Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
rgt

Στόχος της παραγωγής και δημιουργίας του βίντεο φαίνεται να είναι να πληγεί η Κυπριακή Δημοκρατία, αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Ποινικός Ανακριτής Ανδρέας Πασχαλίδης, ο οποίος παρέδωσε στον Γενικό Εισαγγελέα το πόρισμά του για τη γνωστή υπόθεση «videogate», τονίζοντας ότι από τη μέχρι σήμερα εξασφαλισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει παραβίαση του Ποινικού Κώδικα από τους εμπλεκόμενους Κύπριους «πρωταγωνιστές» του βίντεο.

Όπως σημειώνει, «τα πλάνα που είδαν το φως της δημοσιότητας στις 08/01/2026 δεν είναι αυθεντικά αλλά αποτελούν προϊόν επεξεργασίας και συνεπώς πέραν του ότι συνιστούν προϊόν αντισυνταγματικών ενεργειών και συνεπώς απαράδεκτης μαρτυρίας, είναι μηδαμινής αν όχι καθόλου αποδεικτικής αξίας».

«Σε αυτά, από κυπριακής πλευράς πρωταγωνιστούν τρία πρόσωπα, δύο από τα οποία είναι γνωστά για την ενεργό εμπλοκή τους στα πολιτικά δρώμενα του τόπου ενώ το τρίτο για τις δραστηριότητες του στον τομέα των επιχειρήσεων», προσθέτει. 

Αναφέρει πως «στόχος της παραγωγής/δημιουργίας του βίντεο φαίνεται να είναι να πληγεί η Kυπριακή Δημοκρατία και όχι ιδιωτικά συμφέροντα».

Στην ανακοίνωση «επισημαίνεται το γεγονός ότι μια μέρα πριν την δημοσίευση του μονταρισμένου βίντεο η Κύπρος είχε αναλάβει την Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως και το γεγονός ότι η ανάρτηση στις 08/01/2026 του μονταρισμένου βίντεο είχε όλα τα χαρακτηριστικά συγκεκριμένης καμπάνιας από συγκεκριμένη χώρα, η οποία ξεκίνησε το 2021 με στόχο να πλήξει, μεταξύ άλλων, κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς να αποκλείεται άλλη χώρα εχθρική προς την Κύπρο».

Αναφέρεται επίσης ότι «στους πρωταγωνιστές δόθηκαν διαφορετικά σενάρια σε σχέση με επενδύσεις στην Κύπρο τα οποία, αξιολογούμενα δεν φαίνεται, τουλάχιστο στον παρόν στάδιο, να συνάδουν με την θέση της εταιρείας ως προς τα κίνητρα του πελάτη της».

Με λίγα λόγια, ως τα πράγματα έχουν στο παρόν στάδιο, «δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι, το βίντεο αποτελεί μορφή υβριδικής επίθεσης με στόχο να πληγεί το κυπριακό κράτος», σημειώνει ο κ. Πασχαλίδης. 

Σε σχέση με το θέμα μη συμπερίληψης συγκεκριμένου Ρώσου ολιγάρχη στον κατάλογο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κ. Πασχαλίδης αναφέρει ότι διερευνήθηκαν σε βάθος οι σχετικές αναφορές ενός από τους Κύπριους πρωταγωνιστές για αθέμιτες παρεμβάσεις από πλευράς Κυβέρνησης, μη αποκλειομένης και δικής του συμμετοχής.

«Το θέμα διερευνήθηκε σε βάθος με τις έρευνες να αγγίζουν και υψηλόβαθμα στελέχη της Κυβέρνησης χωρίς να προκύψει οτιδήποτε το επιλήψιμο. Αντίθετα, εκείνο που προέκυψε ήταν ότι η κυπριακή πλευρά, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ενήργησε καθόλα νομότυπα», τονίζεται στην ανακοίνωση.   

Ο κ. Πασχαλίδης αναφέρει ότι «το αυθεντικό βίντεο, το οποίο να σημειωθεί δεν είναι απαλλαγμένο όλων εκείνων των στοιχείων που επηρεάζουν καθοριστικά την αποδεικτική αξία του μονταρισμένου βίντεο, είναι διάρκειας 26 περίπου ωρών».

Προσθέτει πως σε αυτό από κυπριακής πλευράς, «εκτός των τριών προσώπων που πρωταγωνιστούν στα μονταρισμένα πλάνα της 8ης /Ιανουαρίου/2026, πρωταγωνιστούν και άλλες προσωπικότητες, είτε του παρόντος είτε του παρελθόντος, της πολιτικής και επιχειρηματικής ζωής του τόπου».

Συνεχίζοντας σημειώνει ότι «ευθύνη για την παραγωγή/δημιουργία του βίντεο έχει ιδιωτική εταιρεία, μη κυπριακών συμφερόντων, εγγεγραμμένη  στο εξωτερικό το όνομα και τα λοιπά στοιχεία της οποίας οι ανακριτές κατέχουν, την οποία η μαρτυρία φέρει, έναντι παχυλών ανταλλαγμάτων να δραστηριοποιείται στον τομέα της συλλογής και παροχής πληροφοριών με κύκλο εργασιών ανά το παγκόσμιο».

«Προς τούτο, η εταιρεία διατηρεί/εργοδοτεί πράκτορες σε πληθώρα χωρών. Και στην συγκεκριμένη περίπτωση επιστρατεύθηκαν πράκτορες της εταιρείας, όχι κύπριοι, για την δημιουργία/παραγωγή του Video τα στοιχεία των οποίων επίσης οι ανακριτές εξασφάλισαν», συμπληρώνει ο κ. Πασχαλίδης.

Σε ό,τι αφορά οικοδομικό έργο στην επαρχία Λεμεσού, ο Ποινικός Ανακριτής αναφέρει ότι «το συγκεκριμένο θέμα έφεραν στο προσκήνιο σχετικές αναφορές/ισχυρισμοί ενός εκ των Κυπρίων πρωταγωνιστών στο αυθεντικό βίντεο και αφορούσαν σε ευνοϊκή μεταχείριση μέλους της εν λόγω οικογένειας, το οποίο μάλιστα κατονομάζει στις αναφορές του, και απόκτηση πλεονεκτήματος με αθέμιτα μέσα και/η κάτω από συνθήκες που όζουν διαφθοράς».

Προσθέτει ότι «όταν ζητήθηκε από τον συγκεκριμένο Κύπριο "πρωταγωνιστή" να σχολιάσει τις εν λόγω αναφορές/ισχυρισμό του, αυτός αρνήθηκε να το πράξει».

Σημειώνει ακόμη ότι «παρά ταύτα, οι ανακριτές προχώρησαν και διερεύνησαν σε βάθος τις σχετικές αναφορές».

Επισημαίνει ότι «όχι μόνο αποδείχθηκε ότι τέτοιοι ισχυρισμοί ήταν αβάσιμοι και ανεδαφικοί αλλά και ότι στην μόνη περίπτωση που εντοπίστηκε και αφορούσε οικοδομικό έργο της εν λόγω οικογένειας, οι αποφάσεις της εκάστοτε διοίκησης ουδέν το μεμπτό και επιλήψιμο είχαν και, πολύ περισσότερο, μέλος της συγκεκριμένης οικογένειας με το συγκεκριμένο όνομα, δεν υπήρχε».

Σε ό,τι αφορά εισφορές σε μετρητά κατά την προεκλογική εκστρατεία για την Προεδρία της Δημοκρατίας των τριών βασικών υποψηφίων, Νίκου Χριστοδουλίδη, Ανδρέα Μαυρογιάννη και Αβέρωφ Νεοφύτου, ο Ποινικός Ανακριτής αναφέρει ότι «πρόκειται για ένα θέμα το οποίο έπαιξε έντονα κατά τις επίμαχες συνεντεύξεις των δύο εκ των Κυπρίων "πρωταγωνιστών" και συνεπώς δεν μπορούσε να αγνοηθεί εφόσον ο τρόπος που προβλήθηκε δεν άφηνε αμφιβολία ότι το όλο θέμα εμφανιζόταν μολυσμένο με το στοιχείο της Διαφθοράς».

Επισημαίνει ότι «ούτε σε αυτό τον τομέα, παρά τις περί αντιθέτου αναφορές, επίμονες, τουλάχιστον εκ μέρους του ενός από τους δύο, διαπιστώθηκε, μετά από έρευνες, οτιδήποτε το μεμπτό, πόσο μάλλον Διαφθορά».

Αναφορά γίνεται και στα θέματα lobbying, με τον Ποινικό Ανακριτή να σημειώνει ότι «και η συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης διερευνήθηκε σε βάθος και ότι αποτέλεσε «αντικείμενο  η συμπεριφορά των Κυπρίων πρωταγωνιστών».

Προσθέτει ότι «στο πλαίσιο των ερευνών ζητήθηκε και η γνώμη της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς η οποία τοποθετήθηκε με σχετική εμπεριστατωμένη έκθεση της από την οποία δεν προέκυψε οτιδήποτε το επιλήψιμο».

Σε σχέση με το Ταμείο Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής Στήριξης, ο Ποινικός Ανακριτής αναφέρει ότι «η ανάγκη για διερεύνηση της συγκεκριμένης πτυχής της υπόθεσης, προέκυψε από επιλήψιμες αναφορές οι οποίες έφεραν το Ταμείο το οποίο διαχειριζόταν η Πρώτη Κυρία, ως "εύκολη και ασφαλή" δίοδο μέσω της οποίας θα μπορούσαν να διοχετευθούν χρήματα με "ύποπτα" ανταλλάγματα».

Προσθέτει ότι «μεταξύ άλλων ενεργειών στις οποίες ο ποινικός ανακριτής σε συνεργασία με την Αστυνομία προέβη, ήταν και η εξασφάλιση της Έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του Ταμείου και τον τρόπο ταυτοποίησης των δωρητών με τις εισφορές, ευρήματα της εν λόγω Υπηρεσίας».

Όπως αναφέρει «παρελήφθη επίσης Πίνακας Δωρητών ο έλεγχος του οποίου, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη έρευνα, αποκάλυψε το ανεδαφικό των επί του προκειμένου "επιλήψιμων" ισχυρισμών».

Ο Ποινικός Ανακριτής αναφέρεται επίσης στις συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ τριών από τους Κύπριους πρωταγωνιστές και των φερόμενων επενδυτών, σημειώνοντας ότι «μεταξύ τριών από τους Κύπριους πρωταγωνιστές, και των φερόμενων επενδυτών υπεγράφησαν διάφορες συμφωνίες (εμπιστευτικότητας και παροχής υπηρεσιών)».

Προσθέτει ότι «δυνάμει των οποίων, δύο εκ των εν λόγω Κυπρίων πρωταγωνιστών, αποκόμισαν οικονομικά οφέλη».

Ο Ποινικός Ανακριτής αναφέρει ακόμη ότι «από την μέχρι σήμερα εξασφαλισθείσα μαρτυρία έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί το αυθεντικό βίντεο, να αποκαλυφθεί η ταυτότητα του παραγωγού/δημιουργού του βίντεο όπως και η ταυτότητα των προσώπων/πρακτόρων που χρησιμοποιήθηκαν, να γίνει γνωστό το πλήρες περιεχόμενο των συνεντεύξεων, δεν κατέστη όμως δυνατό να γίνει γνωστή η ταυτότητα του πελάτη της εταιρείας, παραγωγού/δημιουργού του βίντεο».

Προσθέτει ότι «είναι πρόδηλο ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας του πελάτη της εταιρείας θα ρίξει φως στο μυστήριο που καλύπτει την συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης και ιδιαίτερα στην πλήρη αποκάλυψη των στόχων και κινήτρων του πελάτη της εταιρείας».

Αναφέρει  ότι για αυτόν τον λόγο «έχει υποβληθεί εισήγηση για συνέχιση των ερευνών σχετικά με την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης, εισήγηση η οποία έγινε δεκτή με αποτέλεσμα την παράταση της περιόδου εντολής του Ποινικού Ανακριτή μέχρι 31/12/2026».

Ο Ποινικός Ανακριτής αναφέρει ότι «από τη μέχρι σήμερα εξασφαλισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει παραβίαση του Ποινικού Κώδικα από οποιοδήποτε των εμπλεκομένων Κυπρίων "πρωταγωνιστών"».

Προσθέτει ότι «παρόλα ταύτα, τον Ποινικό Ανακριτή όπως και την ανακριτική ομάδα της Αστυνομίας, απασχόλησε το ενδεχόμενο να προκύπτουν παραβιάσεις από πλευράς εμπλεκομένων, του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Ν 23(ΙΙΙ)/2000, λόγω των ενεργειών, παραστάσεων, υποσχέσεων, δηλώσεων και γενικά της συμπεριφοράς τους».

Σημειώνει, ωστόσο, ότι «επί του προκειμένου όμως, ο Ποινικός Ανακριτής και η ανακριτική ομάδα της Αστυνομίας έχουν εκφράσει αριθμό επιφυλάξεων».

Ο Ποινικός Ανακριτής αναφέρει ότι «τα όσα ακούγονται στο βίντεο να εκστομίζονται από κάποιους εκ των Κυπρίων πρωταγωνιστών, δεν συνιστούν τίποτε άλλο από αερολογίες και "φαφλατισμούς" που σκοπό και στόχο είχαν την δημιουργία εντυπωσιασμού γύρω από το άτομο τους με σκοπό την αποκόμιση προσωπικού οικονομικού οφέλους το οποίο και μερικοί εξ’ αυτών, άρχισαν να αποκομίζουν».

Προσθέτει ότι «επισημαίνεται το γεγονός ότι όταν ζητήθηκε από αυτούς να σχολιάσουν τις εν λόγω αναφορές/ισχυρισμούς τους, μόνο ένας ανταποκρίθηκε θετικά και αυτός επιβεβαίωσε την συγκεκριμένη διαπίστωση του Ποινικού Ανακριτή, ενώ οι άλλοι αρνήθηκαν να σχολιάσουν και/ή να τοποθετηθούν».