Λίγες μόνο ώρες πριν τις 2 sold out συναυλίες στο Καλλιμάρμαρο, η «Απόλυτη» επιβεβαιώνει πως μετά από 50 χρόνια καριέρας μπορεί κανείς να επανεφεύρει τον εαυτό του, να τολμά και να πειραματίζεται. Αρκεί βέβαια να είσαι η Βίσση.
Γράφει ο Μάξιμος Νικολάου
Μέσα του 1973. Η 16χρονη Άννα Βίσση έχει φύγει απ’ την Κύπρο, μένει στην Κυψέλη, και ένα πρωινό, πριν πάει σχολείο δίνει μια απ’ τις πρώτες συνεντεύξεις της ζωής της. Φοράει μπλε μαθητική ποδιά, κάθεται στην κουζίνα του μικρού σπιτιού πίνοντας το γάλα της και εξομολογείται πως «Μ’ αρέσει να κάνω σωστά τη δουλειά μου σήμερα. Άλλωστε, στο σήμερα στηρίζεται το αύριο».
Δυο χρόνια αργότερα, μετά τη συμμετοχή της στα Λιανοτράγουδα του Μίκη Θεοδωράκη, τη φωνάζει ο Κουγιουμτζής γιατί η φωνή της του θυμίζει βιολοντσέλο. Στο μικρό στούντιο, δίπλα στο μεγάλο συνθέτη τραγουδά κομμάτια που σήμερα θεωρούνται κλασσικά. Σε μια απ’ εκείνες τις μαυρόασπρες συνεντεύξεις της παραδέχεται πως «Καμιά φορά ο καινούριος χρόνος με κάνει να μελαγχολώ γιατί σκέφτομαι τον καιρό που περνάει. Όσο για το στόχο μου, θα ήθελα να εκπληρωθούν τα όνειρα μου στο τραγούδι, να αλλάξω το στυλ μου, να βρω το δρόμο μου…».
Μια γυναίκα που αναλύθηκε, αγαπήθηκε, κρίθηκε και κατακρίθηκε, σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως, αποθεώθηκε
Περισσότερες από 4 δεκαετίες μετά απ’ εκείνη τη δήλωση στο περιοδικό Ρομάντζο, η Άννα Βίσση θεωρείται ένα μουσικό φαινόμενο με συχνές και πολλές αλλαγές πλεύσης. Μια γυναίκα που αναλύθηκε, αγαπήθηκε, κρίθηκε και κατακρίθηκε, σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως, αποθεώθηκε.
Με εκατομμύρια πωλήσεις, χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, χιλιάδες ώρες ραδιοφωνικών μεταδόσεων των τραγουδιών της, 28 προσωπικούς ελληνόφωνους δίσκους και έναν αγγλόφωνο, 23 συμμετοχές, δυο μουσικά DVD, τρεις όπερες, ένα μιούζικαλ στα Αγγλικά, δεκάδες singles, περισσότερες από εβδομήντα υποψηφιότητες και καμιά 60αριά βραβεία. Με λίγα λόγια, το πάθος της για το τραγούδι έγινε η τέχνη της, με αποτέλεσμα τίποτα να μην περνάει αδιάφορο από δίπλα της.
Οι πάντα έγκυροι New York Times είχαν γράψει γι’ αυτή πως «Με τα χέρια απλωμένα και με βηματισμό γεμάτο χάρη, δεν ήταν καθόλου απρόσιτη ή πακεταρισμένη ποπ ντίβα, αλλά μια ακαταμάχητη entertainer» ενώ η εφημερίδα Los Angeles Times παρατήρησε «Μια ερμηνεία τόσο χαρισματική, γεμάτη από αγνό, ελκυστικό ταλέντο...».
Ποια είναι όμως, τελικά, η Άννα Βίσση; Αυτά ήταν που ονειρεύτηκε ή άλλα; «Μικρή, θυμάμαι, ονειρευόμουν ότι θα γίνω μια μουσικός που τραγουδάει σε σπουδαία μέρη και σε ωραία θέατρα. Δεν σκεφτόμουν ούτε τα χρήματα, ούτε τη δόξα. Ήθελα να έχω σπουδαίες στιγμές και να τραγουδάω για τη μεγαλοπρέπεια της μουσικής» είχε πει στον Πιερή Παναγή, κάποια χρόνια πριν στο περιοδικό Welcome.
Οι πάντα έγκυροι New York Times είχαν γράψει γι’ αυτή πως «Με τα χέρια απλωμένα και με βηματισμό γεμάτο χάρη, δεν ήταν καθόλου απρόσιτη ή πακεταρισμένη ποπ ντίβα, αλλά μια ακαταμάχητη entertainer»
Οι πρώτες αναμνήσεις
Τέλη της δεκαετίας του ’50. Η πιο λαμπερή «εξαγωγή» της Κύπρου στο εξωτερικό, γεννήθηκε σε ένα μικρό σπίτι, με αυλή κοντά στη εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπολίτισσας στο κέντρο της Λάρνακας. «Ήμουν ένα παιδί με λασπωμένα γόνατα που έπαιζα συνεχώς με παιχνίδια που έφτιαχναν οι γιαγιάδες μου. Ο πατέρας μου ήταν ο μπακάλης της γειτονιάς, όπως και ο παππούς μου, ο πατέρας του μπαμπά μου. Είχε ένα μπακάλικο με μεγάλες ξύλινες πόρτες, που είχε έξω σακούλια με όσπρια τα όποια έβαζες με τη σέσουλα. Με θυμάμαι να βάζω τα χέρια μου μέσα στα σπόρια και να παίζω και να κλέβω σελίνια από το ταμείο για να αγοράζω ρούχα. Ο παππούς μου ήταν και βιολιστής και απ’ εκεί θυμάμαι τα πρώτα μου μουσικά ακούσματα. Έπαιζε βιολί, καθόμουν στο κουντεπιέ του και τραγουδούσα το πρώτο παιδικό τραγουδάκι που είχα μάθει», είχε πει παλαιότερα στον Πέτρο Κωστόπουλο σε συνέντευξή της στο περιοδικό Nitro.
Τέλη της δεκαετίας του ‘60, οι γονείς της έκτισαν, με πολλές οικονομίες, το δικό τους σπίτι στην οδό Άγγελου Σικελιανού. «Υπήρχε ένα τεράστιο γιασεμί στην αυλή όπου καθόμασταν μαζί με την αδελφή μου τη Λία και τη μαμά μου η οποία μας μάθαινε να κάνουμε κολιέ από γιασεμί. Θυμάμαι, επίσης, το δωμάτιο που μέναμε στη σοφίτα με τη Λία το οποίο είχε κεκλιμένη στέγη και μέσα είχαμε γεμίσει τους τοίχους με αφίσες» είχε πει στον Πιερή Παναγή πριν μερικά χρόνια. Τα παιδικά της είδωλα ήταν ο David Cassidy, ο Elvis Presley, o Cliff Richard. «Η μουσική ήταν η κλίση μου και η πρώτη που το αναγνώρισε ήταν η μητέρα μου. Τα μεσημέρια η Λία, η μαμά μου κι εγώ κάναμε πρόβα στην κουζίνα ενώ η Νίκη, η μικρότερη αδελφή μου μας παρακολουθούσε. Η μαμά, με έβαζε να τραγουδάω και με διόρθωνε. Στην ερμηνεία, στην τεχνική και στην ορθοφωνία. Όλα αυτά, ενώ το φαγητό στην κατσαρόλα σιγοψηνόταν! Η μητέρα μου, λοιπόν, εντόπισε πρώτη την έφεση μου στη μουσική εξ ου και με έστειλε για μαθήματα στο Εθνικό Ωδείο της Νίκης Τζέντζα το οποίο ήταν παράρτημα του Εθνικού Ωδείου Αθηνών. Εκεί μάθαινα σολφέζ, πιάνο και κιθάρα. Κάθε χρόνο μάλιστα, ερχόταν από την Αθήνα ο Μανώλης Καλομοίρης και μας εξέταζε στο πιάνο και θυμάμαι το τρέμουλο που είχαμε».
Η Aretha Franklin, αφού την είδε να τραγουδάει στο Madison Square Garden, δήλωσε πως είναι η μεγαλύτερή της θαυμάστρια ενώ η Sarah Jessica Parker βάζει στην διαπασών τα τραγούδια της γιατί την λατρεύει
Και η ώρα είναι Δώδεκα
Η Aretha Franklin, αφού την είδε να τραγουδάει στο Madison Square Garden, δήλωσε πως είναι η μεγαλύτερή της θαυμάστρια ενώ η Sarah Jessica Parker βάζει στην διαπασών τα τραγούδια της γιατί την λατρεύει. Μερικά χρόνια πριν, είχε ερωτηθεί εάν πιστεύει πως ο κόσμος ξέρει ποια είναι πραγματικά ή αν για τον καθένα η Άννα Βίσση είναι κάτι άλλο; Ένα μεγάλο κουβάρι από φήμες, αλήθειες και ψέματα, παραφιλολογία; «Έχω ένα τραγούδι που λέει «Ρε, ξέρεις ποια είμαι εγώ, πώς με λένε κι η σκούφια μου από πού κρατάει; Πού να σου εξηγώ»! Ούτε εγώ ξέρω ποια είμαι, θα ξέρει ο κόσμος; Και να σου πω κάτι; Γιατί πρέπει να είμαστε μόνο κάτι; Για τον καθένα μπορεί να είμαι το τέρας ή το καλύτερο πλάσμα του κόσμου. Νομίζω αυτό το δημιουργεί η διασημότητα. Μπορεί να είναι και καλό αυτό, τι να πω; Ξέρω ότι δεν μπορώ να το διαλύσω αυτό, ούτε να το αλλάξω, και στην τελική ούτε με ενδιαφέρει να το κάνω. Βλέποντας με κάποιος πάνω στη σκηνή, ειδικά τα τελευταία χρόνια, μπορεί να δει ποια είμαι, να καταλάβει λίγο το χαρακτήρα και την προσωπικότητά μου, το χιούμορ μου, την αλήθεια και το ψέμα μου».
Διάβασε εδώ >> Η Άννα Βίσση με τον θρυλικό Έλτον Τζον στο Κάπρι
Κεφάλαιο Καρβέλας
«Ο Νίκος Καρβέλας είναι ένας άνθρωπος με τον οποία υπήρξα ερωτευμένη, κάναμε οικογένεια και σήμερα είναι ο καλύτερος μου φίλος. Έγραφε για μένα ξέροντας ποια είμαι, τι πρεσβεύω και που μπορώ να φτάσω. Τα περισσότερα τραγούδια μου είναι αυτοβιογραφικά» είχε πει πριν χρόνια στον Τάσο Τρύφωνος. Ο Νίκος είναι η φωνή της φωνής της και εν τέλει, η φωνή της ψυχής της. Οι δυο τους ηχογράφησαν περισσότερα από 400 τραγούδια, έγινε η μούσα του και έγραψαν τη δική τους μουσική ιστορία. «Έχοντας τον Νίκο ως στιχουργό και μουσικό, ξέρω που πάω» είπε πει κάποτε. «Υπήρξαν τυχερή… Ξεκίνησα σε ένα είδος που δεν μου ταίριαζε –αν και πήρα πράγματα και είπα ωραία τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή, του Μάνου Ελευθερίου. Ένιωθα όμως έξω απ’ τα νερά μου. Ήμουν τυχερή γιατί το ’73 γνώρισα έναν παράξενο, ιδιοφυή ροκά και μαζί φύγαμε για αλλού. Ο Νίκος, είναι ο πιο αγαπημένος μου φίλος, ίσως ο μόνος που έχω, έτσι όπως ορίζεται η ουσία της φιλίας… Και νομίζω πως είμαστε τόσο φίλοι γιατί έχουμε κοινά μουσικά ενδιαφέροντα και ίδιους καλλιτεχνικούς δρόμους. Οπότε νιώθουμε συν-δημιουργοί. Μπορεί να του πω πως πεθύμησα να πω ένα μπλουζ. Θα μου γράψει αυτό που έχω φανταστεί. Το τι ηχογραφούμε λοιπόν είναι αποτέλεσμα του ταλέντου και της προσωπικότητας του Νίκου και της παρέας μας σε συνδυασμό με τις δικές μου αναζητήσεις και ορέξεις. Συνεχώς τον τσιγκλάω γιατί ο ίδιος είναι σε μια φάση όπου έχει ξεπεράσει το να γράφουμε άλμπουμ συνεχώς. Δηλαδή δεν θα γράψουμε έναν δίσκο για να υπάρξουμε στα ραδιόφωνα, για να βγάλουμε λεφτά. Πλέον δεν σκέφτεται έτσι. Ούτε εγώ. Είμαι σε μια φάση της ζωής μου που δεν γράφω για να με παίξουν στα ραδιόφωνα αλλά γιατί έτσι γουστάρω. Αυτό νομίζω αποτυπώνεται με κάποιον τρόπο στο αποτέλεσμα» είχε πει σε συνέντευξη στο Φιλgood.
Ο Νίκος είναι η φωνή της φωνής της και εν τέλει, η φωνή της ψυχής της
Διάβασε ακόμα >> Άννα Βίσση σε Νίκο Καρβέλα: «Μαζί σου πάντα στα πάντα»
Όσο έχω φωνή
Την τελευταία δεκαετία σχεδόν εμφανίζεται στο στέκι της, στο Hotel Ερμού όπου δεν πέφτει καρφίτσα. Ένα ποικίλο κράμα κόσμου συνωστίζεται στους chesterfield καναπέδες του meeting point στο κέντρο της πόλης: πιτσιρίκες και πιτσιρικάδες, well of 50άρηδες, στρέιτ και γκέι ζευγαράκια των 30 και κάτι.
«Εδώ και χρόνια ήθελα ένα μικρότερο χώρο που δεν θα ήταν μίζερος, γουστόζικα φτιαγμένο για να χωρέσει η μουσική μου. Έναν χώρο αλλιώτικο, σαν ένα ωραίο σαλόνι όπου μπορεί κάποιος να ακούσει μουσική, να χορέψει, να μιλήσει με τον άλλο αλλά και να νιώσει ποια είμαι εγώ. Επιζητούσα αυτό το παρεΐστικο που προσφέρει το Hotel», είχε πει παλαιότερα. Χρόνια πριν είχε δει σε μια τηλεοπτική εκπομπή τον Presley πάνω σε ένα ρινγκ, οι μουσικοί του καθόντουσαν μαζί του στη σκηνή και ο κόσμος ήταν γύρω-γύρω με τους οποίους μίλαγε, τους άκουγε.
Στο Ermou είμαι χύμα, ελεύθερη αλλά με μπόλικη δουλειά και πρόβες πίσω απ’ αυτό που φαίνεται
«Μου αρέσει αυτό το μπλέξιμο που γίνεται. Και ο κόσμος βλέπει αυτό που θα ήθελα να δουν από μένα: το πώς τραγουδάω. Κακά τα ψέματα, όταν είσαι σε ένα μεγάλο μαγαζί υπηρετείς τους κανόνες που έχει ένα show γιατί αυτός που σε βλέπει απ’ τα 100 μέτρα πρέπει να σε δει αλλιώτικα φωτισμένη, παίζουν ρόλο οι συμμετρίες, οι γραμμές. Στο Ermou είμαι χύμα, ελεύθερη αλλά με μπόλικη δουλειά και πρόβες πίσω απ’ αυτό που φαίνεται».
Διάβασε επίσης >> Άννα Βίσση: Συγκίνηση και αποθέωση στην Κύπρο – «Σκέφτομαι από πού ξεκίνησα και πού έχω φτάσει μετά από 52 χρόνια»
130,000 στο Καλλιμάρμαρο
Το 2024, η Άννα Βίσση γιόρτασε τα 50 της χρόνια στην μουσική με μια ιστορική συναυλία στο Καλλιμάρμαρο. Περισσότεροι από 65.000 θεατές τραγούδησαν μαζί της για σχεδόν τέσσερις ώρες, σε μια βραδιά που έσπασε ρεκόρ προσέλευσης. Εκείνο το συννεφιασμένο Σαββατόβραδο, η Άννα ερμήνευσε με εκείνη την αναλλοίωτη φωνή της ένα μουσικό mix and match μπλέκοντας δεκαετίες, επιτυχίες, αναμνήσεις, στίχους, είδη και στιλ. Ακέραιη και ακριβής, χωρίς να χάνει απ’ τον πηγαίο αυθορμητισμό της, υποκλινόμενη σε κάθε παρατεταμένο χειροκρότημα στο κοινό –το κοινό «της»–, τραγούδησε για έρωτες αδιέξοδους, πληγωμένους και Βατερλό, για πράγματα, δικά του πράγματα, για αγάπες από νάυλον, για απόλυτα κενά, για τραύματα κι αντίδοτα.
Μετά τη συναυλία είχε αναφέρει στις δηλώσεις της τους δημοσιογράφους πως «Έχω βιώσει πολύ συγκινητικά συναισθήματα. Στη ζωή μου έχω εισπράξει επιτυχία, αναγνώριση, αλλά και αμφισβήτηση. Γι’ αυτό το να είσαι 66 χρονών, όπως είμαι εγώ σήμερα, και να μπαίνεις σε ένα ξεχειλισμένο Καλλιμάρμαρο... Δεν είναι το νούμερο, είναι αυτό που μου έδωσαν».
Φέτος, οι προσδοκίες ξεπεράστηκαν ξανά: δυο απανωτά sold out αναμένεται να γεμίσουν το Καλλιμάρμαρο μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο καθώς περισσότεροι από 130.000 άνθρωποι θα βρεθούν στο ιστορικό στάδιο
Φέτος, οι προσδοκίες ξεπεράστηκαν ξανά: δυο απανωτά sold out αναμένεται να γεμίσουν το Καλλιμάρμαρο μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο καθώς περισσότεροι από 130.000 άνθρωποι θα βρεθούν στο ιστορικό στάδιο. Η ίδια, πιο ώριμη από ποτέ, ανυπομονεί ξανά να βρεθεί στη σκήνη. «Ωρίμασα όπως φυσιολογικά συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο» είχε πει πριν μερικά χρόνια στο περιοδικό Down Town. «Και μπορεί να δημιούργησα πολλές εικόνες του εαυτού μου, τη μια πάνω στην άλλη, να φούσκωσα και να ξεφούσκωσα μαλλιά, να τραγούδησα σε μπουάτ και μεγάλα μαγαζιά, να είπα πολύ καλά τραγούδια, να είπα και κάποια άλλα που δεν ήταν τόσο καλά –αλίμονο αν δεν συνέβαινε σε μια καριέρα 50 χρόνων-. Τα γούσταρα όλα και τα έκανα με απίστευτο κέφι, στο σωστό timing. Τα χόρτασα και προχωράω. Εξακολουθώ όμως να είμαι μια γυναίκα που θέλει να κάνει κι άλλα πράγματα, κρατώντας την παιδικότητα και τον αυθορμητισμό της. Θέλω ακόμα να ρισκάρω, να τολμήσω. Θέλω να είμαι μια γυναίκα που θέλησε κάποια πράγματα παθιασμένα, τα τόλμησε και τις περισσότερες φορές νίκησε. Ηττήθηκα κάποιες φορές, αλλά αν δεν νικηθείς δεν χαίρεσαι την ευτυχία. Ο κανόνας των αντιθέσεων άλλωστε…»