Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φυσικο αεριο

Σε μια περίοδο που η ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία λαμβάνει νέες διαστάσεις, με πολλούς ξένους αναλυτές να εκφράζουν απαισιοδοξία για την τροπή των εξελίξεων στο μέτωπο του πολέμου, η προσοχή του διεθνούς Τύπου στρέφεται σταδιακά στην ενεργειακή κρίση που πλήττει τη Δύση και τις ξένες οικονομίες. 

Καθώς πλησιάζει η περίοδος του Φθινοπώρου τα διεθνή δημοσιεύματα εκφράζουν έντονο προβληματισμό για την ενεργειακή κρίση που πυροδοτεί ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία. 

Ο δυτικός Τύπος την προηγούμενη εβδομάδα εστίασε στην αναζήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μια εναλλακτική στρατηγική στο πεδίο της ενέργειας. Παράλληλα, εκφραζόταν η εκτίμηση ότι η Μόσχα είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το ζήτημα της ενέργειας ως μοχλό άσκησης πίεσης στη Δύση. 

Σε παρόμοιο μήκος κύματος ο ασιατικός Τύπος εστίασε στα προβλήματα που πυροδοτεί ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία στις οικονομίες της περιοχής. Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή κρίση απασχόλησε την προηγούμενη εβδομάδα και τον ρωσικό και ουκρανικό Τύπο. 

Η ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη

Στην ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη, την οποία πυροδοτεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, εστίασε στις 19 Ιουλίου η αμερικανική εφημερίδα «The Wall Street Journal», σε κύριο άρθρο, που έφερε τον τίτλο «Ο χειρότερος ενεργειακός εφιάλτης». Όπως αναφέρει το άρθρο: «Χωρίς το ρωσικό φυσικό αέριο, η ευρωπαϊκή οικονομία θα οδηγηθεί σε ύφεση. (Την ίδια ώρα) Οι αγορές φυσικού αερίου από την Ευρώπη σε υψηλότερες παγκόσμιες τιμές προσέφεραν στο Κρεμλίνο ένα απρόσμενο κέρδος». Συνεχίζοντας, ο αρθρογράφος αναρωτιέται: «Τι γίνεται τώρα με την Ευρώπη; Στην καλύτερη περίπτωση, οι πολιτικοί που ταρακουνήθηκαν από τον τρόμο αυτής της εβδομάδας θα εντείνουν τον σχεδιασμό τους για ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις. Αυτές περιλαμβάνουν τη διευθέτηση προμηθειών υγροποιημένου φυσικού αερίου από αλλού ή, στην περίπτωση της Γερμανίας, τη διατήρηση των τριών τελευταίων πυρηνικών αντιδραστήρων σε λειτουργία. Η Ευρώπη λαμβάνει ένα ταχύρρυθμο μάθημα ρωσικού ενεργειακού εκβιασμού. Το μόνο πράγμα που δεν πρέπει ποτέ να κάνει κανείς είναι να ενδώσει στον εκβιαστή, αλλιώς η ενεργειακή ανασφάλεια της Ευρώπης θα επιδεινωθεί». 

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Roger Boyes σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Το Κρεμλίνο πιστεύει ότι αυτόν τον χειμώνα μπορεί να κερδίσει στην Ουκρανία, χρησιμοποιώντας την ενέργεια για να εκθέσει τις διχόνοιες της Δύσης», που δημοσιεύτηκε στις 19 Ιουλίου στη βρετανική εφημερίδα «Times» εστιάζει στον αντίκτυπο της ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη. «Ακόμα και αν η Ευρώπη εξασφαλίσει τις μέγιστες προμήθειες φυσικού αερίου από τη Νορβηγία και το Αζερμπαϊτζάν και οι παραδόσεις αερίου από τη Βόρεια Αφρική παραμείνουν κοντά στα περσινά υψηλά επίπεδα και αν η χρήση φυσικού αερίου στη βιομηχανία μειωθεί και όλα τα κυβερνητικά κτίρια κατεβάσουν τους θερμοστάτες τους, ακόμα και τότε δεν θα σωθεί η Ευρώπη από τη μεγάλη παγωνιά και τον Ψυχρό Πόλεμο 3.0 του Πούτιν», τονίζει ο αρθρογράφος. Ο κ. Boyes προσθέτει τα εξής: «Ο Πούτιν θα μπορούσε να επιτρέψει τη ροή μικρών ποσοτήτων φυσικού αερίου μέσω του Nord Stream 1 για μία ή δύο εβδομάδες και να απαιτήσει την άρση των τεχνικών κυρώσεων που σχετίζονται με τη Gazprom πριν αυξήσει τις παραδόσεις. Ο στόχος: να σπάσει το τείχος των κυρώσεων. Αν αυτό δεν λειτουργήσει, ο Πούτιν θα μπορούσε απλώς να κλείσει τη στρόφιγγα τον Οκτώβριο και να περιμένει να τσιμπήσει η κρίση του κόστους ζωής και της θέρμανσης». 

Για το ίδιο ζήτημα, η γερμανική εφημερίδα «Frankfurter Allgemaine» στις 20 Ιουλίου δημοσίευσε ανάλυση με τίτλο «Τα μέτρα που θα τεθούν σε ισχύ σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης φυσικού αερίου», η οποία εστιάζει στο εναλλακτικό σχέδιο της Ευρώπης στο πεδίο της ενέργειας. Στο δημοσίευμα αναφέρονται τα εξής: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζεται για μια πιθανή κρίση φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το έκτακτο σχέδιο, η Επιτροπή θα επιβάλει δεσμευτικές απαιτήσεις εξοικονόμησης για τα κράτη μέλη σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Συζητείται επίσης η υποχρεωτική θέρμανση των κτιρίων μόνο στους 19 και ψύξη στους 25 βαθμούς. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης για το φυσικό αέριο, υπάρχουν ήδη βασικοί κανόνες στην ΕΕ, οι οποίοι είναι κατοχυρωμένοι στον λεγόμενο κανονισμό SOS. Αυτός ρυθμίζει για παράδειγμα, το ποιοι πελάτες θα πρέπει να εξακολουθήσουν να τροφοδοτούνται με αέριο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Τα νοικοκυριά και οι βασικές κοινωνικές υπηρεσίες τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης ως προστατευόμενοι καταναλωτές. Το σχέδιο της Επιτροπής προβλέπει ότι οι εταιρείες θα πρέπει να μειώσουν την κατανάλωση φυσικού αερίου ή να στραφούν σε άλλες πηγές ενέργειας». Σύμφωνα με το δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, εάν τα πρώτα μέτρα τα οποία θα εφαρμοστούν σε εθελοντική βάση δεν αποδειχθούν αρκετά, ενδέχεται να επιβληθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο υποχρεωτική εξοικονόμηση ενέργειας. Προϋπόθεση για τη θέσπιση υποχρεωτικών στόχων εξοικονόμησης θα αποτελούσε το ενεργειακό αδιέξοδο τουλάχιστον δύο κρατών μελών της ΕΕ.

Η γαλλική εφημερίδα «Le Monde» την προηγούμενη εβδομάδα εστίασε σε μια άλλη πτυχή του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, τον ρόλο του Ρώσου Προέδρου. «Ο Πούτιν θα εξαφανιστεί, αλλά οι φιλοδοξίες του όχι», είναι ο τίτλος της παρέμβασης του Mikhail Shishkin που ήταν δημοσιευμένη στις 22 Ιουλίου στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde». Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι: «Ο Πούτιν απογοήτευσε τους θαυμαστές του σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι πια ο βίαιος «μάτσο» έφιππος, αλλά ένας φουσκωμένος καλικάντζαρος. Κανένας δυτικός πολιτικός δεν έχει κάνει όσα έχει κάνει ο ίδιος για την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, νέες χώρες θα κάνουν ουρά για να ενταχθούν σε αυτή την αμυντική συμμαχία. Αντί να προστατεύει την άγρια φύση και το κλίμα, βομβαρδίζει πόλεις. Αυτό απέχει πολύ από τις χριστιανικές και ηθικές αξίες της οικογένειας». Όπως αναφέρει συνεχίζοντας ο κ. Shishkin, ο Πούτιν «απογοήτευσε τους θαυμαστές του, δείχνοντας ανίκανος να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους. Ο άνθρωπος εξαφανίζεται, αλλά οι θαυμαστές του παραμένουν. Ακόμα και μετά την πτώση του Πούτιν, ένας άλλος Πούτιν θα ενθουσιάσει αναπόφευκτα τη Δύση με τη μάτσο εμφάνισή του και θα προκαλέσει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό».

Η ανησυχία για τις ευάλωτες οικονομίες της Ασίας

Στις επιπτώσεις του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ασία, εστιάζει στην ανάλυσή της η οποία ήταν δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της αγγλόφωνης εφημερίδας της Σιγκαπούρης, «The Strait Times», στις 22 Ιουλίου, με τον τίτλο «Η Νοτιοανατολική Ασία αντέχει παρά τις παγκόσμιες οικονομικές αντιξοότητες», η Kang Wan Chern. «Η Νοτιοανατολική Ασία έχει αποκτήσει αξιοπιστία στην παγκόσμια οικονομία μετά την επέλαση της πανδημίας και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Περισσότερες εταιρείες έχουν μεταφέρει τα εργοστάσιά τους εδώ, αυξάνοντας τη σημασία της περιοχής στην αλυσίδα εφοδιασμού της μεταποίησης. Για να αποφύγουν δαπανηρές καθυστερήσεις στην παραγωγή και τον εφοδιασμό, ένας αυξανόμενος αριθμός αμερικανικών εταιρειών μετέφεραν τις εγκαταστάσεις παραγωγής τους στη Νοτιοανατολική Ασία όπου και διοχέτευσαν νέες επενδύσεις. Στη συνέχεια, ήρθε ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας στα τέλη Φεβρουαρίου, ο οποίος έκτοτε προκάλεσε την έξαρση του παγκόσμιου πληθωρισμού και ανέστειλε την ανάκαμψη της περιοχής», τονίζει η αρθρογράφος, η οποία προειδοποιεί τις χώρες της Ασίας για τις επιπτώσεις των διαιωνιζόμενων εχθροπραξιών στην Ουκρανία, προσθέτοντας ότι «ήδη, πολλές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας που εξαρτώνται από τις εισαγωγές καυσίμων, όπως η Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ και η Σιγκαπούρη, έχουν αισθανθεί τον αντίκτυπο σε βασικές υπηρεσίες όπως οι μεταφορές, η ηλεκτρική ενέργεια και τα καύσιμα». 

Για το ίδιο ζήτημα, η αγγλόφωνη εφημερίδα της Ινδίας «Hindustan Times» την προηγούμενη εβδομάδα προειδοποίησε τους αναγνώστες της ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία πλήττουν τις ευάλωτες οικονομίες της Ασίας. «Ενώ η Σρι Λάνκα αντιμετωπίζει την πολιτική αναστάτωση που προκλήθηκε από μια οικονομική κρίση, η χουντοκρατούμενη Μιανμάρ βυθίζεται στη βία και τη οικονομική ύφεση» έγραψε στις 20 Ιουλίου ο Shishir Gupta σε δημοσίευμα που έφερε τον τίτλο «Η Μιανμάρ βυθίζεται όπως η Σρι Λάνκα, η βία εντατικοποιείται, η οικονομία συρρικνώνεται». Ο κ. Gupta γράφει ότι: «Οι τιμές των τροφίμων και των καυσίμων στη Μιανμάρ έχουν εκτοξευθεί με την πτώση της αξίας του kyat (εθνικού νομίσματος) και οι εμπειρογνώμονες ανησυχούν ότι η κρίση στο δοκιμαζόμενο έθνος θα μπορούσε να βαθύνει περαιτέρω. Εν τω μεταξύ, η βία έχει εντατικοποιηθεί στη Μιανμάρ, καθώς το στρατιωτικό καθεστώς συνεχίζει την καταστολή των φωνών υπέρ της δημοκρατίας». Ο κ. Gupta αναφέρει πληροφορίες που παρουσιάζουν τη Μιανμάρ να βυθίζεται σταδιακά σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.  

Η ενεργειακή κρίση στα ρωσικά και ουκρανικά πρωτοσέλιδα

Η ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη και η σχέση της με τον πόλεμο στην Ουκρανία απασχόλησε την προηγούμενη εβδομάδα και τον ρωσικό Τύπο. Για το συγκεκριμένο θέμα, η ρωσική εφημερίδα «Izvestia» στις 21 Ιουλίου δημοσίευσε την ανάλυση της Maria Vasilyeva με τίτλο «Κινητοποιώντας τους σωλήνες: Πού θα οδηγήσουν τα σχέδια της ΕΕ για μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου κατά 15%». «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε στα κράτη μέλη της ΕΕ να μειώσουν την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 15%. Οι εμπειρογνώμονες που ερωτήθηκαν από τη Izvestia πιστεύουν ότι τα σχέδια των Βρυξελλών για εξοικονόμηση χρημάτων προκειμένου να απορρίψουν τους ρωσικούς ενεργειακούς φορείς δεν θα σώσουν την κατάσταση. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ευρωπαϊκή οικονομία είναι πιθανό να περιέλθει σε ύφεση», τονίζει η αρθρογράφος. Η κ. Vasilyeva, συνεχίζοντας προσθέτει ότι: «Ο Aleksandr Pasechnik, επικεφαλής του τμήματος αναλύσεων του Εθνικού Ταμείου Ενεργειακής Ασφάλειας, επισημαίνει ότι οι εναλλακτικές λύσεις που προτείνει η ΕΕ είναι ελλιπείς: ‘Οι αποταμιεύσεις δεν συνεπάγονται με οικονομική πρόοδο- αντίθετα, οδηγούν σε στασιμότητα και ύφεση. Η οικονομική ανάπτυξη συνδέεται πάντα με την αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας».

«Ο τέταρτος μήνας του βίαιου πολέμου της Ρωσίας με την Ουκρανία έφτασε, διαβρώνοντας ανελέητα τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους της Ουκρανίας και θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη σταθερή λειτουργία του συστήματος ηλεκτροδότησης της χώρας. Αρκετοί από τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής της Ουκρανίας συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου πυρηνικού σταθμού στην Ευρώπη, του πυρηνικού σταθμού Ζαπορίζια, έχουν καταληφθεί από τις ρωσικές δυνάμεις. Ακόμη περισσότερες εγκαταστάσεις μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν καταστραφεί από βομβαρδισμούς», σημείωσε ο Dmytro Naumenko, σε ανάλυση που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της αγγλόφωνης ουκρανικής εφημερίδας «Kiev Independent», στις 22 Ιουλίου, με τίτλο «Καθώς πλησιάζει ο χειμώνας, η Δύση παραμένει κρίσιμος παράγοντας για την ενεργειακή ασφάλεια της Ουκρανίας». Σχολιάζοντας το ζήτημα της ενεργειακής κρίσης, ο αρθρογράφος ανέφερε ότι: «Η απάντηση της Δύσης στη ρωσική επιθετικότητα θα πρέπει να λάβει υπόψη της την επιβίωση της Ουκρανίας τον επερχόμενο χειμώνα, καθώς και να αναπτύξει δεσμεύσεις υψηλού επιπέδου για να διασφαλίσει ότι η Ρωσία θα εκδιωχθεί από την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Καθώς ο πόλεμος αποκτά δυναμική, η ενισχυμένη ενεργειακή ανθεκτικότητα της Ουκρανίας και της Ευρώπης θα αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους ακρογωνιαίους λίθους προς την τελική ήττα της Ρωσίας. Η Δύση πρέπει να παραμείνει ενωμένη αυτή τη στιγμή και να κινητοποιήσει όλους τους δυνατούς πόρους για τον σκοπό αυτό, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας».