Θεωρεί ακόμη ότι μόνο οι νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές δεν μπορούν να βελτιώνουν για πάντα την τροχιά ανάπτυξης της οικονομίας της ευρωζώνης. «Η νομισματική πολιτική μπορεί να βοηθήσει τις οικονομίες να σταθεροποιηθούν βραχυπρόθεσμα, αλλά μπορεί να είναι αντιπαραγωγικές μακροπρόθεσμα εάν οδηγήσουν σε εφησυχασμό».
Η Standard & Poor's αναφέρει ότι βλέπει την απαρχή μιας νέας φάσης στην παρατεταμένη κρίση της ευρωζώνης, όπου ναι μεν τα χειρότερα μπορεί να έχουν περάσει, αλλά βρίσκεται μπροστά μας το δύσκολο έργο της ολοκλήρωσης των δύσκολων επιχειρηματικών γραμμών.
Υπενθυμίζει ακόμη ότι πέρυσι τον Οκτώβριο είχε δημοσιεύσει ένα report με τον ίδιο τίτλο, στο οποίο υποστήριζε ότι διαβλέπει το ρίσκο «οι τρέχουσες ευνοϊκές συνθήκες της αγοράς, θα μπορούσαν να επιτρέψουν στις κυβερνήσεις να χαλαρώσουν τις προσπάθειές τους δημοσιονομικής εξυγίανσης και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις τόνωσης της ανάπτυξης, βάζοντας με αυτόν τον τρόπο σε κίνδυνο την περαιτέρω πρόοδο της απομόχλευσης και την αναζωογόνηση της ανάπτυξης»., Έκτοτε, υποστηρίζει ο οίκος, οι χρηματοδοτικές συνθήκες συνέχισαν να υποχωρούν.
«Τα πρόσφατα γεγονότα μας δείχνουν πως η εκτίμησή μας πριν από ένα χρόνο, έχει σε μεγάλο βαθμό επικυρωθεί. Πραγματικά, πιστεύουμε ότι τα προβλήματα της ευρωζώνης δεν έχουν ακόμη επιλυθεί», τονίζει ο αναλυτής του οίκου, Moritz Kraemer.
Ο ίδιος τονίζει ότι οι πρόσφατες αξιοσημείωτες κινήσεις της στις αξιολογήσεις των χωρών, «υπογραμμίζουν τη συνεχιζόμενη πεποίθησή μας ότι τα προβλήματα της ευρωζώνης δεν είχαν ποτέ επιλυθεί πλήρως. Αναθεωρήσαμε το outlook για τη γαλλική οικονομία σε negative ξανά στις 14 Οκτωβρίου, ενώ την ίδια ημέρα υποβαθμίσαμε την αξιολόγηση της Φινλανδίας σε ΑΑ+, αφήνοντας μόνο τη Γερμανία και το Λουξεμβούργο με ΑΑΑ στην ευρωζώνη. Το 2006 οι χώρες με ΑΑΑ ήταν οκτώ».
Υποστηρίζει δε ότι ενώ ο αριθμός των θετικών και αρνητικών outlook στις κρατικές αξιολογήσεις που αποδίδει στα κράτη της ευρωζώνης είναι ευρέως ισορροπημένος, «το ΑΕΠ εκείνων με θετικό outlook αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 3% του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης. Αυτές με αρνητικό outlook αντιστοιχούν σε σχεδόν 40%».
Η προοπτική μιας triple-dip ύφεσης διαταράσσει την αίσθηση της ηρεμίας και τα επιτεύγματα μεταξύ ορισμένων φορέων χάραξης πολιτικής. Από τα μέσα του 2012, η ΕΚΤ εγγυάται την ηρεμία, χάρη στις δηλώσεις του προέδρου Mario Draghi τότε, ότι η ΕΚΤ θα κάνει οτιδήποτε χρειαστεί για να διατηρήσει την ευρωζώνη ενωμένη, με την υποστήριξη μηχανισμών όπως το ΟΜΤ.
«Πιστεύουμε ότι ως μια ακούσια συνέπεια της υπόσχεσης με το ΟΜΤ, η ΕΚΤ ίσως να έχει εδραιώσει μια αίσθηση εφησυχασμού», τόνισε ο Kraemer. Με τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων μεγάλης διάρκειας να έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά, ορισμένες κυβερνήσεις έχουν αναβάλει τις απαραίτητες αλλά πολιτικά μη δημοφιλείς μεταρρυθμίσεις που στόχο έχουν να ενισχύσουν την αναπτυξιακή δυναμική των οικονομιών τους.
«Όπως έχουμε δηλώσει και στο παρελθόν, θεωρούμε ότι ένα από τα κύρια εμπόδια για μια πιο ισχυρή ανάκαμψη, είναι η υψηλή συσσώρευση χρέους. Η πρόσφατη επιβράδυνση δεν θα πρέπει λοιπόν να θεωρείται αναπάντεχη. Το κρατικό χρέος βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των μέσων ενημέρωσης και συζητιέται σε πολιτικούς κύκλους, αλλά το χρέος των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών είναι εξίσου σημαντικό. Αφήνοντας την Ελλάδα εκτός, λέμε ξανά ότι οι αιτίες της κρίσης στην ευρωζώνη δεν ήταν οι δημόσιες σπατάλες και η έκρηξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Η αιτία ήταν ο υπερβολικός δανεισμός του ιδιωτικού τομέα από εξωτερικές πηγές».
Μόνο όταν επιστρέψουν τα επίπεδα ιδιωτικού και δημόσιου χρέους ξανά στα κατάλληλα επίπεδα, θα επιστρέψει η ζήτηση και η ανάπτυξη, εκτιμά ο Kraemer. Με τη σταθεροποίηση των μακροοικονομικών συνθηκών, η νομισματική και δημοσιονομική διευκόλυνση μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την ενίσχυση των μίκρο-οικονομικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες υποστηρίζουν πραγματικά τις βιώσιμες πηγές ανάπτυξης και ευημερίας.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν προσαρμογές στο φορολογικό κώδικα, τους θεσμούς της αγοράς εργασίας, τον ανταγωνισμό σε προστατευόμενους κλάδους, τη μείωση της γραφειοκρατίας, μεταξύ άλλων.
«Καμία από αυτές τις μεταρρυθμίσεις δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΕΚΤ ή της Κομισιόν. Αυτές οι ευθύνες ανήκουν στα εθνικά κοινοβούλια και ως εκ τούτου απαιτούν εθνική ηγεσία», επισημαίνει ο Kraemer. Και συνεχίζει αναφέροντας πως το πώς αντιδρούν οι κυβερνήσεις αντιδρούν στην τρέχουσα μεταβλητότητα και στην οικονομική επιβράδυνση, θα είναι σημαντικοί καθοριστικοί παράγοντες για την μελλοντική κατεύθυνση της ευρωζώνης.