Πραγματοποιήθηκε το βράδυ του Σαββάτου η μουσική παραγωγή «Ένας Αιώνας Λαϊκό...», στην πλατεία του Μεσαιωνικού Κάστρου Πάφου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Γιορτή Κατακλυσμού Πάφου 2026.
Εκατοντάδες δημότες και επισκέπτες κατέκλυσαν τον χώρο της εκδήλωσης, απολαμβάνοντας ένα ξεχωριστό μουσικό αφιέρωμα στα εκατό χρόνια ελληνικού λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού.
Η βραδιά ταξίδεψε το κοινό μέσα από διαχρονικές μελωδίες και εμβληματικά τραγούδια που σημάδεψαν την ιστορία της ελληνικής μουσικής.
Στη σκηνή ανέβηκαν οι Γιάννης Διονυσίου, Πέτρος Κουλουμής και Φρειδερίκη Τομπάζου, οι οποίοι με τις ερμηνείες τους απέσπασαν το θερμό χειροκρότημα των παρευρισκομένων, παρουσιάζοντας τραγούδια που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στο λαϊκό ρεπερτόριο.
Τους καλλιτέχνες συνόδευσε δεκαμελής λαϊκή ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Μιχάλης Μέσσιος, προσφέροντας μια υψηλού επιπέδου μουσική παραγωγή που ανέδειξε τον πλούτο και τη διαχρονικότητα του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Ιδιαίτερη παρουσία είχε και το Πολιτισμικό Λαογραφικό Εργαστήρι Κονιών, το οποίο συνέβαλε στην καλλιτεχνική αρτιότητα της εκδήλωσης, προσθέτοντας λαογραφικά στοιχεία και ενισχύοντας τον πολιτιστικό χαρακτήρα της βραδιάς.
Στο μεταξύ τις δικές της πολύτιμες μνήμες από τον Κατακλυσμό της Πάφου μοιράζεται η μελετήτρια της παράδοσης, Άννα Τσέλεπου, ανακαλώντας εικόνες και συνήθειες που σημάδεψαν γενιές Παφιτών.
Όπως αναφέρει στο ΚΥΠΕ ο Κατακλυσμός στην Πάφο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τους λουκουμάδες του Πρέστου. Από τις πρώτες πρωινές ώρες, οι γειτονιές γέμιζαν με το «πιτσίκλισμαν», το παραδοσιακό έθιμο του μπουγελώματος μικρών και μεγάλων παιδιών.
Το απόγευμα, το ενδιαφέρον μεταφερόταν στο λιμανάκι της Κάτω Πάφου, όπου οι βαρκάδες με τα μικρά καΐκια, τα θαλάσσια παιχνίδια, οι χοροί και τα τσιαττιστά δημιουργούσαν μια μοναδική γιορτινή ατμόσφαιρα, γεμάτη ζωντάνια και παράδοση. Και βέβαια, όπως σημειώνει η Άννα Τσέλεπου, καμία γιορτή του Κατακλυσμού δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς μια στάση στην «καλύφη» του Πρέστου για λουκουμάδες.
Για την Πάφο, ο Πρέστος δεν αποτελεί απλώς έναν επαγγελματία της γεύσης, αλλά ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης και της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου, λέει.