Η Ολομέλεια ψήφισε πρώτα τροπολογία στην οποία συμφώνησαν μετά από διαβούλευση τα κοινοβουλευτικά κόμματα πλην το ΑΚΕΛ, με την οποία δημιουργείται η υποχρέωση στο Κτηματολόγιο να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση σε όλους τους ιδιοκτήτες έτσι ώστε να τους κοινοποιηθεί η εκτίμηση της ακίνητης τους περιουσίας.
Υπέρ της τροπολογίας ψήφισαν 32 Βουλευτές και κατά 14. Στη συνέχεια η Ολομέλεια προχώρησε στη ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο με 32 ψήφους υπέρ και 17 κατά με τον ίδιο συσχετισμό δυνάμεων.
Νωρίτερα, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών είχε συνεδριάσει στην παρουσία του Υπουργού Εσωτερικών Σωκράτη Χάσικου, ο οποίος διαβεβαίωσε τους Βουλευτές ότι ούτως ή άλλως η Κυβέρνηση θα στείλει επιστολές στους πολίτες ενημερώνοντας τους για την νέα εκτίμηση της περιουσίας τους.
Ο κ. Χάσικος ανέφερε ότι ο λόγος που ο νόμος πρέπει να ψηφιστεί είναι για να θεσμοθετηθεί η διαδικασία ενστάσεων.
Παράλληλα, είπε, μεταξύ άλλων ότι τα λάθη και οι παραλείψεις που έχουν σχέση με τα χαρακτηριστικά της ακίνητης ιδιοκτησίας θα μπορούν να διορθώνονται πολύ απλά, πολύ σύντομα και ανέξοδα, είτε με τηλεφωνική επαφή ή με επί τόπου επικοινωνία.
Η διαδικασία ενστάσεων θα έχει σχέση με την εκτίμηση της αξίας. Κατά την υποβολή ένστασης ο πολίτης θα πληρώνει το ποσό που αντιστοιχεί στην δική του εκτίμηση και θα εκκρεμεί το υπόλοιπο ωσότου βγει απόφαση για την ιδιοκτησία του.
Μεταξύ άλλων το νέο νομοθετικό κείμενο προβλέπει ότι επανεκτίμηση ακίνητης ιδιοκτησίας θα μπορεί να γίνει εντός ενός χρόνου αντί πέντε που ίσχυε, εισάγει τη δυνατότητα δημοσίευσης της αξίας γενικής εκτίμησης σε ηλεκτρονική μορφή, μειώνει την προθεσμία για την υποβολή γραπτών ενστάσεων από τους έξι στους δύο μήνες και προβλέπει το ύψος του ποσού θα πρέπει να καταβάλλεται σε περίπτωση ένστασης.
Το ποσό θα καθορίζεται με βάση την αξία γενικής εκτίμησης και θα ανέρχεται στα 37,5 ευρώ για ακίνητη ιδιοκτησία μέχρι 100 χιλιάδες ευρώ, 75 ευρώ για περιουσία από 100 μέχρι 500 χιλιάδες ευρώ, 150 ευρώ για περιουσία μεταξύ 500 και ενός εκατομμυρίου και στα 375 για αξία άνω του ενός εκ. Ευρώ.
Προβλέπεται επίσης η αύξηση ποινών για πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν ποινικά αδικήματα σύμφωνα με τον πληθωρισμό.