Μια νέα σελίδα της ιστορίας του Ισραήλ γύρισε την περασμένη Κυριακή, με το τέλος 12 ετών αδιάκοπης «βασιλείας» του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου, του οποίου η θητεία έληξε με την ανάδειξη της νέας κυβέρνησης υπό την ηγεσία του παλιού του συνεργάτη του Ναφτάλι Μπένετ. Η νέα κυβέρνηση κατάφερε τελικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη της νέας Κνέσετ και ήδη διανύει τις πρώτες μέρες της πολιτικής της διαδρομής.

Οι δεδομένες συγκυρίες δείχνουν ότι το Ισραήλ πρέπει να αναπροσαρμόσει την επιρροή που ασκεί στο Λευκό Οίκο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ΗΠΑ θέτουν σε πρώτη προτεραιότητα τη διαχείριση των σχέσεων τους με το Ιράν. Για την ώρα το Παλαιστινιακό αναμένεται να διανύσει ακόμη μια περίοδο στασιμότητας.
Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο ant1.com.cy, ο Γαβριήλ Χαρίτος, διδάκτορας διεθνών σχέσεων, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μπεν Γκουριόν, του ομώνυμου ισραηλινού πανεπιστημίου ανέλυσε τη διαμορφωθείσα πολιτική κατάσταση στο Ισραήλ και πως αυτή αναμένεται να επηρεάσει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Ο δρ. Χαρίτος διδάσκει Ιστορία των Πολιτικών Σχέσεων Κύπρου-Ελλάδος-Ισραήλ στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν, στα πλαίσια ειδικού προγράμματος διαπανεπιστημιακής συνεργασίας που τέθηκε σε εφαρμογή για πρώτη φορά κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος. Ζει και εργάζεται στο Ισραήλ από το 2018 και κατά κοινή ομολογία, οι αναλύσεις του θεωρούνται ότι αποτελούν σημείο αναφοράς στα ΜΜΕ της Κύπρου και της Ελλάδας για τις πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ και στην Μέση Ανατολή γενικότερα.
Τι σημαίνει η πτώση Νετανιάχου μετά από 12 χρόνια;
Μπορεί να σημαίνει πολλά. Μπορεί όμως να σημαίνει και το απόλυτο τίποτα.
Τι εννοείτε;
Η νέα κυβέρνηση συνεργασίας χαρακτηρίζεται από ασυνήθιστη ιδεολογική ετερογένεια. Ο Πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ ηγείται του κόμματος ‘Γεμίνα’ της εθνοθρησκευτικής Δεξιάς, που δεν αποδέχεται τη λύση της διένεξης Ισραήλ-Παλαιστινίων επί τη βάση της αρχής ‘δύο έθνη, δύο κράτη’ – μία λύση που υποστηρίζει πάγια η διεθνής κοινότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με το κόμμα ‘Νέα Ελπίδα’ του νυν Υπουργού Δικαιοσύνης, Γκιντόν Σάαρ, και τέως σημαίνοντος στελέχους του Λικούντ. Την ίδια αρνητική στάση ως προς τα διαλαμβανόμενα των Συμφωνιών του Όσλο υιοθετεί ο νυν Υπουργός Οικονομικών, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, ηγέτης του δεξιού κόμματος ‘Ισραήλ το Σπίτι μας’, το οποίο ωστόσο τάσσεται καθαρά υπέρ του πλήρους διαχωρισμού Κράτους-Θρησκείας, που υποστηρίζει και το ακροαριστερό κόμμα ‘Μέρετς’ που και αυτό συμμετέχει στην κυβέρνηση. Ως προς τα δύο αυτά φλέγοντα ζητήματα, το κεντροαριστερό Κόμμα των Εργατικών τηρεί ενδιάμεση στάση, το οποίο συγχρόνως υποστηρίζει τη στρατιωτική καταστολή των ένοπλων επιχειρήσεων της Χαμάς, όταν η τελευταία εκτοξεύει ρουκέτες κατά ισραηλινών αστικών κέντρων. Όσον αφορά μάλιστα την εν γένει παρουσία του Ισραήλ στην περιοχή C της Δυτικής Όχθης, αλλά και ως προς την δυναμική απάντηση προς την Χαμάς στη Γάζα, ο νυν Υπουργός Άμυνας, Μπένι Γκαντς, και ηγέτης του κεντρώου κόμματος ‘Άσπρο-Μπλε’, θα συνεχίσει την ίδια στρατιωτική στάση που τηρεί το Ισραήλ επί των ημερών Νετανιάχου – μιας και ο Γκαντς διατηρούσε και τότε το ίδιο κυβερνητικό πόστο.
Επομένως, εάν η πολιτική του Ισραήλ παραμένει ίδια για θέματα μείζονος σημασίας, όπως π.χ. ως προς το Παλαιστινιακό, τι το καινούργιο θα μπορούσαμε να περιμένουμε;
Δεν αποκλείεται να δούμε πολλά πράγματα να αλλάζουν και είναι γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση φέρνει μαζί της πολλές πρωτοτυπίες. Εάν οι πρωτοτυπίες αυτές δεν παραμείνουν «απλά επικοινωνιακά πυροτεχνήματα», τότε μπορούμε να αναμένουμε πολλές ουσιαστικές αλλαγές στην φυσιογνωμία της νέας ισραηλινής πολιτικής εξουσίας. Για παράδειγμα, για πρώτη φορά ο πρωθυπουργός της χώρας είναι θρησκευόμενος. Για πρώτη φορά στηρίζει την κυβέρνηση ένα αραβικό ισλαμιστικό κόμμα, το οποίο αποφάσισε να λάβει σαφείς αποστάσεις από τα υπόλοιπα τρία κόμματα της αραβικής μειονότητας του λεγόμενου «αντισιωνιστικού τόξου». Για πρώτη φορά στο 27μελές υπουργικό συμβούλιο μετέχουν 9 γυναίκες, ως επίσης και δύο άνδρες μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας - ο Υπουργός Υγείας και ηγέτης του ακροαριστερού κόμματος ‘Μέρετς’, Νιτσάν Χόροβιτς, ως επίσης και ο Υφυπουργός Εξωτερικών, Ιντάν Ρολ, που προέρχεται από το κόμμα ‘Υπάρχει Μέλλον’ του Γιαΐρ Λαπίντ. Για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες δεν μετέχει στην κυβέρνηση κανένα Υπερορθόδοξο θρησκευτικό πολιτικό κόμμα, γεγονός απίστευτο για τα ισραηλινά κοινοβουλευτικά χρονικά. Για δεύτερη φορά στην κοινοβουλευτική Ιστορία της χώρας υπουργοποιείται Άραβας μουσουλμάνος πολιτικός. Πρόκειται για τον Ισάουι Φρεζ, βουλευτή του ακροαριστερού κόμματος «Μέρετς», ο οποίος αναλαμβάνει το Υπουργείο Περιφερειακής Συνεργασίας με κύριο αντικείμενο την εκπόνηση αναπτυξιακών πρότζεκτ χαμηλής πολιτικής μεταξύ του Ισραήλ, της Ιορδανίας, της Παλαιστινιακής Αρχής. Κατόπιν των λεγόμενων «Συμφωνιών του Αβραάμ» δεν αποκλείεται να δούμε τον κ. Φρεζ, άλλοτε δεινό επικριτή της ισραηλινής πολιτικής ως προς τον αραβικό κόσμο, να έρχεται να συνομιλήσει υπό την ισραηλινή του υπουργική ιδιότητα με ομολόγους του όχι μόνο από την Παλαιστινιακή Αρχή ή την Ιορδανία, αλλά πλέον και από τα ΗΑΕ, το Μπαχρέιν, το Σουδάν και το Μαρόκο. Μία άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοτυπία της νέας κυβέρνησης είναι ότι στο περιορισμένης σύνθεσης «Υπουργικό Συμβούλιο Ασφάλειας και Άμυνας» (σ.σ. ανάλογο ‘κλειστό’ υπουργικό σχήμα είναι το ελλαδικό ΚΥΣΕΑ) συμμετέχει το ακροαριστερό κόμμα ‘Μέρετς’ και ύστερα από πολλές δεκαετίες το κεντροαριστερό Κόμμα των Εργατικών, δύο πολιτικές δυνάμεις που παραδοσιακά καθ’ όλη την τελευταία 12ετία κατακρίνουν την διαχείριση της διένεξης Ισραήλ-Παλαιστινίων εκ μέρους της Δεξιάς και του Νετανιάχου. Τα δύο αυτά κόμματα της Αριστεράς τάσσονται στην όσο το δυνατόν άμεση επανέναρξη των ισραηλινοπαλαιστινιακών διαπραγματεύσεων με βάση τις Συμφωνίες του Όσλο, και ει δυνατόν την άμεση εκκένωση όσο το δυνατόν περισσότερων εβραϊκών οικισμών στην Δυτική Όχθη. Τώρα όμως, ως κόμματα που μετέχουν στις συνεδριάσεις του ισραηλινού ΚΥΣΕΑ θα κληθούν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα εν τοις πράγμασι και όχι πια εκ του ασφαλούς, από τα έδρανα της αντιπολίτευσης.
Πώς θα μπορέσει η νέα κυβέρνηση να μακροημερεύσει, έχοντας τόσες πολλές ιδεολογικές διαφορές στο εσωτερικό της;
Μου θέτετε ένα ερώτημα που αυτή τη στιγμή τουλάχιστον δεν έχει απάντηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από την ημέρα που η Κνέσετ κλήθηκε να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης, η νέα κυβέρνηση πρόλαβε να ‘μετρήσει’ δύο σημαντικές απώλειες: Ο βουλευτής Σάιντ Αλ-Χαρούμι, ένας από τους συνολικά τέσσερεις βουλευτές του αραβικού κόμματος ‘Ράαμ’ (σ.σ. που υποστηρίζει την κυβέρνηση σε κοινοβουλευτικό επίπεδο χωρίς να αναλαμβάνει κάποιο υπουργείο) κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή αποφάσισε να απέχει από την ψηφοφορία επειδή διαφώνησε σε έναν από τους όρους που είχε θέσει το κόμμα του για την οικονομική στήριξη εκ μέρους της νέας κυβέρνησης προς τους αραβικούς δήμους και κοινότητες της χώρας. Από την άλλη, ο Έλι Αβιντάρ, βουλευτής του κόμματος ‘Ισραήλ το Σπίτι μας’ υπό την ηγεσία του νυν Υπουργού Οικονομικών, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, πείσθηκε την τελευταία στιγμή να υπερψηφίσει την νέα κυβέρνηση, δήλωσε όμως ότι προτίθεται να ανεξαρτητοποιηθεί εκφράζοντας την προσωπική του πικρία προς τον αρχηγό του κόμματός του επειδή δεν τον υπουργοποίησε. Από τη μια, μπορεί ο Άραβας βουλευτής να δήλωσε εκ των υστέρων ότι από τώρα και στο εξής ‘θα υπακούει στην κομματική γραμμή’ που ορίζει ο ηγέτης του ‘Ράαμ’, Μανσούρ Αμπάς. Από την άλλη όμως, εάν τελικά ο ένας βουλευτής του κόμματος του Λίμπερμαν θα εμμείνει στην απόφασή του να ανεξαρτητοποιηθεί, τότε η νέα κυβέρνηση θα υποστηρίζεται μόνο από τους 60 εκ των 120 συνολικά βουλευτών της Κνέσετ. Με άλλα λόγια, αυτό θα σημαίνει ότι δεν είναι σίγουρο εάν θα καταστεί δυνατόν να ψηφισθεί ο κρατικός προϋπολογισμός – κάτι που θα σημαίνει ότι το ενδεχόμενο μίας εκ νέου προσφυγής στις κάλπες θα επανέλθει για ακόμα μία φορά στο προσκήνιο. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι ήδη από τώρα, ο νέος Πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο νυν Υπουργός Εξωτερικών Γιαΐρ Λαπίντ – ο οποίος πρόκειται να αναλάβει την πρωθυπουργία στα τέλη Αυγούστου 2023, δηλαδή κατά την έναρξη του δεύτερου μισού της θητείας της νέας κυβέρνησης – συζητούν την νομοθετική μεταβολή των προθεσμιών μέχρι μία νέα πιθανή εκλογική αναμέτρηση, σε περίπτωση κατά την οποία τελικά ο νέος προϋπολογισμός δεν θα ψηφισθεί, προκειμένου η νέα κυβέρνηση να διατηρηθεί στην εξουσία για ακόμα ένα εξάμηνο και έτσι, να μην διαλυθεί αμέσως η νεοεκλεγείσα Κνέσετ.
Αντιλαμβάνεσθε, λοιπόν, πόσο λεπτές είναι οι παρούσες κοινοβουλευτικές ισορροπίες. Στην αρχή της κουβέντας μας σάς απάντησα ότι, ναι μεν η ‘πτώση’ του Βενιαμίν Νετανιάχου να σημαίνει πολλά, ταυτόχρονα όμως, μπορεί να σημαίνει ένα απόλυτο τίποτα. Δεν αποκλείεται μάλιστα, η παρούσα κατάσταση να αποτελεί απλώς ένα προμήνυμα της επανόδου του Νετανιάχου στην εξουσία, και μάλιστα σε όχι και τόσο μακρινό χρονικό ορίζοντα. Άλλωστε το ισραηλινό πολιτικό σύστημα μάς έχει συνηθίσει να μας εκπλήττει τα τελευταία δυόμισι χρόνια.

Ποιο είναι το κοινό στοιχείο αυτής της κυβέρνησης συνασπισμού που διαμορφώθηκε;
Το προφανές: Η καθαίρεση του Βενιαμίν Νετανιάχου και του περιβάλλοντός του. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίον η νέα κυβέρνηση θα κληθεί να αντιμετωπίσει τα τρέχοντα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας του Ισραήλ αποτελεί ένα ζήτημα προς διερεύνηση. Οι προγραμματικές δηλώσεις του νέου Πρωθυπουργού της χώρας, Ναφτάλι Μπένετ, όπως τις εξέθεσε στην πρόσφατη ομιλία του στην Κνέσετ λίγο πριν λάβει την ψήφο εμπιστοσύνης δια της ισχνότατης πλειοψηφίας των παρόντων βουλευτών - μόλις 60 ψήφοι υπέρ, έναντι 59 ψήφων κατά – ήταν γενικόλογες. Ο δε Υπουργός Εξωτερικών, Γιαΐρ Λαπίντ, προτίμησε να μην λάβει καν τον λόγο, επικρίνοντας τις έντονες λογομαχίες μεταξύ των δεξιών βουλευτών του Λικούντ και του ακροδεξιού κόμματος ‘Θρησκευτικός Σιωνισμός’ αφ’ ενός και αφ’ ετέρου των βουλευτών που υποστήριζαν το δεξιό κόμμα ‘Γιεμίνα’ του Πρωθυπουργού Μπένετ. Κατά την ανάληψη των υπουργικών του καθηκόντων, ο Γιαΐρ Λαπίντ περιορίσθηκε ότι κύριο μέλημά του θα είναι η ενίσχυση των διμερών σχέσεων του Ισραήλ με την Ιορδανία, χωρίς να ανοίξει περισσότερο τα χαρτιά του. Κάθε εκτίμηση θα ήταν επισφαλής, τουλάχιστον για την ώρα.
Τι εξελίξεις αναμένονται στο Μεσανατολικό με την άνοδο της νέας αυτής κυβέρνησης;
Κατ’ αρχήν, κατά το παρόν στάδιο, θα ήταν προτιμότερο να κάνουμε έναν σαφή διαχωρισμό ως προς το τι εννοούμε «Μεσανατολικό». Οι αναλυτές εντός αλλά και εκτός Ισραήλ, συνηθίζουν να θεωρούν ότι το λεγόμενο ‘Μεσανατολικό’ συμπίπτει απόλυτα με το χρόνιο Παλαιστινιακό πρόβλημα. Οι πραγματικότητες όμως των τελευταίων δεκαετιών καταδεικνύουν ότι θα ήταν προτιμότερο να δούμε πώς τελικά ορίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες την έννοια «Μεσανατολικό».
Τι εννοείτε;
Παρά το οικονομικό και στρατιωτικό του εκτόπισμα, το Ισραήλ δεν παύει να είναι μία χώρα μικρή και ως εκ τούτου ο τρόπος θεώρησης της περιφερειακής πραγματικότητας είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε χώρες ανάλογου μεγέθους όπως για παράδειγμα η Ελλάδα, ή και σε ακόμα μικρότερες όπως η Κύπρος. Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η υπερδύναμη που ακόμα έχει τον πρώτο λόγο στα τεκταινόμενα της Μέσης Ανατολής, έχει την δική της, ευρύτερη θεώρηση. Έτσι, όταν μιλάμε γενικά για «το Μεσανατολικό», ας έχουμε στον νου μας ότι για την Ουάσιγκτον η Μέση Ανατολή περιλαμβάνει τον γεωγραφικό χώρο που εκτείνεται από το Μαρόκο και τελειώνει στον Περσικό Κόλπο, στο Ιράν και μέχρι το Αφγανιστάν. Αντιθέτως, η θεώρηση του Ισραήλ είναι σαφώς πιο περιορισμένη, μιας και η άμεση επιρροή της επικεντρώνεται στα τεκταινόμενα στην Παλαιστινιακή Αρχή και στην Λωρίδα της Γάζας.

Όσον αφορά την διαμόρφωση των σχέσεων ΗΠΑ-Ιράν, το Ισραήλ μέχρι τώρα εξέφερε απόψεις που ως επί το πλείστον εισακούονταν εκ μέρους της διακυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ. Με την άνοδο του Προέδρου Τζο Μπάιντεν και την επαναφορά ‘στα πράγματα’ σημαντικών επιτελικών στελεχών της πάλαι ποτέ διακυβέρνησης Μπαράκ Ομπάμα, οι παρεμβάσεις του Ισραήλ στα κέντρα αποφάσεων του Λευκού Οίκου δείχνουν μάλλον ότι περιορίζονται υπό τις παρούσες συγκυρίες.
Έτσι, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι εξελίξεις, για τον Πρόεδρο Μπάιντεν, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα εκκρεμεί προς διευθέτηση στην Μέση Ανατολή, η διαχείριση των σχέσεων με το Ιράν είναι το πιο σημαντικό θέμα για το Στέητ Ντηπάρτμεντ. Το έντονο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για το Ιράν αιτιολογείται ως εξής: Κατά την διακυβέρνηση Τραμπ, οι ΗΠΑ είχαν επικεντρωθεί στην επισημοποίηση της γέφυρας συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ και των μετριοπαθών φιλοδυτικών χωρών του Κόλπου και της Βορείου Αφρικής, αφήνοντας το Ιράν στο περιθώριο. Συγχρόνως όμως, το Ιράν αναγκάστηκε να δημιουργήσει εναλλακτικές. Προ διμήνου το Ιράν υπέγραψε με την Κίνα μία εξαιρετικής σημασίας συμφωνίας οικονομικής συνεργασίας διάρκειας 25 ετών, με αποτέλεσμα η σφαίρα επιρροής της Κίνας στην Μέση Ανατολή να επεκτείνεται απειλητικά έναντι των περιφερειακών συμφερόντων των ΗΠΑ. Παράλληλα το Ιράν ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τη συνεργασία του σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο με τη Ρωσία, με την δεύτερη να ενισχύει την ιρανική στρατιωτική τεχνογνωσία, προσφέροντας της πρόσφατα έναν κατασκοπευτικό δορυφόρο που ενισχύει κατά πολύ τις δυνατότητες του Ιράν να συλλέγει ευαίσθητες πληροφορίες στην περιοχή.
Η Ουάσιγκτον έχει αποφασίσει να αυξήσει την επιρροή της στο Ιράν και να θέσει ένα τέρμα στην απομόνωσή του σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο. Σε αντίθεση περίπτωση, το μόνο που τελικά θα καταφέρει θα είναι να αφήσει το πεδίο ελεύθερο σε Κίνα και Ρωσία να κερδίσουν ακόμα περισσότερο έδαφος στα μεσανατολικά τεκταινόμενα. Έτσι απλά εξηγείται η εμμονή της νέας αμερικανικής διακυβέρνησης να ασχοληθεί ενδελεχώς με το ζήτημα του Ιράν, του πυρηνικού του προγράμματος και της οικονομίας του που παραπαίει εδώ και χρόνια λόγω των κυρώσεων που προώθησαν οι ΗΠΑ επί θητείας Ντόναλντ Τραμπ. Η Ουάσιγκτον φαίνεται πως έχει κουραστεί από τις πιέσεις του τέως Πρωθυπουργού του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, από κύκλους της συντηρητικότερης μερίδας της εβραϊκής Ομογένειας στις ΗΠΑ, ως επίσης και από το περιβάλλον των Ευαγγελιστών που ενίσχυαν οικονομικά τους κομματικούς μηχανισμούς του Προέδρου Τραμπ. Είναι άλλωστε κοινό μυστικό ότι το Ισραήλ επιθυμεί να διατηρήσει την ιδιότητα ως του ‘πλέον έμπιστου συμμάχου της Δύσης στην Μέση Ανατολή’ και ως εκ τούτου, κάθε προσπάθεια συνδιαλλαγής του Ιράν με την Δύση εκλαμβάνεται από την ισραηλινή πλευρά ως κίνδυνος μείωσης της στρατηγικής του σημασίας. Όταν όμως ο Λευκός Οίκος βλέπει πλέον καθαρά ότι ένα τόσο σημαντικό ‘κομμάτι του περιφερειακού παζλ’ της Μέσης Ανατολής αρχίζει πια να «κινεζοποιείται», είναι σαφές ότι η επιρροή του Βενιαμίν Νετανιάχου στα ισραηλινά πολιτικά πράγματα θα πρέπει είτε να λήξει οριστικά ή έστω να διακοπεί για κάποιο χρονικό διάστημα, έως ότου Ουάσιγκτον και Τεχεράνη να μπορέσουν να βρουν ένα δικό τους κοινό σημείο αναφοράς, όχι μόνο για το παρόν, όσο και για το μέλλον - άμεσο και απώτερο.
Ενδεικτικό της απόστασης που τηρεί η νέα αμερικανική διακυβέρνηση έναντι του Νετανιάχου ήταν ότι ο Πρόεδρος Μπάιντεν άφησε να περάσει παραπάνω από ένας μήνας έως ότου αποφασίσει να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον ισραηλινό τέως πρωθυπουργό, αναγκάζοντας τον επικεφαλής της Μόνιμης Αντιπροσωπείας του Ισραήλ στον ΟΗΕ να.. διαμαρτυρηθεί μέσω twitter για αυτό το ‘πρωτοφανές φαινόμενο’. Αντιθέτως, ούτε δύο ώρες δεν είχαν προλάβει να περάσουν από την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης υπό τον Ναφτάλι Μπένετ και ο Πρόεδρος Μπάιντεν τον είχε ήδη συγχαρεί τηλεφωνικά.
Με άλλα λόγια, για την διακυβέρνηση Μπάιντεν, ο όρος «Μεσανατολικό» σχετίζεται περισσότερο με τις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν παρά με την επίλυση του Παλαιστινιακού. Η αλήθεια άλλωστε είναι ότι αυτή τη στιγμή οι συγκυρίες δεν ευνοούν μίαν αποτελεσματική διαχείριση του Παλαιστινιακού για τους ακόλουθους απλούς λόγους: Η Παλαιστινιακή Αρχή διανύει μία έντονη κρίση εξουσίας. Ο Πρόεδρος Αμπάς είναι σαφώς αποδυναμωμένος και η δημοτικότητά του έχει μειωθεί στην Δυτική Όχθη, έναντι κυρίως της Χαμάς και πιθανότατα και έναντι των πολλών δελφίνων που εμφανίζονται στην οργάνωση Φατάχ. Αυτό φάνηκε από την απόφασή του να ματαιώσει τις κοινοβουλευτικές εκλογές που θα πραγματοποιούνταν στις 22 Μαΐου 2021. Άγνωστο παραμένει εάν τελικά οι προαναγγελθείσες προεδρικές εκλογές της 31 Ιουλίου 2021 θα πραγματοποιηθούν ή όχι. Η εκκωφαντική σιωπή της Παλαιστινιακής Αρχής για το συγκεκριμένο ζήτημα προλέγει ότι και αυτές οι εκλογές θα αναβληθούν επ’ αόριστον. Με ένα τέτοιο κλίμα αβεβαιότητας στους θεσμικούς μηχανισμούς της Παλαιστινιακής Αρχής, την οποία η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει ως την μοναδική νόμιμη εκπρόσωπο του Παλαιστινιακού λαού, πώς θα ήταν ποτέ δυνατόν να σημειωθεί κάποια ουσιαστική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις Ισραήλ-Παλαιστινίων επί τω τέλει εφαρμογής των Συμφωνιών του Όσλο, έστω και ύστερα από καθυστέρηση τόσων ετών; Όσο για την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς, ισχύει απόλυτα η γνωστή ρήση «τα πάντα ρει» , χωρίς να αποκλείεται να δούμε ξανά μία επανάληψη των πρόσφατων εχθροπραξιών τον Μάιο που πέρασε.
Οπότε, κατά την άποψή σας, η στήριξη που εκδηλώνει η διακυβέρνηση Μπάιντεν προς την νέα ισραηλινή κυβέρνηση Μπένετ-Λαπίντ σχετίζεται πρωτίστως με το ζήτημα του Ιράν και δευτερευόντως με το Παλαιστινιακό.
Ακριβώς. Να μην ξεχνάμε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη στη Βιέννη οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Να μην ξεχνάμε επίσης ότι αυτή τη στιγμή κανένας δεν είναι σε θέση να ξέρει ποια θα είναι η επιρροή των αποτελεσμάτων των προεδρικών εκλογών στο Ιράν, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μόλις χθες και ανέδειξαν νικητή τον Ιμπραήμ Ραισί.
Όσο για το Παλαιστινιακό, όπως εκτενώς σας εξέθεσα προηγουμένως, όσο δεν υπάρχει καμία ουσιαστική εξέλιξη ως προς το ποιος θα είναι αυτός που θα διαδεχθεί τον Πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς στην ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής, η στασιμότητα στις σχέσεις Ισραήλ-Παλαιστινίων θα συνεχίζεται. Ένα είναι το μόνο σίγουρο δεδομένο για την ώρα τουλάχιστον: Κανένας δεν επιθυμεί να δει την οργάνωση Χαμάς να ελέγχει τα κέντρα αποφάσεων στην Ραμάλα. Και όταν λέμε ‘κανένας’ δεν εννοούμε μόνο το Ισραήλ, αλλά και την Ιορδανία, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της στον αραβικό κόσμο που συνδιαλέγονται με το Ισραήλ, άμεσα ή έμμεσα. Η πείρα έχει καταδείξει ότι οι θεσμικές αλλαγές και οι πολιτικές παρασκηνιακές διεργασίες στους μηχανισμούς της Παλαιστινιακής Αρχής κινούνται με πολύ αργούς ρυθμούς και όσο ο Πρόεδρος Αμπάς συντηρείται στην εξουσία, τίποτα δεν αναμένεται να μεταβληθεί σύντομα. Επιπροσθέτως, με δεδομένες τις εύθραυστες ισορροπίες που επικρατούν σε ενδοκυβερνητικό επίπεδο στο Ισραήλ, είναι δύσκολο κανείς να φανταστεί ότι η κυβέρνηση Μπένετ-Λαπίντ θα είναι σε θέση να διαχειριστεί με ομόφωνες αποφάσεις όσα τυχόν προκύψουν από οιαδήποτε μεταβολή διακυβέρνησης στην Παλαιστινιακή Αρχή – εάν και εφόσον κάποτε συμβεί κάτι τέτοιο στο εγγύς μέλλον. Θα έλεγε κανείς ότι η διάρκεια ζωής της νέας ισραηλινής κυβέρνησης εξαρτάται περισσότερο από την πρόοδο των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ιράν παρά από το τι μέλλει γενέσθαι σε ενδοπαλαιστινιακό επίπεδο. Κανένας όμως δεν μπορεί να αποκλείσει μια έκπληξη.
Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή;
Μία αιφνίδια αλλαγή στην πολιτική ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής για παράδειγμα. Ή ακόμα και μία προσπάθεια του καθεστώτος Άσαντ να «ανοίξει γέφυρες» με την διακυβέρνηση Μπάιντεν και να θελήσει να έρθει σε μία άτυπη, ή ακόμα και λιγότερο άτυπη, συνεννόηση με το Ισραήλ. Χθες διέρρευσαν κάποιες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες στα ισραηλινά ΜΜΕ περί τέτοιου είδους φημολογούμενων προθέσεων της Δαμασκού, και δεν αποκλείεται το επόμενο διάστημα να παρατηρηθεί σχετική κινητικότητα. Άλλωστε, αξίζει να σημειώσουμε ότι η νέα κυβέρνηση Μπένετ-Λαπίντ έχει μεγάλη ανάγκη από μία απτή επιτυχία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής – μιας και ο απερχόμενος Πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου ειδικά στον συγκεκριμένο τομέα άφησε πίσω του σημαντικό έργο που κανένας δεν είναι σε θέση να αγνοήσει.