Η παράθεση μέτρων δεν απαντά στο ερώτημα της επάρκειας και της στόχευσής τους, αναφέρεται σε ανακοίνωση του το Συμβούλιο Παρακολούθησης Κυβερνητικού Έργου του ΔΗΣΥ, για το στεγαστικό.
Στην ανακοίνωση αναφέρονται και οι προτάσεις του ΔΗΣΥ για το ζήτημα.
Ακολουθεί αυτούσια η ανακοίνωση:
• «Ως πρώτο βήμα και για να εισέλθει η στεγαστική πολιτική σε μόνιμα τεχνοκρατική και διαφανή βάση, πέρα από συγκυριακές ανακοινώσεις και αντιπαραθέσεις, προτείνουμε τη θέσπιση Έκθεσης Στεγαστικού Κενού, υπό την μορφή μετρήσιμων Δεικτών Απόδοσης (KPIs) για τη στεγαστική πολιτική
Σε συνέχεια της χθεσινής απάντησης του Υπουργείου Εσωτερικών στην ανακοίνωση του Δημοκρατικού Συναγερμού για τη στεγαστική κρίση θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η κεντρική στάση του ΔΗΣΥ είναι ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δεν είναι επαρκώς κλιμακωμένα στη διάσταση και επαρκώς στοχευμένα στη σύνθεση του προβλήματος. Προς τούτο το Υπουργείο Εσωτερικών οφείλει να απαντήσει σε ζητήματα ουσίας που καθορίζουν αν τα μέτρα που λαμβάνονται είναι επαρκή και όχι μόνο αν γενικά υπάρχουν μέτρα το οποίο δεν αμφισβητήσαμε ποτέ και μάλιστα λέμε είναι και προς την σωστή κατεύθυνση.
Τεχνοοικονομικές Μελέτες
Στην απάντησή του, το Υπουργείο δηλώνει ρητά ότι η στεγαστική πολιτική «βασίζεται σε τεχνοοικονομικές μελέτες».
Καλούμε το Υπουργείο να τις δημοσιοποιήσει. Ειδικότερα θα πρέπει να υποβληθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών, η επίσημη πρόβλεψη ζήτησης κατοικιών, το τρέχον οικιστικό απόθεμα ανά κατηγορία (κύρια κατοικία, κενά ακίνητα κλπ) και ανά επαρχία, το προβλεπόμενο κενό μεταξύ ζήτησης και αποθέματος και τον υπολογισμό βάσει του οποίου τα εξαγγελθέντα μέτρα επιλέχθηκαν στην έκταση, ένταση και στη σύνθεση που τους δόθηκε.
Είναι σαφές σε όλους μας ότι χωρίς αυτά τα στοιχεία η στεγαστική κρίση αντιμετωπίζεται στα τυφλά και τα μέτρα δεν θα έχουν την απαιτούμενη επίδραση και αποτελέσματα. Χωρίς τη δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων, ο δημόσιος διάλογος δεν μπορεί να γίνει επί της ουσίας του κατά πόσον τα μέτρα που λαμβάνονται επαρκούν.
Επάρκεια Μέτρων
Η δική μας διαπίστωση ότι τα μέτρα δεν επαρκούν και δεν είναι στοχευμένα στηρίζεται σε δεδομένα των αποτελεσμάτων που δημοσιεύονται.
Σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, ο ρυθμός αύξησης του κόστους απόκτησης στέγης ανέβηκε από +5,0% το γ ́ τρίμηνο του 2025 σε +7,1% το δ ́ τρίμηνο — επιτάχυνση 2,1 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε ένα τρίμηνο.
Η εξήγηση του Υπουργείου ότι για τις αυξήσεις ευθύνονται κυρίως «εξωγενείς παράγοντες, όπως οι πληθωριστικές πιέσεις και ο τομέας της ενέργειας» δεν ευσταθεί πλήρως, για τρεις λόγους που οι ίδιοι οι αριθμοί επιβάλλουν:
Η Κύπρος εμφανίζει αύξηση +9,6% στα διαμερίσματα το δ’τρίμηνο, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η διαφορά αυτή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν εξηγείται από κοινούς εξωγενείς παράγοντες αλλά οφείλεται σε εγχώριους διαρθρωτικούς λόγους όπως είναι και η ζήτηση από ξένους, τα τουριστικά διαμερίσματα, τα διαμερίσματα που χρησιμοποιούνται για βραχυχρόνιες μισθώσεις, ειδικές συνθήκες στις παραλιακές πόλεις κλπ.
Εντός της ίδιας της κυπριακής αγοράς, τα διαμερίσματα ακριβαίνουν +9,6% ενώ οι οικίες μόλις +3,4%, αναλογία σχεδόν τρία προς ένα. Επιπλέον, αυτές οι ακραίες αυξήσεις εντοπίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις παραλιακές πόλεις, ενώ στο εσωτερικό (Λευκωσία) καταγράφονται ελάχιστες αυξήσεις, με τις οικίες να σημειώνουν μάλιστα μείωση. Αν η αιτία ήταν κυρίως η ενέργεια ή ο γενικός πληθωρισμός, η διαφορά αυτή δεν θα ήταν τόσο μεγάλη. Πρόκειται για ανισορροπία ζήτησης-προσφοράς συγκεκριμένα στο τμήμα των διαμερισμάτων δηλαδή ακριβώς στην προσιτή πλευρά της αγοράς, εκεί που στεγάζονται οι νέοι, τα νεαρά ζευγάρια και η μεσαία τάξη.
Στις 2.500 νέες κατοικίες που το ίδιο το Υπουργείο ανακοινώνει μέσω των Σχεδίων Πολεοδομικών Κινήτρων και Build-to-Rent, μόνο 400 (16%) διατίθενται ως προσιτές. Η σύνθεση των μέτρων δηλαδή δεν αντικατοπτρίζει τη σύνθεση του προβλήματος. Το 84% του υπο κατασκευή αποθέματος κατευθύνεται στη μη-προσιτή αγορά, ενώ η ένταση των αυξήσεων είναι τριπλάσια στην προσιτή πλευρά.
Η δική μας ερμηνεία είναι ότι το πρόβλημα είναι τόσο θέμα ακρίβειας (π.χ. κόστος ενέργειας) αλλά και εγχώριο, διαρθρωτικό, και συγκεντρωμένο στο τμήμα της αγοράς όπου η σύνθεση των μέτρων είναι ασθενέστερη και η ζήτηση μεγαλύτερη. Η επιτάχυνση των αυξήσεων ταυτόχρονα με την υλοποίηση των μέτρων δείχνει ότι τα μέτρα όπως είναι κλιμακωμένα και συντεθειμένα σήμερα δεν αρκούν για να αναστρέψουν την πορεία.
Ενόσω υπάρχει διαρθρωτικό έλλειμμα προσφοράς σε σχέση με την ζήτηση οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται προς ενίσχυση των αγοραστών επιτείνει το πρόβλημα αύξησης των τιμών και οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται προς ενίσχυση της προσφοράς δεν έχει την αναγκαία επίδραση ή αποδοχή από τον ιδιωτικό τομέα.
Προτάσεις ΔΗΣΥ
Οι προτάσεις του ΔΗΣΥ τις οποίες θέσαμε προεκλογικά «Προσιτή Στέγη και Προσιτό Ενοίκιο», 21 Μαΐου 2026, παραμένουν στο τραπέζι ως ολοκληρωμένο πλάνο εξόδου από την κρίση: αντιμετώπιση της στέγασης ως κρίσης με ενιαία πολιτική και κεντρικό συντονισμό, σύνδεση εύρους και έντασης της στεγαστικής πολιτικής με την οικονομική ανάπτυξη και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ριζική αναβάθμιση του ΚΟΑΓ και ενίσχυση του από το κράτος (κεφάλαιο και γή), δυναμική συσχέτιση των υπό ανάπτυξη μονάδων με την προβλεπόμενη ζήτηση, δυναμική συσχέτιση των εισοδηματικών κριτηρίων με τη ζήτηση, σύγχρονα δραστικά πολεοδομικά κίνητρα και ολοκλήρωση των Τοπικών Σχεδίων, άμεση ενεργοποίηση κενών και αδρανών ακινήτων, έξυπνη σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα, επέκταση δικαιώματος ανέγερσης ανώγειας κατοικίας σε αγροτικές και ορεινές περιοχές, αυξημένα κίνητρα στα νεαρά ζευγάρια για αγορά και ανακαίνηση παλαιών και αδρανών κατοικίων για και επίλυση του φοιτητικού στεγαστικού. Συμπληρώνουν τη Δέσμη 11 προτάσεων του φθινοπώρου 2024.
Πρόταση Εφαρμογής: Έκθεση Στεγαστικού Κενού
Ως πρώτο βήμα και για να εισέλθει η στεγαστική πολιτική σε μόνιμα τεχνοκρατική και διαφανή βάση, πέρα από συγκυριακές ανακοινώσεις και αντιπαραθέσεις, προτείνουμε τη θέσπιση Έκθεσης Στεγαστικού Κενού, υπό την μορφή μετρήσιμων Δεικτών Απόδοσης (KPIs) για τη στεγαστική πολιτική η οποία θα παρουσιάζεται δημόσια και θα ελέγχεται από την αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή.
Η Έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον:
- Επίσημη πρόβλεψη ζήτησης κατοικιών σε ορίζοντα δεκαετίας, με συνεχή επικαιροποίηση.
- Τρέχον οικιστικό απόθεμα ανά κατηγορία και ανά επαρχία.
- Υπολογισμό του κενού (gap) μεταξύ προβλεπόμενης ζήτησης και διαθέσιμου αποθέματος.
- Σύνδεση κάθε υφιστάμενου και νέου κρατικού μέτρου με τη συμβολή του στην κάλυψη του κενού, ανά κατηγορία αγοράς (προσιτή vs μη-προσιτή).
- Παρακολούθηση της επίδρασης κάθε μέτρου σε επόμενα τρίμηνα — αν αποδίδει, αν χρειάζεται κλιμάκωση, αν χρειάζεται ανασχεδιασμός.
Έτσι, οι πολίτες, η Βουλή, οι θεσμοί και η ίδια η Κυβέρνηση θα έχουν κοινούς δείκτες απόδοσης για να αξιολογούν τη στεγαστική πολιτική, και η εκάστοτε Κυβέρνηση θα λογοδοτεί όχι σε εξαγγελίες αλλά σε αποτελέσματα.
Δεν αμφισβητούμε ότι γίνονται έργα. Αμφισβητούμε αν η ένταση των μέτρων ανταποκρίνεται στη διάσταση του προβλήματος, και αν η σύνθεσή τους ανταποκρίνεται στη σύνθεση του προβλήματος. Και τα δύο αυτά αποδεικνύονται μόνο με δεδομένα όχι με ανακοινώσεις και αντιπαραθέσεις.
Γνωρίζουμε ότι η στεγαστική κρίση δεν λύνεται από τη μια μέρα στην άλλη, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά προειδοποιούμε ότι θα μετατραπεί σε μη διαχειρίσιμη κρίση, αν η πολιτική που σχεδιάζεται, υλοποιείται χωρίς να γνωρίζουμε επίσημα το μέγεθος του κενού που καλείται να καλύψει, και χωρίς η σύνθεσή της να αντιστοιχεί στη σύνθεση του προβλήματος. Προειδοποιούμε επίσης ότι το στεγαστικό δεν αποτελεί μόνο ζήτημα κοινωνικής προστασίας αλλά αν αφεθεί να μεγαλώσει και οδηγηθούμε σε αποτελέσματα άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, πιθανόν να θέσει σε κίνδυνο και την ίδια την ανάπτυξη της χώρας θέτοντας σε κίνδυνο την σταθερότητα της οικονομίας.
Τέλος υπογραμμίζουμε ότι η κρίση στεγαστικού επηρεάζει πολλούς αλλου αξονες πολιτικής που για εμάς αποτελούν προτεραιώτητες όπως την δημιουργία οικογένειας, το δημογραφικό, την υπογεννητικότητα, το κυκλοφοριακό και άλλα»