Σε μεγαλύτερη κατανόηση ως προς την ανάγκη για μια ευρωπαϊκή απάντηση στις σημερινές παγκόσμιες μακροοικονομικές ισορροπίες κατέληξαν οι ηγέτες μετά από μια πρώτη συζήτηση για τις επιπτώσεις της Κίνας στην ανταγωνιστικότητα της ΕΕ.
Οι ηγέτες ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εργαστεί σε δύο βασικές κατευθύνσεις, τόσο στο να συνεχίσει το διάλογο, όσο και να ενισχύσει την εργαλειοθήκη της ΕΕ στην εμπορική άμυνα και τη βιομηχανική πολιτική. Οι διατυπώσεις τους ωστόσο υπήρξαν προσεκτικές, χωρίς να κατονομάζουν την Κίνα στα συμπεράσματα των «27».
Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, οι ηγέτες συμφώνησαν ότι απαιτείται απάντηση που θα βασίζεται σε δύο πυλώνες: την ευρωπαϊκή ενότητα και τον διάλογο με τους βασικούς οικονομικούς εταίρους της ΕΕ. Ζητήθηκε από την Κομισιόν να αναπτύξει περαιτέρω και, όπου χρειάζεται, να ενισχύσει την εργαλειοθήκη της ΕΕ στον τομέα της εμπορικής άμυνας και της βιομηχανικής πολιτικής, ώστε να υπάρχουν αποτελεσματικά μέσα για την προστασία των συμφερόντων της, τη μείωση των στρατηγικών κινδύνων και την αντιμετώπιση αθέμιτων πρακτικών στον διεθνή ανταγωνισμό.
Δόθηκε επίσης εντολή στην Κομισιόν να συνεχίσει τον εποικοδομητικό διάλογο με τους βασικούς οικονομικούς εταίρους της ΕΕ, με στόχο την προάσπιση των ευρωπαϊκών οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων. Ο διάλογος αυτός θα πρέπει να αποφέρει συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Ο αξιωματούχος επανέλαβε ότι μαζί με την εξωτερική διάσταση της ανταγωνιστικότητας, η ΕΕ «οφείλει να προχωρήσει στις δικές της μεταρρυθμίσεις και πρωτοβουλίες,» σύμφωνα με τους στόχους της ατζέντας Μία Ευρώπη, Μία Αγορά. Επιπλέον η Ένωση θα συνεχίσει τη διαφοροποίηση των εμπορικών της σχέσεων, τη στρατηγική μείωσης κινδύνων (de-risking), τον περιορισμό των εξαρτήσεων και την ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας. Επισημαίνεται επίσης από την πλευρά της ΕΕ ότι ο θεμιτός ανταγωνισμός σε παγκόσμιο επίπεδο προϋποθέτει ίσους όρους ανταγωνισμού για όλους τους οικονομικούς παράγοντες.
Υπενθυμίζοντας τους στόχους και τα χρονοδιαγράμματα που καθόρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2026, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προέβη σε απολογισμό της προόδου που έχει σημειωθεί όσον αφορά την εγχώρια ατζέντα της ανταγωνιστικότητας, και την υλοποίησή της σύμφωνα με τον διαθεσμικό οδικό χάρτη. Υπογραμμίζεται η ανάγκη για αποφασιστική πρόοδο όσον αφορά την Ενιαία Αγορά, την απλοποίηση και τη μείωση των διοικητικών επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων περαιτέρω πρωτοβουλιών για την επιτάχυνση των διαδικασιών σχεδιασμού και αδειοδότησης, τις προσιτές τιμές ενέργειας και την Ενεργειακή Ένωση 2030, την προώθηση της βιομηχανικής ανανέωσης και καινοτομίας της Ευρώπης και τη μείωση των εξαρτήσεων, καθώς και την κινητοποίηση επενδύσεων, σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες προθεσμίες.
Στα συμπεράσματα αναφέρεται και η ανάγκη ταχύτερης μείωσης των τιμών της ενέργειας, για την καθαρή μετάβαση και την απανθρακοποίηση, λαμβάνοντας υπόψη την τεχνολογική ουδετερότητα, καθώς και για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της Ένωσης. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη την πρόθεση της Κομισιόν να υποβάλει, έως τα μέσα Ιουλίου 2026, συγκεκριμένη πρόταση σχετικά με την αναθεώρηση του συστήματος του ETS, συμπεριλαμβανομένων των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπής, σύμφωνα με την επιστολή της Προέδρου Φον ντερ Λάιεν, τον περασμένο Μάρτιο. Παράλληλα οι ηγέτες καλούν στα συμπεράσματα την Κομισιόν να υποβάλει ξεχωριστή πρόταση για την αντιμετώπιση των ανησυχιών που έχουν εκφράσει ορισμένοι βιομηχανικοί τομείς σχετικά με τα κριτήρια αναφοράς του ETS, διατηρώντας παράλληλα τον ουσιαστικό του ρόλο στην κλιματική και ενεργειακή μετάβαση.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η συναίνεση δεν ήταν ευρεία, καθώς υπάρχουν κράτη μέλη όπως η Ισπανία, τα οποία αποζητούν ευρύτερο διάλογο με την Κίνα και εξέταση των υπαρχόντων εργαλείων ανά τομέα και κατά περίπτωση.