Η Κομισιόν δημοσίευσε την Πέμπτη, την αξιολόγησή της για τον Κανονισμό της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), η οποία καλύπτει την περίοδο 2014–2024 και αποτελεί βασικό στοιχείο αποτίμησης της εφαρμογής της ευρωπαϊκής αλιευτικής πολιτικής την τελευταία δεκαετία.
Ο Επίτροπος Αλιείας και Ωκεανών, Κώστας Καδής, σε σχετικές δηλώσεις του υπογράμμισε ότι η δεκαετία εφαρμογής της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, έχει συμβάλει ώστε η Ευρώπη να ακολουθεί μία πιο βιώσιμη πορεία, ενισχύοντας την προστασία των θαλάσσιων πόρων από τους οποίους εξαρτάται ο αλιευτικός τομέας.
Σημείωσε ότι η διακυβέρνηση στον τομέα της αλιείας έχει ενισχυθεί σημαντικά και η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί σαφή διεθνή ηγετικό ρόλο στην προστασία των ωκεανών. Ωστόσο, επισήμανε ότι η κλιματική αλλαγή, ο περιορισμένος θαλάσσιος χώρος, το αυξημένο κόστος καυσίμων και οι ταχείες γεωπολιτικές εξελίξεις, συνεχίζουν να ασκούν έντονες πιέσεις στην ανθεκτικότητα του τομέα.
Παράλληλα, τόνισε ότι η αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων παραμένει πιο αργή από το αναμενόμενο, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τόσο τους αλιείς όσο και τις παράκτιες κοινότητες σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ο κ. Καδής ανέφερε ότι η Κομισιόν θα προχωρήσει σε τεκμηριωμένες αποφάσεις για το μέλλον της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, αξιοποιώντας τα ευρήματα της αξιολόγησης για τη διαμόρφωση του επικείμενου Οράματος για την Αλιεία και την Υδατοκαλλιέργεια, καθώς και για τη στρατηγική εξωτερικής δράσης της ΕΕ στον τομέα της αλιείας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Κομισιόν, η αξιολόγηση παρουσιάζει μία μεικτή εικόνα, καθώς ενώ αναγνωρίζει κάποια πρόοδο στη μείωση της υπεραλίευσης και στην ενίσχυση της διαχείρισης της αλιείας, δείχνει επίσης ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ελλείψεις ως προς τα οφέλη βιωσιμότητας. Προσθέτει πως η αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων εξελίσσεται με πιο αργό ρυθμό από τον αναμενόμενο, ενώ τα οικονομικά οφέλη που είχαν προβλεφθεί κατά την υιοθέτηση του Κανονισμού το 2014 δεν έχουν υλοποιηθεί πλήρως. Στην εικόνα αυτή συμβάλλουν, όπως επισημαίνεται, νέες εξωτερικές πιέσεις, μεταξύ των οποίων οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι υψηλές τιμές ενέργειας.
Επισημαίνεται πως η αξία του εμπορίου προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 18% σε πραγματικούς όρους μεταξύ 2015 και 2024. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική οικονομική απόδοση του τομέα παρουσιάζει περιορισμένη σύγκλιση με τους αρχικούς στόχους της ΚΑΠ.
Παράλληλα, σημειώνεται ότι ο αλιευτικός κλάδος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως η γήρανση του στόλου, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και δυσκολίες πρόσβασης σε αλιευτικές ευκαιρίες, ιδιαίτερα για τη μικρής κλίμακας αλιεία. Αντίστοιχα, η υδατοκαλλιέργεια στην ΕΕ παραμένει κερδοφόρα, αλλά περιορισμένης ανάπτυξης σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις.
Η αξιολόγηση καταγράφει ότι το ποσοστό των αποθεμάτων που αλιεύονται σε βιώσιμα επίπεδα αυξήθηκε από 50% το 2014 σε 63% το 2022, ενώ η αλιευτική πίεση έχει μειωθεί. Ωστόσο, η συνολική αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων παραμένει βραδύτερη από την αναμενόμενη.
Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνεται ότι, παρά τη μείωση της πίεσης, συνεχίζεται η πρακτική των ανεπιθύμητων αλιευμάτων, γεγονός που συνδέεται με περιορισμένη αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της υποχρέωσης εκφόρτωσης.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι το κύριο ζήτημα δεν εντοπίζεται στο θεσμικό πλαίσιο της ΚΑΠ, αλλά στην ασυνεπή εφαρμογή και επιβολή των κανόνων μεταξύ των κρατών μελών.
Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι η περιφερειοποίηση της πολιτικής έχει βελτιώσει τον συντονισμό και την προσαρμογή των μέτρων σε περιφερειακό επίπεδο, αν και έχουν καταγραφεί καθυστερήσεις στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ζητήματα αντιπροσωπευτικότητας στα Συμβουλευτικά Συμβούλια.
Η ΕΕ διατηρεί, σύμφωνα με την αξιολόγηση, σημαντικό ρόλο στη διεθνή διακυβέρνηση της αλιείας και στην καταπολέμηση της παράνομης, αδήλωτης και ανεξέλεγκτης αλιείας, μέσω της συμμετοχής της σε περιφερειακούς οργανισμούς διαχείρισης.
Η αξιολόγηση της ΚΑΠ θα αποτελέσει τη βάση για πιθανές μελλοντικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και για τη διαμόρφωση του «Οράματος για την Αλιεία και την Υδατοκαλλιέργεια έως το 2040», το οποίο θα καθορίσει τη στρατηγική κατεύθυνση της πολιτικής για τα επόμενα 15 χρόνια.