Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
1

Επαναβεβαίωσε τη «σταθερή και αμετακίνητη στήριξη της Κύπρου στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο» η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πρέσβης Μαρία Μιχαήλ, την Τρίτη, στην ομιλία της ενώπιον της 80ής Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, χαρακτηρίζοντάς το «ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστικό θεσμό της υψηλότερης ποιότητας». Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για «εξωτερικές απειλές, εξαναγκαστικά μέτρα και άλλες ενέργειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ικανότητά του να επιτελέσει την αποστολή του».

Όπως είπε η κ. Μιχαήλ, είναι «ζωτικής σημασίας το Δικαστήριο και το προσωπικό του να μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντά τους χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις ή αδικαιολόγητες πιέσεις», εκφράζοντας «βαθιά λύπη για κάθε απόπειρα υπονόμευσης της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της αμεροληψίας του».

Εκφράζοντας ευγνωμοσύνη προς την Πρόεδρο του ΔΠΔ, Τομόκο Ακάνε, για την παρουσίαση της έκθεσης, συντάχθηκε με τη δήλωση που απηύθυνε το Μεξικό, καθώς και με εκείνη που θα ακολουθούσε εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταθέτοντας παράλληλα ορισμένες παρατηρήσεις υπό εθνική ιδιότητα.

Η κ. Μιχαήλ ανέφερε ότι η Κύπρος «συνεχίζει να υποστηρίζει τη γενικευμένη κύρωση και πλήρη εφαρμογή του Καταστατικού της Ρώμης» και κάλεσε όλα τα κράτη μέλη «να προσχωρήσουν στη Συνθήκη». Χαιρέτισε «την έναρξη ισχύος του Καταστατικού φέτος για το 125ο Κράτος Μέρος, μετά την πρόσφατη κύρωση από την Ουκρανία», τονίζοντας ότι αυτή η εξέλιξη αντικατοπτρίζει τη διευρυνόμενη αναγνώριση του καίριου ρόλου του Δικαστηρίου «στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας, τη διασφάλιση της λογοδοσίας και την πρόληψη επανάληψης των σοβαρότερων εγκλημάτων διεθνούς ανησυχίας».

Αναφερόμενη στη δικαιοδοσία του ΔΠΔ επί εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και του εγκλήματος της επιθετικότητας, υπενθύμισε ότι τα εγκλήματα αυτά «συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, και ιδίως του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου». Το Δικαστήριο, είπε, «καλείται να αποδώσει δικαιοσύνη για αυτά τα ειδεχθή εγκλήματα, σύμφωνα με την αρχή της συμπληρωματικότητας».

Αναφερόμενη στις Τροπολογίες της Καμπάλα σχετικά με το έγκλημα της επιθετικότητας, η Πρέσβης Μιχαήλ υπενθύμισε ότι «ως θύμα ξένης επιθετικότητας, η Κύπρος υπήρξε από τις πρώτες χώρες που τις κύρωσαν» και χαιρέτισε «την αποδοχή ή κύρωσή τους από τέσσερα νέα κράτη». Κάλεσε όλα τα Κράτη Μέρη «να πράξουν το ίδιο ώστε να ενισχυθεί η μάχη κατά της ατιμωρησίας για το έγκλημα της επιθετικότητας».

Ακόμα αναφέρθηκε στη συμμετοχή της Κύπρου στην Ειδική Σύνοδο της Συνέλευσης των Κρατών Μερών του Ιουλίου 2025, που στόχευε στην ενίσχυση της δικαιοδοσίας του ΔΠΔ επί του εγκλήματος της επιθετικότητας. «Αν και το καθεστώς της Καμπάλα αποτέλεσε ορόσημο», σημείωσε, «παρέμεινε ένα σημαντικό κενό λογοδοσίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου πράξεις επιθετικότητας διαπράττονται από υπηκόους κρατών που δεν είναι μέρη ή στο έδαφος κρατών που δεν είναι μέρη». Αυτό, προειδοποίησε η κ. Μιχαήλ, «επιτρέπει στην ατιμωρησία να διαιωνίζεται και υπονομεύει την αξιοπιστία του Δικαστηρίου».

Για την Κύπρο, τόνισε, «το ζήτημα αυτό κάθε άλλο παρά θεωρητικό είναι». Η χώρα «συνεχίζει να ζει με τις καταστροφικές συνέπειες της ξένης επιθετικότητας» και ως εκ τούτου «η δικαιοσύνη παραμένει για καιρό άπιαστη». Η Πρέσβης υπογράμμισε ότι «η λογοδοσία δεν πρέπει να εξαρτάται από την ταυτότητα του επιτιθέμενου ή τον τόπο όπου διαπράχθηκε η επιθετικότητα, αλλά από την αντικειμενική σοβαρότητα της πράξης και την θεμελιώδη ανάγκη διασφάλισης του κράτους δικαίου σε διεθνές επίπεδο».

Κοιτώντας προς το μέλλον, εξέφρασε την ετοιμότητα της Κύπρου για «τη διακυβερνητική συνάντηση του 2027» και «την Ειδική Σύνοδο του 2029», που θα εξετάσουν την προτεινόμενη τροπολογία του άρθρου 15β, με στόχο την εναρμόνιση της δικαιοδοσίας «σε όλα τα τέσσερα εγκλήματα του Καταστατικού της Ρώμης». Η κ. Μιχαήλ επανεβεβαίωσε επίσης την «ισχυρή στήριξη της Κύπρου στο Ταμείο Θυμάτων», το οποίο χαρακτήρισε «αναπόσπαστο πυλώνα του συστήματος του ΔΠΔ». Το έργο του, όπως είπε, «στην παροχή αποζημιώσεων, βοήθειας και σωματικής και ψυχολογικής αποκατάστασης στα θύματα των πιο αποτρόπαιων εγκλημάτων, υπήρξε εξαιρετικό».

Ανακαλώντας την κυπριακή εμπειρία, πρόσθεσε ότι «ως κράτος που υπέστη εγκλήματα πολέμου, η Κύπρος γνωρίζει και κατανοεί τη σημασία ενός οργανωμένου και έμπειρου μηχανισμού που προσφέρει την απαραίτητη στήριξη στα θύματα για να συνεχίσουν τη ζωή τους». Κλείνοντας διαβεβαίωσε ότι «η συνεχής οικονομική μας στήριξη προς το Ταμείο Θυμάτων παραμένει δεδομένη», καλώντας παράλληλα όλα τα Κράτη Μέρη «να συνεχίσουν ή και να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους για τη στήριξή του».