Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Ισραηλ επιθεση Ιραν
EPA

Η σχέση της Δύσης με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, με αιχμή του δόρατος τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει ιστορικά συνδεθεί με τη μορφή διακυβέρνησης της χώρας. Από την πλήρη υποστήριξη προς τη μοναρχία του Σάχη Παχλαβί, μέχρι την απομόνωση και τις κυρώσεις που ακολούθησαν την Ισλαμική Επανάσταση, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα αντανακλά τις εναλλαγές γεωπολιτικής στρατηγικής και ιδεολογίας.

Λεπτό προς λεπτό οι εξελίξεις στο ant1live: LIVE/Σε λεπτή κλωστή οι ισορροπίες – Χωρίς τέλος οι επιθέσεις Ισραήλ και Ιράν

1957

Η έναρξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν χρονολογείται στο 1957, όταν ο τότε Σάχης Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί υπέγραψε συμφωνία με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ στο πλαίσιο του προγράμματος «Atoms for Peace».

1959

Δύο χρόνια αργότερα, οι ΗΠΑ παρείχαν την πρώτη επιστημονική εγκατάσταση για πυρηνική έρευνα, ανοίγοντας τον δρόμο για τις μελλοντικές εξελίξεις.

1967

Η Τεχεράνη απέκτησε από την Ουάσιγκτον έναν μικρό ερευνητικό αντιδραστήρα 5 μεγαβάτ.

1973

Ο Σάχης ανακοίνωσε ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο για την εγκατάσταση 23.000 μεγαβάτ πυρηνικής ενέργειας μέχρι το 2000. Την υλοποίηση ανέλαβε ο νεοσύστατος Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας του Ιράν.

Δεκαετία του ’70

Κατά τη δεκαετία του 1970, το Ιράν υπέγραψε πολυάριθμες συμφωνίες με ξένους προμηθευτές και απέκτησε τεχνολογία εμπλουτισμού ουρανίου από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία.

1976

Το Ιράν κατέβαλε 1 δισ. δολάρια για μερίδιο στο εργοστάσιο Eurodif της Γαλλίας, ενώ η Δυτική Γερμανία, με αμερικανική έγκριση, ξεκίνησε την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού Μπουσέρ – έργο που εγκαταλείφθηκε μετά την επανάσταση του 1979.

Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η αγορά 600 τόνων yellowcake από τη Νότια Αφρική το 1976, η οποία έθεσε τις βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη πυρηνικού καυσίμου – με δυνατότητα εμπλουτισμού για στρατιωτική χρήση. Η Ουάσιγκτον δεν αντέδρασε, παρά το γεγονός ότι αυτή η ενέργεια αποτελούσε ένα από τα βασικά βήματα προς την κατεύθυνση της παραγωγής εξαφθοριούχου ουρανίου, κατάλληλου για τη δημιουργία είτε ηλεκτρικής ενέργειας είτε πυρηνικών όπλων.

Η εμπλοκή του Ιράν στην παραγωγή πυρηνικών όπλων δεν ήταν θεωρητική. Η κυβέρνηση του Σάχη είχε ήδη θέσει τεχνολογικές βάσεις για κάτι τέτοιο, ιδίως μετά την ένταξη της Ινδίας και του Πακιστάν –γειτονικών κρατών– στο κλαμπ των πυρηνικών δυνάμεων. Οι δηλώσεις του Σάχη ότι «το Ιράν θα εγκαταλείψει τους περιορισμούς του εάν κάποια χώρα της περιοχής αποκτήσει πυρηνικά όπλα» δείχνουν την κατεύθυνση των φιλοδοξιών του.

Το 1976, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζέραλντ Φορντ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που επέτρεπε στο Ιράν να αγοράσει εγκαταστάσεις διαχωρισμού πλουτωνίου – διαδικασία που θεωρείται ένα από τα πιο προηγμένα στάδια στην κατασκευή πυρηνικής βόμβας. Οι ΗΠΑ, ουσιαστικά, δεν είχαν αντίρρηση να εξελιχθεί το Ιράν σε πυρηνική δύναμη υπό τον Σάχη.

Μετά την Ισλαμική Επανάσταση: Θρησκευτική απαγόρευση και διεθνής καχυποψία

1979

Μετά την πτώση του Σάχη, η στάση της Δύσης απέναντι στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν άλλαξε ριζικά. Οι συμφωνίες εγκαταλείφθηκαν, έργα σταμάτησαν και πόροι παγώθηκαν. Το Ιράν, πλέον υπό την ηγεσία του Αγιατολάχ Χομεϊνί, ακολούθησε τελείως διαφορετική πορεία.

Ο Χομεϊνί εξέδωσε φετβά που απαγόρευε αυστηρά την παραγωγή ή χρήση χημικών και πυρηνικών όπλων.

2003

Ο διάδοχός του, Αγιατολάχ Χαμενεΐ, επανέλαβε την απαγόρευση το 2003, κατά τις κρίσιμες φάσεις των διαπραγματεύσεων με τη Δύση, δηλώνοντας ότι η χρήση τέτοιων όπλων είναι χαραμ – δηλαδή απαγορευμένη από το Ισλάμ.

2015

Μετά την υπογραφή της πυρηνικής συμφωνίας (JCPOA), ο Χαμενεΐ τόνισε ότι, παρότι καμία δύναμη δεν μπορεί να εμποδίσει το Ιράν να κατασκευάσει πυρηνική βόμβα, το ίδιο το Ιράν δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο, διότι «είναι αντίθετο με τον ισλαμικό νόμο». Οι θρησκευτικοί περιορισμοί που επικαλείται η ιρανική ηγεσία είναι αυστηρότεροι από τους όρους που επιβάλλει η Δύση.

 

Αντιφάσεις και πολιτικός οπορτουνισμός

Η στάση της Δύσης φανερώνει βαθιά πολιτική αμφισημία. Από τη μία, στήριξε απλόχερα ένα αυταρχικό καθεστώς με επιθετικές περιφερειακές φιλοδοξίες και πυρηνικό σχέδιο που περιλάμβανε πιθανότητα στρατιωτικοποίησης. Από την άλλη, επιβάλλει κυρώσεις και διατυπώνει κατηγορίες σε ένα θεοκρατικό καθεστώς, το οποίο – τουλάχιστον επισήμως – απαγορεύει την κατασκευή πυρηνικών όπλων.

Η Δύση καταγγέλλει το Ιράν για ενδεχόμενη απειλή κατά της παγκόσμιας ειρήνης, ενώ πολλές από τις ίδιες τις δυτικές χώρες –Γαλλία, ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο– διατηρούν πυρηνικά οπλοστάσια. Καμία από αυτές δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει τις δικές της κεφαλές στο όνομα της παγκόσμιας ασφάλειας.

Η αντίφαση αυτή γίνεται πιο έντονη αν αναλογιστεί κανείς πως, μέχρι σήμερα, ούτε ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) ούτε άλλος φορέας έχει παρουσιάσει αποδείξεις ότι το Ιράν εργάζεται για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας.

Το αδιέξοδο της «πυρηνικής διπλωματίας»

Η πυρηνική συμφωνία του 2015, γνωστή ως Joint Comprehensive Plan of Action, υπογράφηκε με στόχο να περιορίσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και να δημιουργήσει προοπτικές συνεργασίας. Ωστόσο, η μονομερής αποχώρηση των ΗΠΑ το 2018 υπονόμευσε τη συμφωνία, επαναφέροντας τη ρητορική της καχυποψίας και τις κυρώσεις.

Η σημερινή κατάσταση χαρακτηρίζεται από έλλειψη εμπιστοσύνης, πολιτικό υπολογισμό και γεωστρατηγικό ανταγωνισμό. Το Ιράν, πληγωμένο από τη διακοπή των προηγούμενων συμφωνιών και υπό το βάρος της οικονομικής πίεσης, συνεχίζει να διεκδικεί το δικαίωμα του σε ειρηνική πυρηνική τεχνολογία.

Η Ιστορία, ωστόσο, θυμίζει πως δεν ήταν πάντα το Ιράν εκείνο που απειλούσε τη διεθνή ισορροπία. Κάποτε ήταν ο «αστυνόμος του Κόλπου», με την πλήρη υποστήριξη της Δύσης στο πυρηνικό του όραμα.

Με πληροφορίες από almayadeen σε μετάφραση ΕΡΤ