Σημαντικές βελτιώσεις αλλά και διαρθρωτικές αδυναμίες στο σύστημα εποπτείας για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα καταγράφει η Ειδική Έκθεση ΕΕ-ΕΥ 14/2026 της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.
Η Έκθεση παρουσιάζει τα αποτελέσματα ελέγχου λειτουργικής αποδοτικότητας των δραστηριοτήτων εποπτείας AML και εκπονήθηκε στο πλαίσιο παράλληλου ελέγχου με τα Ανώτατα Ελεγκτικά Ιδρύματα Γερμανίας, Ισπανίας, Ολλανδίας και Πολωνίας, στη βάση κοινού ελεγκτικού πλαισίου. Προσεχώς αναμένεται και κοινή ευρωπαϊκή έκθεση.
Σε εθνικό επίπεδο, η Έκθεση βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του θεσμικού και επιχειρησιακού περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κεντρική Τράπεζα Κύπρου
Το εθνικό νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο παρέχει στην Κεντρική Τράπεζα σαφή νομική εντολή και επαρκείς εξουσίες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε θέματα AML, περιλαμβανομένης της πρόσβασης σε πληροφορίες, της διενέργειας ελέγχων και της επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων.
Η εποπτική προσέγγιση βασίζεται σε αξιολόγηση κινδύνων και πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, ευθυγραμμισμένη σε μεγάλο βαθμό με τις κατευθυντήριες γραμμές της FATF και των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών. Η αξιολόγηση κινδύνων γίνεται μέσω εξειδικευμένου εργαλείου με τεχνική συνδρομή του ΔΝΤ, το οποίο ωστόσο χρήζει περαιτέρω επικαιροποίησης σε επιμέρους παραμέτρους.
Κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2020 μέχρι Ιουλίου 2024, η Υπηρεσία AML της ΚΤΚ ήταν λειτουργικά αυτόνομη με επαρκείς μη μισθολογικούς πόρους, αλλά με περιορισμούς στη στελέχωση. Οι περιορισμοί αυτοί επηρέασαν την πλήρη εφαρμογή της εποπτικής στρατηγικής βάσει κινδύνου, ιδίως ως προς τη φύση, τη συχνότητα και την ένταση των ελέγχων, καθώς και την υλοποίηση του ετήσιου προγραμματισμού.
Η ενίσχυση της στελέχωσης της Διεύθυνσης AML, που συστάθηκε τον Φεβρουάριο 2025, κρίνεται καθοριστική για την επιχειρησιακή αποδοτικότητα.
Οι εποπτικές διαδικασίες στηρίζονται σε εσωτερικό εγχειρίδιο και τυποποιημένα προγράμματα, ωστόσο δεν υπάρχει ανεξάρτητη Υπηρεσία διασφάλισης ποιότητας, γεγονός που θα μπορούσε να ενισχύσει την αξιοπιστία των ελέγχων.
Καταγράφονται επίσης καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση εποπτικών ενεργειών, λόγω χρονοβόρων εσωτερικών διαδικασιών. Το χρονικό διάστημα από την έναρξη επιτόπιου ελέγχου μέχρι την τελική απόφαση παραμένει μεγάλο, αν και αναμένεται βελτίωση μέσω αναδιάρθρωσης και ενίσχυσης νομικής υποστήριξης.
Κατά την περίοδο ελέγχου επιβλήθηκαν πρόστιμα περίπου 2 εκατομμυρίων ευρώ σε δύο πιστωτικά ιδρύματα για τρεις παραβιάσεις του πλαισίου AML. Η διαδικασία επιβολής κυρώσεων βασίζεται κυρίως στην εποπτική κρίση και δεν υποστηρίζεται πλήρως από σαφές πλαίσιο αντικειμενικών κριτηρίων.
Ταυτόχρονα, καταγράφεται βελτίωση στις πρακτικές των τραπεζών και μείωση των κινδύνων AML, αλλά και αυστηροποίηση των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε δυσανάλογες επιπτώσεις, όπως δυσκολίες πρόσβασης σε τραπεζικές υπηρεσίες για ΜΚΟ ή μη εκτέλεση μεταφορών προς Ρώσους υπηκόους με άδεια παραμονής που δεν εμπίπτουν σε κυρώσεις.
Παράλληλα, η διαφάνεια και λογοδοσία της ΚΤΚ παραμένουν περιορισμένες ως προς την αποτύπωση της αποτελεσματικότητας των εποπτικών ενεργειών.
Η Έκθεση επισημαίνει επίσης ότι προέκυψαν διαφορετικές ερμηνείες ως προς την πρόσβαση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας σε ορισμένες πληροφορίες, γεγονός που δυσχέρανε τον έλεγχο. Τονίζεται η ανάγκη αποφυγής «κενών εποπτείας» μεταξύ ΚΤΚ και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Δείτε αναλυτικά την έκθεση εδώ
ΜΟΚΑΣ
Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΜΟΚΑΣ χαρακτηρίζεται επαρκές και εναρμονισμένο με διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, με καθορισμένες διαδικασίες και εξειδικευμένα πληροφοριακά συστήματα.
Κατά την περίοδο 2020 έως 2024, η ΜΟΚΑΣ ενισχύθηκε σημαντικά σε ανθρώπινους και τεχνολογικούς πόρους, ενώ από τον Ιούλιο 2023 εισήχθησαν μηχανισμοί κατηγοριοποίησης και προτεραιοποίησης αναφορών βάσει κινδύνου.
Ωστόσο, ο αυξανόμενος όγκος και η πολυπλοκότητα των αναφορών, ιδιαίτερα λόγω της ανάπτυξης των κρυπτο-περιουσιακών στοιχείων, δημιουργούν αυξημένες απαιτήσεις. Παρατηρείται επίσης αύξηση εκκρεμών αναφορών, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη καλύτερης κατανομής πόρων.
Ο έλεγχος εντόπισε ζητήματα που επηρεάζουν την πληρότητα και την έγκαιρη ανάλυση, όπως η χρήση παραμέτρων αξιολόγησης χωρίς σαφή τεκμηρίωση, η μη αναδρομική αξιολόγηση παλαιότερων αναφορών και η περιορισμένη αξιοποίηση αναφορών χαμηλής σημασίας.
Η ποιοτική αξιολόγηση ανέδειξε αδυναμίες στις αναφορές των πιστωτικών ιδρυμάτων ως προς την πληρότητα και την τεκμηρίωση, ενώ σημαντικός αριθμός αναφορών περιορισμένης συνάφειας επιβαρύνει τη ΜΟΚΑΣ. Το ποσοστό αναφορών που διαβιβάζονται στις αρχές επιβολής του νόμου ανήλθε κατά μέσο όρο στο 5,5% την περίοδο του ελέγχου, με ανοδική τάση το 2023 και 2024.
Παρά τις θεσμοθετημένες διαδικασίες συνεργασίας, η ανατροφοδότηση από τις αρχές επιβολής του νόμου παραμένει περιορισμένη και μη συστηματική, επηρεάζοντας την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.
Επιπλέον, η ενσωμάτωση του προϋπολογισμού της ΜΟΚΑΣ στη Νομική Υπηρεσία ενδέχεται να επηρεάζει την αυτονομία και την ευελιξία κατανομής πόρων.
Εθνική αξιολόγηση κινδύνου
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Συμβουλευτική Αρχή, η οποία είναι αρμόδια για τον συντονισμό σε εθνικό επίπεδο και τη διενέργεια της Εθνικής Αξιολόγησης Κινδύνων.
Η ισχύουσα αξιολόγηση, που ολοκληρώθηκε το 2017 και βασίζεται σε δεδομένα 2011 έως 2016, δεν έχει επικαιροποιηθεί, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά της να αντανακλά τις σύγχρονες εξελίξεις.
Νέα αξιολόγηση δρομολογήθηκε τον Δεκέμβριο 2025 και η έγκαιρη ολοκλήρωσή της θεωρείται κρίσιμη, ενόψει και της αξιολόγησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από τη Moneyval το 2028.