Οι επιθέσεις με ατομική βόμβα στις 6 και 9 Αυγούστου 1945 στις ιαπωνικές πόλεις της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι σηματοδότησαν την πρώτη χρήση, και μέχρι στιγμής τη μοναδική, πυρηνικών όπλων σε πόλεμο. Οι αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές προκάλεσαν την άμεση και μαζική καταστροφή, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς από τις εκρήξεις και πολλούς ακόμη να πεθαίνουν αργότερα από την επιβλαβή ραδιενεργή ακτινοβολία. Η ιαπωνική κυβέρνηση τελικά δέχτηκε τους όρους παράδοσης των Συμμάχων, όπως διατυπώθηκαν στη Διακήρυξη του Πότσδαμ, στις 10 Αυγούστου, μία μέρα μετά την επίθεση στο Ναγκασάκι.
Το Σχέδιο Μανχάταν και το Λος Άλαμος
Η αναζήτηση της ατομικής ενέργειας ως όπλου ξεκίνησε πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Ιανουάριο του 1939, Γερμανοί επιστήμονες απέδειξαν την πυρηνική σχάση του ουρανίου, ανοίγοντας το δρόμο για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Καθώς στην Ευρώπη και τον Ειρηνικό ηχούσαν ήδη τα τύμπανα του πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν το μεγαλύτερο επιστημονικό και στρατιωτικό εγχείρημα μέχρι τότε, το Σχέδιο Μανχάταν.
Χιροσίμα: 80 χρόνια από τη ρίψη της ατομικής βόμβας
Αυτό το τεράστιο έργο περιελάμβανε 37 εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα, περισσότερα από δώδεκα πανεπιστημιακά εργαστήρια και περίπου 100.000 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων κορυφαίοι φυσικοί όπως ο Άρθουρ Χόλι Κόμπτον, ο Ένρικο Φέρμι και ο Ρίτσαρντ Φάινμαν. Η αμερικανική κυβέρνηση ήταν καλά ενημερωμένη για τις ατομικές φιλοδοξίες του Αδόλφου Χίτλερ, και το 1942 η διοίκηση ανέθεσε τη διαχείριση του έργου στον Στρατό των ΗΠΑ.
Για τα τελικά στάδια της ανάπτυξης της βόμβας, επιλέχθηκε μια απομονωμένη περιοχή στο Λος Άλαμος του Νέου Μεξικού, σε ένα τραχύ οροπέδιο 34 μίλια βόρεια του Σάντα Φε. Από τον Απρίλιο του 1943, μια ομάδα κορυφαίων επιστημόνων και μηχανικών υπό την καθοδήγηση του Τζ. Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, του επιστημονικού διευθυντή του έργου, συγκεντρώθηκε εκεί.
Το εργαστήριο είχε ως αποστολή να μετατρέψει τα σχάσιμα υλικά από τις παραγωγικές μονάδες του Κλίντον και του Χάνφορντ σε καθαρό μέταλλο και να κατασκευάσει τα βασικά μέρη της ατομικής βόμβας. Η πρόκληση ήταν να δημιουργηθεί ένα όπλο αρκετά μικρό ώστε να ριχτεί από αεροπλάνο και αρκετά απλό για να πυροδοτηθεί με ασφάλεια στον αέρα πάνω από τον στόχο. Το 1945, η εγκατάσταση στο Λος Άλαμος φιλοξενούσε πάνω από 5.000 επιστήμονες, τεχνικούς και τις οικογένειές τους.
Η ανάληψη της Προεδρίας από τον Τρούμαν και η ενημέρωση για το ατομικό όπλο
Ο πρόεδρος Ρούζβελτ απεβίωσε τον Απρίλιο του 1945. Μέσα σε 24 ώρες από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο νέος πρόεδρος Χάρι Τρούμαν ενημερώθηκε λεπτομερώς για το πρόγραμμα της ατομικής βόμβας από τον υπουργό Πολέμου Χένρι Στίμσον. Στην Ευρώπη είχε ήδη τελειώσει ο πόλεμος με τη γερμανική άνευ όρων παράδοση τον Μάιο, αλλά οι μάχες στον Ειρηνικό συνεχίζονταν με σφοδρότητα.
Οι πολύνεκρες συγκρούσεις σε νησιά όπως το Ιβο Τζίμα και η Οκινάουα έδειχναν πόσο αιματηρή θα ήταν μια εισβολή στην ιαπωνική ηπειρωτική χώρα, ενισχύοντας την επιμονή για ολοκλήρωση του Σχεδίου Μανχάταν.
Οι ατομικές επιθέσεις και οι επιπτώσεις τους
Στις 6 Αυγούστου 1945, το αεροπλάνο Enola Gay, με κυβερνήτη τον Πολ Τίμπετς, πέταξε πάνω από τη Χιροσίμα και απελευθέρωσε τη βόμβα "Little Boy". Η έκρηξη προκάλεσε αμέσως περίπου 70.000 θανάτους και τεράστια καταστροφή στην πόλη. Τρεις μέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου, το Β-29 Bockscar πέταξε πάνω από το Ναγκασάκι και έριξε τη βόμβα "Fat Man", σκοτώνοντας άμεσα περίπου 40.000 ανθρώπους.
Θλιβερή επέτειος: 79 χρόνια από την ολέθρια ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα (ΒΙΝΤΕΟ & ΦΩΤΟ)
Η πυρηνική καταστροφή ήταν ολοκληρωτική, με το 60-70% των κτιρίων σε κάθε πόλη να καταστρέφονται ή να υφίστανται σοβαρές ζημιές. Οι επιζώντες, γνωστοί ως hibakusha, υπέφεραν από τις μακροχρόνιες συνέπειες της ραδιενέργειας.
Η καταστροφή στο Ναγκασάκι ώθησε τον αυτοκράτορα Χιροχίτο να στηρίξει την αποδοχή των όρων παράδοσης. Στις 10 Αυγούστου 1945, η ιαπωνική κυβέρνηση ανακοίνωσε την παραίτησή της, υπό τον όρο ότι ο αυτοκράτορας θα διατηρούσε την εξουσία του. Οι Σύμμαχοι απέρριψαν αυτόν τον όρο, και η παράδοση οριστικοποιήθηκε στις 14 Αυγούστου, με επίσημη υπογραφή της συνθηκολόγησης να λαμβάνει χώρα στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, επί του αμερικανικού θωρηκτού USS Missouri.
Η Συνεχιζόμενη Απειλή των Πυρηνικών Όπλων
Μετά τον πόλεμο, επιστήμονες μελέτησαν τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας στους επιζώντες. Η Ατομική Επιτροπή Θυμάτων (Atomic Bomb Casualty Commission), που στη συνέχεια μετεξελίχθηκε στη Radiation Effects Research Foundation, ερεύνησε τα αποτελέσματα της έκθεσης στη ραδιενέργεια σε πάνω από 120.000 επιζώντες, παρέχοντας πολύτιμα δεδομένα για τις επιπτώσεις των πυρηνικών όπλων στην ανθρώπινη υγεία.
Τον Αύγουστο του 1945, ο διευθυντής του εργαστηρίου του Λος Άλαμος, Τζ. Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, ευχόταν η απειλή των πυρηνικών όπλων να φέρει τα έθνη πιο κοντά και να δημιουργήσει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ τους.
Παρ’ όλα αυτά, ο κίνδυνος των πυρηνικών όπλων παραμένει στα ύψη, ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό από τον Ψυχρό Πόλεμο. Εννέα χώρες σήμερα διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια, με πάνω από 12.000 ενεργά πυρηνικά κεφαλές, με τις εντάσεις να ανεβαίνουν (Ρωσία-Ουκρανία, Κορεατική Χερσόνησος, Ινδία-Πακιστάν, Μέση Ανατολή) και τις απειλές χρήσεις πυρηνικών όπλων να είναι πλέον συχνότερες. Η καταστροφική τους ισχύς παραμένει τεράστια, καθώς μία μόνο κεφαλή θα μπορούσε να σκοτώσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και να προκαλέσει ανυπολόγιστες περιβαλλοντικές ζημιές.
Οι επιστήμονες και η κοινωνία μέχρι σήμερα, συνεχίζουν να συζητούν εάν αυτή η διπλή πυρηνική επίθεση πραγματικά έσωσε περισσότερες ζωές, επισπεύδοντας το τέλος της σύγκρουσης. Οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την στρατιωτική αναγκαιότητα, τα πολιτικά κίνητρα, και τις ηθικές προεκτάσεις των βομβαρδισμών. Ήταν μια στρατηγική απόφαση για την ταχεία λήξη του πολέμου και τη σωτηρία ζωών; Ή μήπως μια επίδειξη ισχύος με αποδέκτη εξίσου τη Σοβιετική Ένωση όσο και την Ιαπωνία;