Πλήρη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων για τη θαλάσσια ρύπανση στη Λεμεσό ζητεί το Συμβούλιο Παρακολούθησης Κυβερνητικού Έργου του ΔΗΣΥ, τονίζοντας ότι απαιτείται μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση των περιστατικών στην πρόληψη και την αντιμετώπιση των αιτιών τους.
Σε ανακοίνωσή της, η υπεύθυνη του Χαρτοφυλακίου Περιβάλλοντος, Δρ Ολυμπία Νησιφόρου, αναφέρει ότι «η θαλάσσια ρύπανση στη Λεμεσό δεν είναι σημερινό φαινόμενο και απαιτεί διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική πρόληψη».
«Οι εικόνες και οι καταγγελίες των τελευταίων ημερών από το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού προκαλούν εύλογη ανησυχία και απαιτούν σαφείς απαντήσεις», σημειώνει.
Όπως επισημαίνει, «δεν είναι ούτε θεσμικά ούτε επιστημονικά υπεύθυνο να αποδίδεται το συγκεκριμένο περιστατικό σε οποιαδήποτε πηγή πριν υπάρξουν εργαστηριακά δεδομένα. Είναι, όμως, εξίσου προβληματικό να παρουσιάζεται κάθε φορά το ζήτημα ως άγνωστο ή πρωτοφανές».
«Η θαλάσσια ρύπανση στη Λεμεσό έχει διερευνηθεί επανειλημμένα εδώ και χρόνια. Υπάρχουν μελέτες, δειγματοληψίες, έλεγχοι, καταγεγραμμένα περιστατικά και δεδομένα για διαφορετικές θαλάσσιες και χερσαίες πιέσεις. Υπάρχει γνώση, υπάρχουν δεδομένα και υπάρχουν προηγούμενα ευρήματα. Αυτά πρέπει να παρουσιαστούν δημόσια», προσθέτει.
Σύμφωνα με τη Δρα Νησιφόρου, «δεν αρκεί να ανακοινώνεται ότι έγιναν δειγματοληψίες ή ότι τα νερά κολύμβησης πληρούν συγκεκριμένα μικροβιολογικά κριτήρια».
Όπως αναφέρει, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν:
- «Τι ακριβώς εντοπίστηκε και αναλύθηκε.
- Ποια είναι τα πλήρη αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων.
- Πώς συγκρίνονται με προηγούμενα περιστατικά και μελέτες.
- Ποιες δυνητικές πηγές εξετάστηκαν και με ποια δεδομένα αποκλείστηκαν ή δεν αποκλείστηκαν.
- Ποιες παραβάσεις έχουν καταγραφεί διαχρονικά και ποια μέτρα λήφθηκαν.
- Πώς διασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή της περιβαλλοντικής και ναυτιλιακής νομοθεσίας.
- Ποιες συγκεκριμένες ενέργειες γίνονται, ώστε το πρόβλημα να αντιμετωπίζεται στην πηγή και όχι όταν έχει ήδη φτάσει στην παραλία».
«Η επιστημονική διερεύνηση δεν μπορεί να αντικαθίσταται από εύκολες ερμηνείες. Εάν ένα περιστατικό αποδίδεται σε φυσικό φαινόμενο ή στη θαλάσσια πανίδα, πρέπει να παρουσιάζονται τα δεδομένα που τεκμηριώνουν αυτό το συμπέρασμα», υπογραμμίζει.
Παράλληλα, εξηγεί ότι «ιδιαίτερα στη Λεμεσό, με ένα εκτεταμένο και σχεδόν συνεχές παραλιακό μέτωπο, το σημείο στο οποίο εμφανίζεται ένα ρυπαντικό φορτίο δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το σημείο προέλευσής του. Τα θαλάσσια ρεύματα, ο άνεμος και ο κυματισμός μπορούν να μεταφέρουν υλικά κατά μήκος της ακτής».
«Γι’ αυτό, το ζητούμενο σήμερα δεν είναι ακόμη μία ανακοίνωση ότι το περιστατικό διερευνάται», αναφέρει.
«Ζητούμε πλήρη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων, αξιοποίησή τους σε συνδυασμό με τα δεδομένα και τις μελέτες προηγούμενων ετών και σαφή ενημέρωση για τα μέτρα που λαμβάνονται εκεί όπου τα δεδομένα τεκμηριώνουν την προέλευση και τα αίτια της ρύπανσης», προσθέτει.
Καταλήγοντας, η Δρ Νησιφόρου σημειώνει ότι «δεν μπορεί, ενώ υπάρχουν δεδομένα, μηχανισμοί ελέγχου και συσσωρευμένη εμπειρία ετών, κάθε νέο περιστατικό να αντιμετωπίζεται σαν να ξεκινούμε από το μηδέν».
«Απαιτείται ουσιαστική μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση των περιστατικών στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση των αιτιών τους. Η προστασία της θάλασσας της Λεμεσού προϋποθέτει διαφάνεια στα δεδομένα, λογοδοσία για τα ευρήματα, πλήρη εφαρμογή της νομοθεσίας και αποφασιστική παρέμβαση εκεί όπου τα δεδομένα τεκμηριώνουν την πηγή και τα αίτια της ρύπανσης», καταλήγει.