Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
πόθεν έσχες

Έκτασης σαράντα-εννέα σελίδων είναι η ένσταση της Βουλής των Αντιπροσώπων, που κατατέθηκε χθες στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, επί της αναφοράς, που κατατέθηκε αρχές Αυγούστου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, του νόμου για το Πόθεν Έσχες Δημόσια Εκτεθειμένων Προσώπων, και συγκεκριμένα επί του παραρτήματος στη βάση του οποίου υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση, και ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας.

Η ένσταση της Βουλής συνοψίζει τους λόγους για τους οποίους το νομοθετικό σώμα είναι αντίθετο με την αναφορά του Προέδρου, και αντικρούει τα επιχειρήματα κατά της συμπερίληψης του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα στον κατάλογο όσων υποχρεούνται στην κατάθεση Πόθεν Έσχες.

Όπως αναφέρεται, η ένσταση βασίζεται σε τρία νομικά σημεία, και συγκεκριμένα, κατά πρώτον ότι:

Α. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα δεν εξομοιώνονται με τους Δικαστικούς Λειτουργούς.

...με τον δικηγόρο της Βουλής να επιχειρηματολογεί ότι οι δύο δεν ανήκουν στη δικαστική εξουσία και δεν εξισώνονται ή εξομοιώνονται με αυτήν.

«Ιδιαίτερα ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας είναι δημόσια εκτεθειμένα πρόσωπα, και λόγω της ευθύνης τους για χειρισμό ή συμμετοχή τους σε χιλιάδες υποθέσεις αγωγών, διαιτησιών και προσφυγών στις οποίες εγείρονται ποικιλία θεμάτων πολιτικών αποφάσεων, και έχουν ως αντικείμενο οικονομικές απαιτήσεις για τεράστια ποσά, και οι αποφάσεις τους οι οποίες είναι καθ' όλα ανέλεγκτες και ανεξέλεγκτες, από νομικής πλευράς αλλά πολύ συχνά βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα όσον αφορά δημόσιες συζητήσεις και κριτικές.»

Η ένσταση κατατέθηκε από τον δικηγόρο Χρίστο Κληρίδη, ο οποίος στην επιχειρηματολογία του αναφέρεται και σε συγκεκριμένες υποθέσεις που έχουν χειριστεί οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας, όπως η υπόθεση του Θανάση Νικολάου, καθώς και σε κριτικές που τους έχουν ασκηθεί για αποφάσεις και χειρισμούς τους, ή ακόμα και σε κρούσματα διαφθοράς, όπως είναι το λεκτικό που χρησιμοποιεί, για να στηρίξει τη θέση πως η φύση των καθηκόντων των Εισαγγελέων είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με τους δικαστές.

«Συνεπώς ήταν αναμενόμενο και επιβαλλόμενο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας θα συμπεριλαμβάνονταν στο νέο αυτό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο έκδηλα δεν αφορά τους όρους υπηρεσίας αλλά αποτελεί δικλείδα διαφάνειας και ελέγχου για τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τις εξουσίες, αρμοδιότητες και καθήκοντα τους οι αξιωματούχοι και άλλοι κρατικοί υπάλληλοι.»

Το δεύτερο νομικό σημείο επί του οποίου βασίζεται η ένσταση είναι ότι...

Β. Με την υπό κρίση νομοθεσία δεν παραβιάζεται η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών

Με τον δικηγόρο της Βουλής να επιχειρηματολογεί πως κατάφωρη παραβίαση της αρχής διάκρισης των εξουσιών θα αποτελούσε η ρύθμιση την οποία εισηγούνται ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, δηλαδή να υποβάλλουν τις δηλώσεις του πόθεν έσχες στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Το τρίτο νομικό σημείο είναι ότι...

Γ. Ο υπό κρίση νόμος δεν επεμβαίνει στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ή των Θεσμών.

Με τον δικηγόρο της Βουλής να συμπληρώνει την ένσταση επισυνάπτοντας, μαζί με την δεκαεξασέλιδη επιχειρηματολογία και παραρτήματα τριάντα-τριών σελίδων, που περιλαμβάνουν δεκάδες δημοσιεύματα και ρεπορτάζ, που αποδεικνύουν, όπως τονίζεται, την έκθεση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα στη δημόσια κριτική και την εμπλοκή και επιρροή τους σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος, που επιβάλλει την συμπερίληψή τους στο Πόθεν Έσχες.

Ο δικηγόρος της Βουλής καταλήγει πως η ένσταση βασίζεται και στις υποδείξεις ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, για τα θέματα διαφάνειας στη δημόσια ζωή.

Ενώ αναφέρει πως η Βουλή επιφυλάσσεται το δικαίωμά της να εγείρει και θέμα σύγκρουσης συμφέροντος, καθώς η αναφορά του Προέδρου προς το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο παρουσιάζεται από τους ενδιαφερόμενους, Γενικό και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα.

Το Δικαστήριο έχει ορίσει την αναφορά για τις 4 Σεπτεμβρίου προκειμένου να δοθούν οδηγίες στις πλευρές.