Η πρώτη μου επαφή με τον Τζορτζ Μπεστ πρέπει να έγινε γύρω στο 1991 σε μια αίθουσα φροντιστηρίου αγγλικών. Ήταν σίγουρα Παρασκευή, μιας και ο ιδιοκτήτης -ένας περίεργος τύπος με καταγωγή από την όμορφη Ναύπακτο και φίλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- μας έκανε μάθημα μόνο εκείνη τη μέρα. Μια Παρασκευή, εκεί που μας μάθαινε τα βασικά της αγγλικής γλώσσας, άρχισε να μας λέει για τον Γιώργη τον Καλύτερο (έτσι τον αποκαλούσε). Ένα βρετανό ποδοσφαιριστή που -λογικά- ήταν ο κορυφαίος που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Μας είπε για την Γιουνάιτεντ και τους τίτλους της, για τα «μωρά» του Μπάσμπι και για τα τεχνικά χαρακτηριστικά του βορειοϊρλανδού άσσου της μπάλας.
Η αγγλική ποδοσφαιρική πραγματικότητα δεν είχε μπει ακόμα στη ζωή μου και εκείνη τη μέρα ίσως να είχα επιλέξει να γίνω «φίλος» της Γιουνάιτεντ. Κάτι που ευτυχώς για μένα και δεν το έκανα, επιλέγοντας χρόνια αργότερα τη Λίβερπουλ, έχοντας κουραστεί να πανηγυρίζω τίτλους μαζί της. «Δεν πειράζει, έχει τίτλους η Λίβερπουλ» όπως έχει πει και ο Αλέφαντος. Πάμε παρακάτω.
Πριν λίγες μέρες «κατέβασα» σε ένα εξαιρετικό torrent την ταινία του Ντάνι Μπόιλ «Trainspotting 2». Ήθελα πολύ να δω την ταινία στο σινεμά αλλά δυστυχώς δεν έτυχε και κάπως έτσι περίμενα να κυκλοφορήσει για «κατέβασμα», που λέμε και στο χωριό μου, για να την απολαύσω. Όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε μια οθόνη υπολογιστή. Η πρώτη ταινία είχε κυκλοφορήσει το 1996 και είναι από αυτές που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη γενιά, τη γενιά μου, και την έριξαν -με τα μούτρα- στη βρετανική πραγματικότητα (μέσα από τη σκοτεινή της πλευρά). Από τότε την έχω δει τουλάχιστον 5 φορές. (Μόνο τα Star Wars βλέπω κάθε χρόνο, οπότε κάτι σημαίνει αυτό για μένα) Επίσης η εν λόγω ταινία πρέπει να με έφερε σε πρώτη επαφή με τις κομματάρες του Ίγκι Ποπ, μιας και εκείνη την περίοδο άκουγα φανατικά μόνο χέβι μέταλ ως ατίθασο και επαναστατικό νιάτο που ήμουν (και είμαι ακόμα).
Στη δεύτερη ταινία ο βασικός πρωταγωνιστής, ο Ρέντον, επιστρέφει στο Εδιμβούργο από το Άμστερνταμ, μετά από 20 χρόνια, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του (κυρίως) αλλά και με τους παλιούς τού φίλους. Αυτούς που είχε προδώσει και κλέψει αφήνοντας τη Σκωτία για τη χώρα του Κρόιφ και του Ρέμπραντ. Εν μέρει το καταφέρνει. Κάπου στη μέση της ταινίας και αφού έχει αράξει με τον παλιό κολλητό, τον Σάιμον, στο σαλόνι του σπιτιού του δεύτερου, στην τηλεόραση παίζουν στιγμιότυπα του Μπεστ με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν. Ο Μπεστ είχε κάνει ένα μέτριο πέρασμα από τους «Χιμπς» τη σεζόν 1979-1980, σε μια περίοδο που πληρωνόταν ανά συμμετοχή, είχε πολλά μπλεξίματα με το νόμο και το ποτό, και εν τέλει είδε την ομάδα να υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία.
Όπως και να έχει, οι φίλοι της Χιμπέρνιαν θεωρούν ακόμα και σήμερα μεγάλη τους τιμή που ο κορυφαίος παίκτης στην ιστορία του ποδοσφαίρου (αυτό είναι κάτι που ισχύει σε μεγάλο ποσοστό στο Νησί) φόρεσε την πράσινη φανέλα της ομάδας με το νούμερο 7 στην πλάτη. Κι ας μην πρόσφερε τα αναμενόμενα. Το ίδιο ίσχυε και για τους δύο φίλους -και πρωταγωνιστές- της ταινίας. Εκεί ακριβώς αρχίζει ένα δίλεπτο ποδοσφαιρικής «μαγείας» και μια μικρή ωδή στην αγάπη των δύο φίλων για την ομάδα τους που δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κάποιον που έχει μεγαλώσει με σωστά -ποδοσφαιρικά- βιώματα.
Οι δύο φίλοι παίζουν ξύλινο ποδοσφαιράκι φορώντας φανέλες του Μπεστ, τραγουδούν, γελούν και συζητούν για τον ήρωα της ομάδας του σαν δύο μικρά παιδιά που έχουν βρεθεί στο γήπεδο για πρώτη φορά. «Εκείνη τη σεζόν με είχε πάει ο πατέρας μου σε κάποιο παιχνίδι, ήταν το 1979» θα πει ο Ρέντον, για να συμπληρώσει «δεν μπορούσα να δω καθόλου το παιχνίδι εκεί που καθόμουν αλλά έχω δει τον Μπεστ να αγωνίζεται με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν στο Ίστερ Ρόουντ. Είμαι τόσο τυχερός». Όλα αυτά δένουν ακόμα καλύτερα αν αναλογιστούμε πως διαδραματίζονται υπό τους ήχους των The Clash στο κομμάτι White Man in Hammermith Palais. Ένα κομμάτι που κυκλοφόρησε πάνω-κάτω την ίδια περίοδο (και μιλήσαμε τις προάλλες γι’ αυτή).
Γιατί αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Τα όμορφα συναισθήματα που σου δημιουργεί και οι υπέροχες αναμνήσεις που σου εμφανίζει έτσι στα ξαφνικά μέσω κάτι «άσχετου» για πολλούς που έχουν μάθει να το βλέπουν από μια άλλη, διαφορετική σκοπιά. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον ήρωα της παιδικής του ηλικίας; Την πρώτη φορά που βρέθηκε να τραγουδά σε κάποιο πέταλο για την ομάδα του παρέα με τους κολλητούς; To πρώτο κασκόλ δώρο από τον πατέρα ή κάποιο θείο ή τον μεγαλύτερο αδερφό;
To πρώτο σημαντικό γκολ; Κι ας μην έφερε κάποιο τίτλο. Όλα αυτά -και ακόμα περισσότερα- μπορούν να έρθουν αυτόματα στο μυαλό στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Εκεί που ο Ρέντον επιστρέφει στο εφηβικό του δωμάτιο (αφού πρώτα έχει συμφιλιωθεί με τον πατέρα του) και βάζει να ακούσει στο πικ απ το Lust for Life του Ίγκι Ποπ (δυστυχώς για εμάς σε ρεμίξ των Prodigy) χαρίζοντας στον εαυτό του ένα μοναχικό χορό όπως 20 χρόνια πριν. Όταν ήταν έφηβος και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν οι αλητείες στα βρώμικα στενά του Εδιμβούργου και να νικάει η Χιμπέρνιαν.
www.sombrero.gr