική, όπου χρειάστηκε να διασωληνωθεί. Οι επαναλαμβανόμενες νοσηλείες και τα επεισόδια επηρέασαν σημαντικά την καθημερινότητα και την εργασία του.

Τον Μάρτιο του 2026 πήρε μετάθεση σε μονάδα της Αεροπορίας, όπου εργάζεται σήμερα. Όπως εξήγησε, αναζήτησε ένα πιο ήσυχο εργασιακό περιβάλλον, με λιγότερο βαριά περιστατικά από εκείνα ενός νοσοκομείου, πιστεύοντας ότι αυτό θα τον βοηθούσε να αναρρώσει και να επιστρέψει αργότερα στα προηγούμενα καθήκοντά του.

Οι υποψίες του άρχισαν να ενισχύονται μετά από μια συνάντηση σε σουβλατζίδικο, στις 19 Ιουλίου. Ενώ για μεγάλο διάστημα αισθανόταν καλά, μετά τη συγκεκριμένη συνάντηση εμφάνισε ξανά συμπτώματα και ζήτησε να δει το βιντεοληπτικό υλικό του καταστήματος.

Ο ίδιος θεωρεί ότι το βίντεο θα μπορούσε να βοηθήσει στη διερεύνηση ενδεχόμενου προηγούμενου περιστατικού. Διευκρίνισε, πάντως, ότι αποδείξεις υπάρχουν για το τελευταίο συμβάν, ενώ τα παλαιότερα συμπτώματά του παρουσιάζουν ομοιότητες.

Ανέφερε ακόμη ότι είχε υποψιαστεί την πιθανότητα να έχει τοποθετηθεί ατροπίνη στο νερό, αλλά δεν είχε σκεφτεί το ενδεχόμενο να έχει συμβεί κάτι αντίστοιχο με τρόφιμα. Όπως σημείωσε, δεν γνωρίζει εάν είχε προηγηθεί άλλη τέτοια ενέργεια.

Παρότι αισθανόταν ότι κάτι δεν ταίριαζε στην εικόνα της κατάστασής του, δυσκολευόταν να σκεφτεί ότι κάποιος μπορεί να επιχειρούσε να του κάνει κακό. Όσα ακολούθησαν στενοχώρησαν, όπως είπε, και τους ανθρώπους που τον στήριζαν.

Παρόμοια συμπτώματα παρουσίασε και η μητέρα του. Ο γιατρός εξήγησε ότι εκείνη ήταν ήδη συναισθηματικά επιβαρυμένη, τόσο από τη δική του περιπέτεια όσο και από τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα της, έπειτα από μεγάλη ταλαιπωρία. Αρχικά, η οικογένεια και οι γιατροί απέδωσαν την κατάστασή της σε αυτό το φορτίο.

Η γυναίκα χρειάστηκε δύο φορές να μεταβεί στο νοσοκομείο, με τη μία περίπτωση να απαιτεί νοσηλεία. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από το σπίτι του γιου της, επειδή θεωρήθηκε ότι ο χώρος την επιβάρυνε ψυχολογικά, και δεν παρουσίασε ξανά αντίστοιχα προβλήματα.

Στη δική της μαρτυρία στο MEGA, ανέφερε ότι νοσηλεύτηκε στο ΓΝΑ από τις 26 έως τις 28 Φεβρουαρίου. Είχε επισκεφθεί τον γιο της για να τον βοηθήσει και να φροντίσει τον εγγονό της.

«Ήπια νερό από το σπίτι του παιδιού μου», είπε, περιγράφοντας ξηροστομία, μουδιάσματα στα χέρια και στα πόδια και παραισθήσεις. Όπως ανέφερε, πίστευε ότι οι ξανθές γυναίκες που έβλεπε στο νοσοκομείο ήταν η νύφη της και βρισκόταν σε τέτοια σύγχυση, ώστε αισθανόταν την παρόρμηση να της επιτεθεί.

«Το μυαλό μου μέσα είχε θολώσει και με πέρασαν για τρελή», δήλωσε. Σύμφωνα με την ίδια, οι γιατροί απέδωσαν τα επεισόδια στη συναισθηματική της ευαισθησία και της συνέστησαν να μην επισκέπτεται την Αθήνα, αλλά να την επισκέπτεται ο γιος της.

Για το δεύτερο επεισόδιο ανέφερε ότι έλαβε ηρεμιστικό, σύμφωνα με οδηγία γιατρού του ΓΝΑ, και χρειάστηκε ένα έως δύο εικοσιτετράωρα για να συνέλθει.

Περιγράφοντας τη μεταφορά της με αυτοκίνητο στην Αμάρυνθο, είπε ότι ο σύζυγός της την είχε δέσει στο κάθισμα, επειδή προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα και να βγει. Δεν μπορούσε να περπατήσει χωρίς βοήθεια και χρειάστηκε να τη μεταφέρουν υποβασταζόμενη στο όχημα.

Η ίδια ανέφερε ότι λάμβανε ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή, καθώς μέχρι τότε θεωρούνταν ότι αντιμετώπιζε ψυχιατρικό πρόβλημα.

Πηγή: Πρώτο Θέμα