Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
θλι

Υπάρχει τελικά ιδανική διαφορά ηλικίας ανάμεσα στους συντρόφους ή η ηλικία αποτελεί απλώς έναν αριθμό; Το ερώτημα απασχολεί εδώ και δεκαετίες κοινωνιολόγους, ψυχολόγους και δημογράφους, ενώ παράλληλα επιβιώνει ένας γνωστός εμπειρικός κανόνας που επιχειρεί να ορίσει το κατώτατο κοινωνικά αποδεκτό όριο ηλικίας σε μια σχέση.

Η πιο διαδεδομένη εκδοχή του είναι απλή: διαιρέστε την ηλικία του μεγαλύτερου συντρόφου διά δύο και προσθέστε επτά χρόνια. Το αποτέλεσμα θεωρείται το μικρότερο αποδεκτό όριο ηλικίας για τον νεότερο σύντροφο. Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, ένας άνθρωπος 40 ετών θα μπορούσε να έχει σύντροφο από 27 ετών και άνω, ενώ στα 60 το αντίστοιχο όριο διαμορφώνεται στα 37. Η συγκεκριμένη φόρμουλα αποτελεί έναν άτυπο κοινωνικό κανόνα, του οποίου η προέλευση παραμένει ασαφής. Παρότι χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες ως σημείο αναφοράς, δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα ούτε μπορεί να προβλέψει την επιτυχία μιας σχέσης.

Τι δείχνουν οι έρευνες
Οι επιστημονικές μελέτες σκιαγραφούν μια πιο σύνθετη εικόνα. Ο ψυχίατρος Loren Olson υποστηρίζει ότι, πέρα από τη χρονολογική ηλικία, σημαντικό ρόλο παίζουν η ψυχολογική, η σωματική και η σεξουαλική ωριμότητα. Όπως έχει δηλώσει χαρακτηριστικά, «τα περισσότερα ζευγάρια που γνωρίζω αισθάνονται ότι έχουν περίπου την ίδια ηλικία», ακόμη κι όταν η πραγματική διαφορά των χρόνων είναι αισθητή.

Αρκετές έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι τα ζευγάρια με μικρή διαφορά ηλικίας αναφέρουν, κατά μέσο όρο, υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη σχέση τους. Στα ετερόφυλα ζευγάρια εξακολουθεί να επικρατεί το μοτίβο όπου ο άνδρας είναι δύο έως τρία χρόνια μεγαλύτερος από τη γυναίκα. Ορισμένες μελέτες έχουν επίσης παρατηρήσει ότι όσο μεγαλώνει η διαφορά ηλικίας, η ικανοποίηση από τη σχέση μπορεί να μειώνεται στα πρώτα χρόνια του γάμου, ιδιαίτερα όταν η απόσταση ξεπερνά τα επτά χρόνια.

Ανάλογα ευρήματα προέκυψαν και από κορεατική μελέτη, σύμφωνα με την οποία τα ζευγάρια ίδιας ηλικίας εμφάνιζαν τα χαμηλότερα επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων, ενώ όσο αυξανόταν η διαφορά ηλικίας παρατηρούνταν ελαφρά αύξηση αυτών των συμπτωμάτων. Οι ερευνητές επισημαίνουν, πάντως, ότι τα ευρήματα αυτά αποτελούν στατιστικές συσχετίσεις και όχι απόδειξη σχέσης αιτίου και αποτελέσματος.

Πέρα από τους αριθμούς
Η δημογραφική έρευνα έχει επίσης εξετάσει κατά πόσο η ηλικιακή διαφορά συνδέεται με τη μακροζωία. Σε μελέτη του ερευνητή Sven Drefahl παρατηρήθηκε χαμηλότερη θνησιμότητα στους άνδρες που είχαν νεότερες συζύγους, ενώ στις γυναίκες καταγράφηκε η αντίστροφη τάση. Ο ίδιος απέδωσε το εύρημα, μεταξύ άλλων, στις κοινωνικές πιέσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν οι γυναίκες όταν αποκλίνουν από τα καθιερωμένα πρότυπα, χωρίς όμως να υποστηρίζει ότι η διαφορά ηλικίας αποτελεί από μόνη της την αιτία.


Στην καθημερινότητα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ακόμη και τέσσερα ή πέντε χρόνια διαφοράς μπορεί να αντιστοιχούν σε διαφορετικά επίπεδα ωριμότητας. Όταν η απόσταση φτάνει ή ξεπερνά τη δεκαετία, οι εμπειρίες ζωής, η επαγγελματική πορεία, η υγεία, τα σχέδια για δημιουργία οικογένειας ή ακόμη και η συνταξιοδότηση μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις, γεγονός που απαιτεί μεγαλύτερη προσαρμογή και συστηματική επικοινωνία.

Ο ίδιος ο Olson αναφέρει ως παράδειγμα τη δική του σχέση, στην οποία είναι δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος από τον σύντροφό του. Έπειτα από περισσότερες από τρεις δεκαετίες κοινής ζωής, σημειώνει ότι η σημαντικότερη διαφωνία τους αφορούσε τον χρόνο της συνταξιοδότησης και όχι την ηλικιακή τους διαφορά.


Οι ειδικοί συμφωνούν επίσης ότι τα ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας συχνά έρχονται αντιμέτωπα με κοινωνικά στερεότυπα και επικριτικά σχόλια. Η ψυχοθεραπεύτρια Ginamarie Guarino θεωρεί ότι η θέσπιση σαφών ορίων απέναντι στις παρεμβάσεις τρίτων αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια υγιή σχέση, ενώ η σύμβουλος ψυχικής υγείας Brandy Porche υπογραμμίζει τη σημασία της ανοιχτής επικοινωνίας, ώστε και οι δύο σύντροφοι να αισθάνονται ότι συμμετέχουν ισότιμα στις κοινές αποφάσεις.

Τελικά, η ηλικία αποτελεί μόνο μία από τις πολλές μεταβλητές μιας σχέσης. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι μικρότερες ηλικιακές διαφορές συνδέονται συχνότερα με μεγαλύτερη σταθερότητα και υψηλότερη ικανοποίηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σχέσεις με μεγαλύτερη απόσταση ηλικίας είναι καταδικασμένες. Η συναισθηματική ωριμότητα, οι κοινές αξίες, οι προσδοκίες για το μέλλον και η ουσιαστική επικοινωνία εξακολουθούν να αποτελούν πολύ ισχυρότερους παράγοντες από οποιονδήποτε μαθηματικό τύπο.

Πηγή: newmoney.gr/ φωτογραφία: @ Frank McKenna / Unsplash