Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

 

Του Κυριάκου Κυριακίδη

Η Κύπρος έπρεπε να αποταθεί νωρίτερα στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, στις αρχές του 2012 ή και στο τέλος του 2011 αμέσως μετά το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, τόνισε ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκος Δημητριάδης.

Καταθέτοντας ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής για την οικονομία, ο κ. Δημητριάδης χαρακτήρισε επιζήμια την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης.

Πρόεδρος Ερευνητικής Επιτροπής:  Όλοι όσοι κατέθεσαν στην Επιτροπή, συμφωνούν ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για ένταξη στον Μηχανισμό Στήριξης, υπήρξε ζημιογόνος, αν όχι καταστρεπτική. Συμφωνείτε με την εκτίμηση;

Διοικητής: Συμμερίζομαι την άποψη ότι η αίτηση έπρεπε να γίνει από τις αρχές του 2012, ίσως και από τα τέλη του 2011. Γιατί διαφάνηκε ότι οι Τράπεζες δεν θα έβρισκαν τα αναγκαία κεφάλαια, ενώ υπήρχαν τεράστιες ανισορροπίες στην οικονομία.

Πρόεδρος Ερευνητικής Επιτροπής:  Συμφωνείτε λοιπόν;

Διοικητής: Είναι μια εκτίμηση. Ισως και να ήταν καλύτερα αν προσφεύγαμε αμέσως μετά το ελληνικό PSI, τον Οκτώβριο του 2011. Ενδεχομένως να παίρναμε και καλύτερους όρους.

Ανδρέας Κραμβής:  Και η Ανεξάρτητη Επιτροπή που διόρισε η Κεντρική Τράπεζα για τα κακώς έχοντα στο τραπεζικό σύστημα που έφεραν την Κύπρο σε αυτό το σημείο, διαπιστώνει επίσης ότι η προκληθείσα καθυστέρηση από πολιτικούς παράγοντες, είχε ως αποτέλεσμα οι δανειστές να επιβάλλουν δυσβάστακτους όρους τον Μάρτιο του 2013, με κούρεμα καταθέσεων και περιορισμούς στις συναλλαγές.

Διοικητής: Εκ των υστέρων, μπορεί κάποιος να είναι πιο σοφός. Σίγουρα αν γινόταν η συμφωνία τέλη του 2011, αρχές 2012, θα ήταν καλύτερα τα πράγματα. Κανένας δεν προέβλεπε τον Μάρτιο του 2012, ότι θα ερχόταν αυτό το Μνημόνιο. Σίγουρα η καθυστέρηση έβλαψε. Μα καθυστέρηση υπήρξε και τον Μάρτιο. Η συμφωνία έγινε στις 24 του μήνα.

Κραμβής: Είπατε ότι υπήρχαν και δημοσιονομικές ανισορροπίες στην οικονομία. Ποιες ήταν αυτές;

Διοικητής: Υπήρχε ένα τεράστιο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στο δημόσιο χρέος. Το πρώτο ήταν χειρότερο και οφειλόταν στην υπερκατανάλωση τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Ηταν λυπηρό που δεν υπήρξε τελική συμφωνία με βάση το προκαταρτικό μνημόνιο, αφού σε εκείνο το μνημόνιο προβλέπονταν 10 δις για τη στήριξη των τραπεζών. Θα αυξανόταν όμως το δημόσιο χρέος. Κάποιος επέλεξε, το δεύτερο.

Ο Πανίκος Δημητριάδης, κλήθηκε στη συνέχεια να σχολιάσει σειρά επιστολών του προκατόχου του, Αθανάσιου Ορφανίδη προς τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια, με τις οποίες προειδοποιούσε για την πορεία των δημοσιονομικών και την ανάγκη λήψης μέτρων.

Από τα πυρά του Διοικητή δεν ξέφυγε ούτε ο πρώην υπουργός Οικονομικών Χαρίλαος Σταυράκης, σε ερώτηση κατά πόσο ήταν επιζήμια η μεταφορά της διαχείρισης του δημόσιου χρέους από την Κεντρική στο Υπουργείο Οικονομικών.

«Αντιλαμβάνομαι ότι ο κ. Ορφανίδης έστελλε επιστολές που αφορούσαν μόνο τα δημοσιονομικά και όχι το τραπεζικό σύστημα. Σίγουρα χρειάζονταν βελτίωση τα δημόσια οικονομικά. Εγώ δεν θα έμπαινα ποτέ στον τρόπο που η κυβέρνηση κάνει τις επιλογές της, σε αυτές τις λεπτομέρειες για τα δημοσιονομικά μεγέθη. Πχ πως θα πρέπει να γίνει η εναλλαξιμότητα (…) Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός αποδείχθηκε λάθος. Δεν γνωρίζω τι θα έκανε η Κεντρική Τράπεζα αν είχε την ευθύνη της διαχείρισης του δημόσιου χρέους. Αν το διαχειριζόταν κάποιος πιο συντηρητικός σίγουρα θα προχωρούσε με πιο μακροπρόθεσμο δανεισμό», δήλωσε ο διοικητής.

Ανέφερε, επίσης, ότι τα δεδομένα στην κυπριακή οικονομία, άλλαξαν πολύ γρήγορα μετά τον Ιούνιο του 2012, λόγω των προβλημάτων στις δύο μεγάλες συστημικές τράπεζες :  «Μας διαβεβαίωνε η Τράπεζα Κύπρου ότι δεν θα χρειάζονταν κρατική στήριξη. Η Λαϊκή μας ενημέρωσε. Και η κυβέρνηση μας διαβεβαίωνε ότι προχωρούσε στη σύναψη δανείου από το εξωτερικό για να στηρίξει την Λαϊκή»

Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ο κύριος Δημητριάδης, τόνισε πως λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης, η Κεντρική Τράπεζα πέτυχε να συμφωνήσει με την Τρόικα, μόλις σε μία εβδομάδα σε όλα τα κεφάλαια και πτυχές που αφορούσαν το τραπεζικό σύστημα και πίεζε φορτικά την κυβέρνηση να καταλήξει σε συμφωνία με την Τρόικα και στα δημόσια οικονομικά:  «Υπήρχε καθυστέρηση και εμείς ανησυχούσαμε και προειδοποιούσαμε, προφορικά και γραπτώς. Είχαμε στείλει τρεις επιστολές προς τον υπουργό Οικονομικών και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εμείς εργαστήκαμε για την επίτευξη συμφωνίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μάλιστα, ανακοινώσαμε δημόσια την προκαταρκτική μας συμφωνία με την Τρόικα, ουσιαστικά για να βάλουμε πίεση»

Ο Πανίκος Δημητριάδης, υποστήριξε ότι παρόλο που το προκαταρτικό μνημόνιο ήταν κατά πολύ καλύτερο σε ότι αφορά τους όρους από αυτό που τελικά συμφωνήθηκε, υπήρχε πολιτική απόφαση του Eurogroup, όπως το θέμα μετατεθεί μετά τις προεδρικές εκλογές και η όποια συμφωνία να προκύψει με τη νέα κυβέρνηση.

Σε αυτό το σημείο κατάθεσε απόρρητο εμπιστευτικό έγγραφο από τη συνεδρία του Eurogroup, την 21η Ιανουαρίου, το οποίο ζήτησε να μην δημοσιοποιηθεί:  

Διοικητής: «Είναι τα λεγόμενα references, στα οποία γίνεται αναφορά στο τι δεν μπορεί να λεχθεί δημοσίως. Θα παρακαλούσα να μην αναγνωσθεί».

Πικής: Δεν φαίνεται στο έγγραφο, ποιος το έστειλε, ούτε και φέρει υπογραφή. Ποιος σας το έστειλε;

Διοικητής: Δεν θυμάμαι. Παρών στο Eurogroup ήταν και ο ΥΠΟΙΚ Βάσος Σιαρλή και μπορεί να σας το επιβεβαιώσει.

Πικής: Αυτός σας το έδωσε;

Διοικητής: Δεν θυμάμαι.

Σχολιάζοντας προηγούμενη δήλωσή του ότι η Λαϊκή μπήκε στον αναπνευστήρα ενόψει εκλογών, ο κ. Δημητριάδης ανέφερε ότι είχε διευκρινιστεί στο Eurogroup στις 21 Ιανουαρίου 2013 ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει συμφωνία για το Μνημόνιο πριν από τις εκλογές γιατί οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονταν ότι η κυβέρνηση δεν θα υπέγραφε Μνημόνιο.

Ο Διοικητής δικαιολόγησε τον ανεξέλεγκτο ELA €9 δις

Φως σε πτυχές που αφορούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και πως αυτό οδηγήθηκε ένα βήμα πριν από την κατάρρευση έριξε, με την κατάθεσή του ενώπιον της Ερευνητικής ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. Τι είπε για τον ανεξέλεγκτο ELA της Λαϊκής, τις εκτιμήσεις της PIMCO, το κούρεμα και τις εκροές καταθέσεων στο ακόλουθο βίντεο:

Διαφορετικές αναγνώσεις από ΔΗΣΥ – ΑΚΕΛ

Την κατάθεση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζες σχολίασαν αργά το απόγευμα τόσο ο Δημοκρατικός Συναγερμός όσο και το ΑΚΕΛ προβαίνοντας σε διαφορετικές αναγνώσεις. Τι ακριβώς δήλωσαν στο πιο κάτω βίντεο:

Η Κύπρος έπρεπε να αποταθεί στο μηχανισμό στήριξης νωρίτερα, στο τέλος του 2011 ή στις αρχές του 2012, δήλωσε σήμερα ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκος Δημητριάδης.

Καταθέτοντας το πρωί ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής για την οικονομία, ο κ. Δημητριάδης ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο Γεώργιο Πική αν συμμερίζεται την άποψη της πλειοψηφίας όσων κατέθεσαν στην Επιτροπή ότι η καθυστέρηση υπήρξε «ζημιογόνος αν όχι καταστρεπτική».

Ο κ. Δημητριάδης απάντησε θετικά, καθώς - όπως είπε - διαφάνηκε ότι οι τράπεζες δεν θα έβρισκαν τα αναγκαία κεφάλαια, ενώ υπήρχαν τεράστιες ανισορροπίες στην οικονομία.

Ερωτηθείς για την παροχή ELA στη Λαϊκή και κατά πόσο η τράπεζα ήταν φερέγγυα, όπως προβλέπουν οι κανόνες της ΕΚΤ, ο κ. Δημητριάδης είπε ότι η τράπεζα κατέστη φερέγγυα μετά την ανακεφαλαιοποίηση της από το κράτος, ενώ πρόσθεσε ότι η ρευστοτική στήριξη της τράπεζας δεν έχει καμία σχέση με τη φερεγγυότητά της.

Είπε επίσης ότι η κατάσταση ρευστότητας της Λαϊκής Τράπεζας είχε αρχίσει να γίνεται δραματική από τα μέσα Ιανουαρίου του 2013. Το Φεβρουάριο - μήνας των Προεδρικών εκλογών - είπε ότι η Λαϊκή είχε ημερήσιες εκροές καταθέσεων 20 εκ. ευρώ, με αποτέλεσμα να φύγουν συνολικά 400 εκ. ευρώ, ενώ το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου οι συνολικές εκροές άγγιξαν τα 550 εκ. ευρώ.

Ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2013 ο ELA ανέρχονταν στα 9,1 δις ευρώ, ενώ για να καλυφθούν οι εκροές τον καταθέσεων πήρε άλλα 100 εκ. ευρώ με το συνολικό ποσό να φτάνει τα 9,2 δις. Ταυτόχρονα, είπε, η διαθέσιμη ρευστότητα της τράπεζας μειώθηκε κατά 300 εκ ευρώ.

Συμπλήρωσε ότι ο ELA αυξήθηκε και λόγω των εκροών από την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο στην Ελλάδα, όπου η Λαϊκή διατηρούσε υποκαταστήματα.

Σε αναφορά του κ. Πική για μια δήλωση του Πανίκου Δημητριάδη ότι «η Λαϊκή κρατήθηκε στη ζωή μέσω του αναπνευστήρα του ELA για 9 μήνες», ο Διοικητής της Κεντρικής είπε ότι η δήλωσή του αυτή παρερμηνεύτηκε. Πρόσθεσε ότι η Λαϊκή παρέμενε φερέγγυα, με την προοπτική ότι θα συναφθεί πρόγραμμα στήριξης.

Όπως εξήγησε, το Μάιο του 2012, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής ανερχόταν σε 4,05% και υπολειπόταν σημαντικά έναντι του 8% που απαιτείται κατ’ ελάχιστον από τις σχετικές οδηγίες της ΕΕ, καθώς επίσης και από το 9% που απαιτείται για τα βασικά πρωτοβάθμια κεφάλαια. Ανέφερε ότι τότε υπήρχε σε εξέλιξη ένα πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης της τράπεζας, που έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τις 30 Ιουνίου του 2012.

Είπε ότι μετά την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας από το κράτος, αναγνωρίστηκαν στην πορεία επιπρόσθετες ζημιές, και η Κεντρική Τράπεζα εισηγήθηκε στην Κυβέρνηση να προσφύγει στο μηχανισμό στήριξης, κάτι που έγινε στις 24 Ιουνίου του 2012.

Αναφέρθηκε ακολούθως στην προκαταρκτική συμφωνία με την Τρόικα, το Νοέμβριο του 2012, είπε όμως ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες, με δημόσιες δηλώσεις τους, είχαν αποφασίσει ότι θα συνάψουν συμφωνία με τη νέα Κυβέρνηση που θα προέκυπτε στην Κύπρο μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2013, ώστε να υπάρχει «ιδιοκτησία» του προγράμματος. Με βάση την απόφαση αυτή, είπε, η ΕΚΤ επέκτεινε την παροχή ELA μέχρι την 21 Μαρτίου.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής αναφέρθηκε και σε συνέντευξη του κ. Δημητριάδη στο ραδιοσταθμό «Άστρα», στις 28 Μαϊου 2012, όπου δήλωνε ότι δεν ήταν υπέρ της σύναψης μνημονίου. Απαντώντας, ο Διοικητής της ΚΤ είπε ότι «τότε, με βάση τα δεδομένα που είχαμε μπροστά μας, πιστεύαμε ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί» η προσφυγή, πρόσθεσε όμως ότι «τα δεδομένα άλλαξαν πολύ γρήγορα, μέσα στην περίοδο Μαΐου-Ιουνίου 2012» λόγω των προβλημάτων στα δύο μεγάλα συστημικά τραπεζικά ιδρύματα της χώρας.

Το Μάιο του 2012, όταν ανέλαβε, συνέχισε, υπήρχε έντονη επιθυμία από όλους να αποφευχθεί το μνημόνιο, κάτι που - όπως είπε - ήταν θέση της τότε Κυβέρνησης και όλων των πολιτικών δυνάμεων.

Επιστολές Ορφανίδη

Ο κ. Δημητριάδης χαρακτήρισε καταστροφική την αγορά ελληνικών ομολόγων από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Ερωτηθείς από τον κ. Πική για τις επιστολές του προκατόχου του, Αθανάσιου Ορφανίδη προς τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια, με τις οποίες προειδοποιούσε για την πορεία των δημοσιονομικών και την ανάγκη λήψης μέτρων - και για τις οποίες δεν έλαβε απάντηση - ο κ. Δημητριάδης είπε ότι είναι δύσκολο να προβεί σε σχολιασμό. Εντούτοις, απαντώντας σε επανειλημμένες ερωτήσεις του κ. Πική, είπε ότι υπήρχαν και θέματα που αφορούσαν το τραπεζικό σύστημα την περίοδο εκείνη, για τις οποίες ο κ. Ορφανίδης δεν έκανε καμία αναφορά στις επιστολές του.

Όπως είπε, υπήρχε σημαντική επιδείνωση στο τραπεζικό σύστημα, λόγω ύφεσης, ενώ οι τράπεζες προχώρησαν σε εξαγορές τραπεζών στο εξωτερικό, όπως στην περίπτωση της Uniastum, καθώς και στην εξαγορά ελληνικών ομολόγων που «ήταν καταστροφική και δεν έπρεπε να γίνει».

Ο κ. Δημητριάδης κλήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο της επιστολής του κ. Ορφανίδη, το Δεκέμβρη του 2009, όπου εξέφραζε ανησυχία για την επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών ενώ εισηγείτο στην Κυβέρνηση μέτρα, όπως η εναλλαξιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και περικοπές στο μισθολόγιο.

Απαντώντας, ο κ. Δημητριάδης είπε ότι ο ρόλος ενός Κεντρικού Τραπεζίτη είναι η εποπτεία του τραπεζικού συστήματος και η επισήμανση των προβλημάτων της οικονομίας, ανέφερε όμως ότι ο ίδιος δεν θα έμπαινε στις λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κινηθεί η Κυβέρνηση.

Αναφορικά με άλλη επιστολή του κ. Ορφανιδή προς το Προεδρικό, το Μάιο του 2010, όπου αναφερόταν σε πιθανές υποβαθμίσεις από τους οίκους πιστοληπτικής ικανότητας, προειδοποιούσε για τον «κατηφορικό δρόμο» της οικονομίας και αναφερόταν στην ανάγκη λήψης μέτρων, ο κ. Δημητριάδης είπε ότι συμφωνεί μέχρι ενός βαθμού με τις υποδείξεις, πρόσθεσε όμως ότι ο τέως Διοικητής θα έπρεπε να επισημάνει και τις ατέλειες στον τραπεζικό τομέα.

Αναφορικά με την τελευταία επιστολή του κ. Ορφανίδη, τον Ιούλιο του 2011- όταν η Κύπρος ήταν πια εκτός διεθνών αγορών - όπου γίνεται σύγκριση της κατάστασης της οικονομίας με το 1974, ο κ. Δημητριάδης είπε ότι πρόκειται για μια δραματική επιστολή. Ο καθένας, είπε, μπορεί να κάνει το σχόλιό του για το κατά πόσο υπάρχει σύγκριση με το 1974, προσθέτοντας ότι ο ίδιος θυμάται την κατάσταση τότε, με τα πράγματα να είναι πολύ πιο δραματικά.

Επιστολές Διοικητή για επίσπευση συμφωνίας

Ο κ. Δημητριάδης ρωτήθηκε γιατί δεν προχώρησε η Κυβέρνηση σε συμφωνία με την Τρόικα τον Ιούλιο του 2012. Είπε ότι «σίγουρα υπήρξε καθυστέρηση για την οποία εμείς ανησυχούσαμε» και πρόσθεσε ότι η Κεντρική Τράπεζα εργάστηκε για την επίτευξη συμφωνίας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ανέφερε ότι απεστάλησαν σχετικές επιστολές προς τον τέως Υπουργό Οικονομικών, τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, καθώς και τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Είπε ότι η ΚΤ ανέλαβε σημαντική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της επίτευξης συμφωνίας και ανακοίνωσε την προκαταρκτική συμφωνία με την Τρόικα, «ουσιαστικά για να βάλουμε πίεση».

Κατέθεσε μια άκρως εμπιστευτική επιστολή προς τον τέως Πρόεδρο Χριστόφια, με ημερομηνία 5 Οκτωβρίου 2012, όπου αναφερόταν ότι το ΔΣ της ΕΚΤ διαπίστωνε σε προηγούμενη συνεδρία του ότι οι διαπραγματεύσεις των κυπριακών Αρχών με την Τρόικα προχωρούσαν αργά, ενώ επεσήμανε ως επείγουσα την κατάληξη σε συμφωνία.

Με δεύτερη εμπιστευτική επιστολή στον τέως Πρόεδρο, στις 18 Νοεμβρίου 2012, ο κ. Δημητριάδης ενημέρωνε ότι η ΚΤ έχει κατ’ αρχήν συμφωνήσει με την Τρόικα σε όλα τα θέματα που αφορούν το χρηματοπιστωτικό τομέα. Παράλληλα, έκανε έκκληση για ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης με την Τρόικα εντός των επόμενων ημερών.

Με άλλη επιστολή του, στις 19 Νοεμβρίου, προς τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκο Αναστασιάδη, ο κ. Δημητριάδης αναφερόταν στο θέμα του ELA, ζητώντας να αποφευχθούν δημόσιες αναφορές, σε περίπτωση που κατείχε εμπιστευτικές πληροφορίες, καθώς η δημόσια συζήτηση θα μπορούσε να ελλοχεύει κινδύνους. Ο Διοικητής είπε επίσης ότι είχε και τηλεφωνική επικοινωνία, τόσο με τον Πρόεδρο Χριστόφια όσο και με τον Νίκο Αναστασιάδη.

Ακολούθως ο κ. Δημητριάδης είπε ότι το μνημόνιο συναντίληψης συνομολογήθηκε στα τέλη Νοεμβρίου, όμως η τελική συμφωνία δεν επήλθε. «Είναι λυπηρό» είπε, καθώς «στο προκαταρκτικό μνημόνιο υπήρχαν 10 δις για στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος», με τα οποία θα αποφεύγονταν τελικά το bail in, την απόφαση δηλαδή για «κούρεμα» των καταθετών, επιβαρύνοντας όμως το δημόσιο χρέος.

Ο Δ.Χριστόφιας ο επόμενος που θα καταθέσει στην Ερευνητική Επιτροπή

Στις 22 Αυγούστου θα καταθέσει ο τέως Πρόεδρος της δημοκρατίας,  Δημήτρης Χριστόφιας, στις 23 ο τέως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Αθανάσιος Ορφανίδης και στις 27 Αυγούστου ο Πρόεδρος της δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης.

Χθες, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας ήγειρε θέμα, δια επιστολής που απέστειλε στην ερευνητική επιτροπή, για την ημέρα που θα καταθέσει η οποία υπενθυμίζεται έχει οριστεί για τις 22 του μήνα.

Συγκεκριμένα ζήτησε αναβολή η οποία δεν έγινε όμως αποδεκτή, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι απουσιάζουν οι σύμβουλοι του και δεν προλαβαίνει να προετοιμαστεί.

Διαφορετική ανάγνωση έδωσαν ωστόσο άλλοι πολιτικοί και όχι μόνο κύκλοι υποδεικνύοντας ότι πρόθεση του τέως Προέδρου είναι να καταθέσει μετά την κατάθεση του τέως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Αθανάσιου Ορφανίδη.

Πηγές προσκείμενες στην Ερευνητική Επιτροπή σημείωναν ωστόσο στον Αντέννα ότι:

Οι ενστάσεις του τέως Προέδρου ενδέχεται να αποδειχθούν ανεδαφικές, καθώς με βάση την ακολουθούμενη διαδικασία το πιθανότερο είναι, όπως έγινε και με άλλους σημαντικούς μάρτυρες, να ξανακληθεί ώστε να απαντήσει σε όσα θα αναφερθούν για το πρόσωπο του από μάρτυρες που θα ακολουθήσουν την δική του αρχική τοποθέτηση. 

 Η κατάθεση του κ. Δημητριάδη διακόπηκε για διάλλειμμα κοντά στις 1μμ και θα συνεχιστεί.

 Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΤ), Πανίκος Δημητριάδης, δήλωσε σήμερα ότι τον Μάιο του 2012 υπήρχε έντονη επιθυμία από όλες τις πολιτικές πλευρές να αποφευχθεί το μνημόνιο.

Σε κατάθεση στην Ερευνητική Επιτροπή για την Οικονομία ο κ. Δημητριάδης ανέφερε ότι «με βάση τα δεδομένα που είχαμε μπροστά μας τότε, πιστεύαμε ότι θα αποφύγουμε το μνημόνιο». Υπήρξε, σημείωσε, ραγδαία επιδείνωση τον Μάιο και τον Ιούνιο στις δύο συστημικές τράπεζες. «Η Τράπεζα  Κύπρου μάς διαβεβαίωνε ότι δεν θα χρειαστεί κρατική στήριξη. Η Λαϊκή μάς έλεγε ότι θα χρειαστεί, αλλά θα κάλυπτε μέρος του ποσού», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον διοικητή της ΚΤ η προηγούμενη κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι έκανε προσπάθεια να βρει εξωτερικό δάνειο για να καλύψει τις ανάγκες της Λαϊκής. 

Στην εισαγωγική τοποθέτηση που κατέθεσε αλλά δεν ανέγνωσε στην επιτροπή,ο κ. Δημητριάδης αναφέρει ότι στις 30 Ιουνίου 2012 «οι ασφαλισμένες καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα με ημερομηνία αναφοράς 30 Ιουνίου 2012 ανέρχονταν σε €7,3 δισ.». 

«Μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των ασφαλισμένων καταθέσεων, ίσως λιγότερο από 2%, θα μπορούσε να καταβληθεί από τα τότε διαθέσιμα του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων», λέει. 

«Για το υπόλοιπο μέρος, δεδομένου ότι το κράτος δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για το σκοπό αυτό, οι ασφαλισμένοι καταθέτες θα έπρεπε να αναμένουν μια μερική αποζημίωση σε βάθος χρόνου από τη ρευστοποίηση όσων στοιχείων ενεργητικού δεν χρησιμοποιούνταν ως εξασφαλίσεις». 

«Εν τω μεταξύ όμως όλοι οι καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας θα είχαν απολέσει σχεδόν όλη τη ρευστότητά τους γεγονός που θα οδηγούσε στην κατάρρευση του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος και στο να τεθεί εν αμφιβόλω η παραμονή της Δημοκρατίας εντός της ευρωζώνης», αναφέρει.

Αυτούσια η εισαγωγική δήλωση του Πανίκου Δημητριάδη, ενώπιον της ερευνητικής επιτροπής για την Οικονομία:

«Εντιμότατε κύριε Πρόεδρε, εντιμότατα μέλη της Ερευνητικής Επιτροπής, 

Ανέλαβα καθήκοντα ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στις 3 Μαΐου 2012 και συμμετείχα εκείνη την ημέρα σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Βαρκελώνη. Την ίδια ημέρα ο τότε υπουργός Οικονομικών, κ. Βάσος Σιαρλή, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί μου και με ενημέρωσε για την κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας. 

Ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας με ημερομηνία αναφοράς 31 Μαρτίου 2012 ανερχόταν σε 4,05% και συνεπώς υπολειπόταν σημαντικά έναντι του 8% που απαιτείτο κατ' ελάχιστο με βάση τις σχετικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και έναντι του ελάχιστου ορίου του 9% για τα βασικά πρωτοβάθμια κεφάλαια που είχε τεθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και το οποίο έπρεπε να διασφαλιστεί μέχρι τις 30 Ιουνίου 2012. Το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης το οποίο είχε υποβάλει η Λαϊκή Τράπεζα προέβλεπε αύξηση κεφαλαίου με συμμετοχή υφιστάμενων μετόχων και άλλων επενδυτών. Περί τα μέσα Μαΐου 2012 διαφαινόταν ήδη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Λαϊκής Τράπεζας, ότι από το ποσό των €1,8 δισ. της προγραμματιζόμενης αύξησης κεφαλαίου, μόνο ένα ποσό της τάξης των €300 εκ. θα μπορούσε να συγκεντρωθεί από ιδιώτες. 

Δεδομένης και της απόφασης των Αρχηγών των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Οκτωβρίου 2011 να στηρίξουν όσες τράπεζες δεν διασφάλιζαν τα ελάχιστα κεφάλαια που είχε απαιτήσει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών μέχρι τις 30 Ιουνίου 2012, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου λαμβάνοντας υπόψη τη συστημική σημασία της Λαϊκής Τράπεζας και τις γενικότερες αρνητικές συνέπειες μιας ανεπιτυχούς έκβασης του προγράμματος ανακεφαλαιοποίησης, εισηγήθηκε να ενεργοποιηθεί ο νόμος για τις χρηματοοικονομικές κρίσεις και να αναλάβει η κυβέρνηση ρόλο αναδόχου της προγραμματιζόμενης αύξησης κεφαλαίου. Τι θα συνέβαινε αν η Λαϊκή Τράπεζα δεν λάμβανε κρατική στήριξη τον Ιούνιο του 2012 και οδηγούμασταν στο έσχατο στάδιο, δηλαδή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και την αυτόματη θέση της σε εκκαθάριση; Υπενθυμίζω ότι κατά το χρόνο εκείνο δεν υφίστατο νομοθετικό πλαίσιο για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων. 

Οι ασφαλισμένες καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα με ημερομηνία αναφοράς 30 Ιουνίου 2012 ανέρχονταν σε €7,3 δισ. ενώ σημαντικό μέρος των στοιχείων ενεργητικού της Λαϊκής Τράπεζας, περιλαμβανομένων όσων ήταν άμεσα ρευστοποιήσιμα ή εν πάση περιπτώσει υψηλής σχετικά ποιότητας, χρησιμοποιούνταν ως εξασφαλίσεις είτε για τη ρευστότητα που η Λαϊκή Τράπεζα αντλούσε μέσω πράξεων του Ευρωσυστήματος είτε για την επείγουσα ρευστότητα που της παρείχε η Κεντρική Τράπεζα. Μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των ασφαλισμένων καταθέσεων, ίσως λιγότερο από 2%, θα μπορούσε να καταβληθεί από τα τότε διαθέσιμα του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων. Για το υπόλοιπο μέρος, δεδομένου ότι το κράτος δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για το σκοπό αυτό, οι ασφαλισμένοι καταθέτες θα έπρεπε να αναμένουν μια μερική αποζημίωση σε βάθος χρόνου από τη ρευστοποίηση όσων στοιχείων ενεργητικού δεν χρησιμοποιούνταν ως εξασφαλίσεις. Εντωμεταξύ όμως όλοι οι καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας θα είχαν απολέσει σχεδόν όλη τη ρευστότητά τους γεγονός που θα οδηγούσε στην κατάρρευση του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος και στο να τεθεί εν αμφιβόλω η παραμονή της Δημοκρατίας εντός της ευρωζώνης. 

Η εντός εισαγωγικών «εναλλακτική λύση» που μόλις περιέγραψα αποτελεί κατά τη γνώμη μου τη μόνη ειλικρινή απάντηση στα ερωτήματα που και ο πλέον καλόπιστος κριτής εύλογα θέτει σήμερα, όπως «ήταν απαραίτητη η κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας τον Ιούνιο του 2012;» ή «γιατί δεν διέκοψε η Κεντρική Τράπεζα την παροχή επείγουσας ρευστότητας προς τη Λαϊκή Τράπεζα;». 

Η πιο πάνω εντός εισαγωγικών «εναλλακτική λύση» αποφεύχθηκε τελικά αφού όπως είναι γνωστό η πολιτεία αποφάσισε να στηρίξει την προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας. Παρά τις εκτιμήσεις της τότε διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας, η στήριξη αυτή δεν κατάφερε να καταστήσει ελκυστική την αύξηση κεφαλαίου και να προσελκύσει έστω το μικρό σχετικά ποσό που αναμενόταν από ιδιώτες. Συγκεκριμένα η συμμετοχή ιδιωτών στην αύξηση κεφαλαίου ανήλθε σε μόλις €3 εκ. με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να καλύψει στη συνέχεια το σύνολο σχεδόν της αύξησης των €1,8 δισ. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η αποτυχία της τότε διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας να προσελκύσει ιδιώτες επενδυτές οδήγησε την Κεντρική Τράπεζα ως θέμα αρχής να ζητήσει από τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου να αποχωρήσει, ανεξάρτητα από το αν η τότε Κυβέρνηση, μετά την κρατική στήριξη, επιθυμούσε επίσης την αποχώρησή του. 

Λίγες ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 30ης Ιουνίου 2012 και την κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας, συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου 2012, ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας κάτω από την ελάχιστη βαθμίδα που έχει θέσει το Ευρωσύστημα ως προϋπόθεση για να αποδέχεται κυβερνητικά ομόλογα ως εξασφάλιση. Προς υποβοήθηση της Ερευνητικής Επιτροπής παραδίδω αντίγραφο της σχετικής ανακοίνωσης του οίκου αξιολόγησης Fitch: Όπως είναι γνωστό βασικός λόγος της πιο πάνω υποβάθμισης αλλά γενικά και των προηγούμενων διαδοχικών υποβαθμίσεων, ήταν, μεταξύ άλλων, οι αυξημένες κεφαλαιακές ανάγκες των τριών μεγαλύτερων εγχώριων τραπεζών λόγω των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τους στην Ελλάδα και σε μικρότερο βαθμό, της επιδείνωσης της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους στην Κύπρο. Ο οίκος έκρινε ότι η δυνατότητα των κυπριακών τραπεζών να αντλήσουν κεφάλαια από ιδιωτικές πηγές ήταν περιορισμένη και ότι, συνεπακόλουθα, οι εν λόγω τράπεζες θα χρειάζονταν κρατική στήριξη η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους. 

Δεδομένου ότι και οι υπόλοιποι οίκοι αξιολόγησης είχαν ήδη υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα κυπριακά κυβερνητικά ομόλογα έπαψαν να γίνονται αποδεκτά ως εξασφάλιση για πιστοδοτικές πράξεις Ευρωσυστήματος. Η υποβάθμιση αυτή, πέρα από το ότι περιόριζε την πρόσβαση σε ρευστότητα από το Ευρωσύστημα για όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που κατείχαν κυπριακά κυβερνητικά ομόλογα, ήταν ιδιαίτερα αρνητική για τη Λαϊκή Τράπεζα καθώς οδηγούσε σε μείωση της αξίας του κυβερνητικού ομολόγου, το οποίο θα εισέφερε η Κυβέρνηση στη Λαϊκή Τράπεζα για να καλύψει την αύξηση κεφαλαίου. Υπό αυτά τα δεδομένα και κατόπιν συνεννόησης με τον τότε υπουργό Οικονομικών, εισηγήθηκα στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας να υποβληθεί αίτημα για χρηματοδοτική στήριξη της Δημοκρατίας μέσω προγράμματος. Το αίτημα κατέστη άμεσα αναγκαίο λόγω της υποβάθμισης που προανέφερα και αποτελούσε, εφόσον θέλουμε να αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια της κρίσης, απότοκο της διαχρονικής συσσώρευσης μεγάλων ανισορροπιών και ευπαθειών στον τραπεζικό τομέα, οι οποίες αναλύονται σε γραπτό υπόμνημα το οποίο παραδίδω στη γραμματεία. 

Το αίτημα για χρηματοδοτική στήριξη της Δημοκρατίας είναι κομβικής σημασίας για τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Κεντρική Τράπεζα από τις 30 Ιουνίου 2012 και μετά. Η κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας είχε ως αποτέλεσμα οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας να βελτιωθούν, βελτίωση η οποία όμως ήταν πρόσκαιρη καθώς οι δείκτες επιδεινώθηκαν εκ νέου στις 31 Αυγούστου 2012 όταν ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του 1ου εξαμήνου του 2012. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένης της αδυναμίας της Κυπριακής Δημοκρατίας να ανεύρει πόρους για να στηρίξει την ανακεφαλαιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος η Κεντρική Τράπεζα δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να βασισθεί σε αυτή την πρόσκαιρη βελτίωση ώστε να συνεχίσει να παρέχει επείγουσα ρευστότητα στη Λαϊκή Τράπεζα. Ακόμα και αν εξέλιπε η ανάγκη για επείγουσα ρευστότητα, η Κεντρική Τράπεζα χρειαζόταν στέρεα διασφάλιση της ανακεφαλαιοποίησης ώστε να διατηρήσει την άδεια λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας. Η διασφάλιση αυτή δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να είναι άλλη από τη χρηματοδοτική στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κεντρική Τράπεζα συνέχισε να παρέχει επείγουσα ρευστότητα στη Λαϊκή Τράπεζα, διατήρησε την άδεια λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας, διατήρησε την άδεια λειτουργίας της Τράπεζας Κύπρου (τράπεζας που επίσης ζήτησε κρατική στήριξη ύψους €500 εκ. στις 29 Ιουνίου 2012) και παρέσχε επείγουσα ρευστότητα στην Τράπεζα Κύπρου το Νοέμβριο του 2012 και εκ νέου το Φεβρουάριο του 2013, όλα αυτά επί τη βάσει του αιτήματος που υπέβαλε η Δημοκρατία για χρηματοδοτική στήριξη. 

Ειδικά για την Τράπεζα Κύπρου επισημαίνω ότι λαμβανομένης υπόψη της σύστασης της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τη δημιουργία προσωρινών αποθεμάτων κεφαλαίου για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα, η τράπεζα παρουσίαζε έλλειμμα κεφαλαίου €1.560 εκ. το οποίο έπρεπε να εκμηδενιστεί μέχρι το τέλος Ιουνίου 2012. Μέρος αυτού του ελλείμματος καλυπτόταν από τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου ύψους €887 εκ. και συνεπώς υπολείπονταν €673 εκ. Μάλιστα, η διοίκηση της Τράπεζας Κύπρου με διαβεβαίωνε κατά τη διάρκεια συναντήσεων το Μάιο και τον Ιούνιο του 2012 ότι με την επικείμενη πώληση των ασφαλιστικών θυγατρικών εταιριών η Τράπεζα Κύπρου θα ικανοποιούσε την απαίτηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών μέχρι τις 30 Ιουνίου 2012. Παραδίδω στη γραμματεία αλληλογραφία μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου που προηγήθηκε του αιτήματος για κρατική στήριξη καθώς και το αίτημα καθεαυτό. 

Αντιλαμβάνεστε συνεπώς τι συνεπαγόταν κάθε ημέρα που περνούσε χωρίς να υπάρχει κατάληξη των διαπραγματεύσεων για τη χρηματοδοτική στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας: Ετίθετο σε κίνδυνο η διατήρηση στη ζωή των δυο μεγαλύτερων πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας και η αδιάλειπτη παροχή βασικών τραπεζικών υπηρεσιών σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. 

Κάτω από αυτή την πίεση, η Κεντρική Τράπεζα εργάστηκε, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητές της, προς την κατεύθυνση επίτευξης συμφωνίας για ένα πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης. Αφενός κατέληξε μέσα από εντατική εργασία του προσωπικού της σε καταρχήν συμφωνία με την Τρόικα το Νοέμβριο του 2012 σε ό,τι αφορά το χρηματοπιστωτικό τομέα. Αφετέρου προειδοποιούσε γραπτώς και προφορικώς την πολιτική ηγεσία για τις συνέπειες της καθυστέρησης στην υπογραφή μνημονίου. Παραδίδω αντίγραφο αυτών των γραπτών προειδοποιήσεων στη γραμματεία. Για τις προφορικές προειδοποιήσεις παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που πραγματοποιήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2012. 

Ας μου επιτραπεί μια ακόμα αναφορά στη σχέση ανάμεσα στο πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης και την παροχή επείγουσας ρευστότητας. Έχει ασκηθεί κριτική κατά της Κεντρικής Τράπεζας περί παράβασης των κανόνων για παροχή επείγουσας ρευστότητας. Έχει μάλιστα παρερμηνευθεί δήλωση στην οποία προέβην περί διατήρησης της Λαϊκής στον αναπνευστήρα μέχρι τις εκλογές. Η φερεγγυότητα των δυο μεγαλύτερων πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας στηριζόταν στην προοπτική της χρηματοδοτικής στήριξης της Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Χωρίς την προοπτική αυτή, η Κεντρική Τράπεζα όφειλε εκ του νόμου να διακόψει την παροχή επείγουσας ρευστότητας και να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου βυθίζοντας έτσι στο σκοτάδι το χρηματοπιστωτικό σύστημα και κατ' επέκταση την οικονομία της χώρας. Κατ’ αυτή την έννοια, από τη στιγμή που Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άρχισαν περί τα τέλη του 2012 να θεωρούν ότι η τότε Κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να υπογράψει Μνημόνιο και προέβαιναν σε δημόσιες τοποθετήσεις ότι το Μνημόνιο θα υπογραφόταν από τη νέα Κυβέρνηση, το σύνολο της οικονομίας μπήκε στον αναπνευστήρα μέχρι τις εκλογές. Η αναβολή αυτή επιβεβαιώθηκε στο Eurogroup της 21ης Ιανουαρίου 2013. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι λίγες ημέρες μετά το Eurogroup της 21ης Ιανουαρίου 2013 η δυνατότητα της Λαϊκής Τράπεζας για άντληση επείγουσας ρευστότητας έφτασε σε οριακά επίπεδα λόγω της μείωσης της αξίας των διαθέσιμων εξασφαλίσεων. Η Κεντρική Τράπεζα ενήργησε με αποκλειστικό γνώμονα το καθήκον διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και, αν μου επιτρέπετε τον όρο, περιήλθε σε ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρείας εν μέσω της πολιτικής αντιπαράθεσης σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο που συνοδεύει τα προγράμματα διάσωσης. (Εξ ου και αποτελεί πλέον αδήριτη ανάγκη η θεσμική ενοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ευρώπη, η εγκαθίδρυση δηλαδή κοινών πανευρωπαϊκών μηχανισμών εποπτείας, προστασίας καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων). 

Προτού ολοκληρώσω την εισαγωγική μου δήλωση με ορισμένες πληροφορίες για το διαγνωστικό έλεγχο της PIMCO και για τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013, θα ήθελα να αναφερθώ επιγραμματικά στην έρευνα για το μέλλον του κυπριακού τραπεζικού τομέα η οποία διεξάγεται από ανεξάρτητη επιτροπή καθώς και στην έρευνα η οποία διεξήχθη από την Alvarez & Marsal για λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας επί συγκεκριμένων πρόσφατων γεγονότων που επηρέασαν τα δυο μεγαλύτερα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας. Έναυσμα για αυτή την πρωτοβουλία ήταν η κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα δυο μεγαλύτερα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας τα οποία χρειάστηκαν κρατική στήριξη. Οι δυο έρευνες, οι οποίες συμπληρώνουν η μια την άλλη, υποβοηθούν την Κεντρική Τράπεζα στον εποπτικό ρόλο της αναδεικνύοντας τα κενά στην εταιρική διακυβέρνηση των πιστωτικών ιδρυμάτων και τις αδυναμίες της εποπτικής λειτουργίας. Τα πορίσματα αυτών των ερευνών θα βοηθήσουν την Κεντρική Τράπεζα αλλά και τους θεσμούς γενικότερα να διαμορφώσουν προτάσεις για ενδυνάμωση του ρόλου τους και εξορθολογισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ήδη είναι διαθέσιμη η ενδιάμεση έκθεση της Ανεξάρτητης Επιτροπής για το μέλλον του κυπριακού τραπεζικού τομέα την οποία και παραδίδω στη γραμματεία. 

Ειδικά σε ό,τι αφορά την έκθεση της Alvarez & Marsal, αντιλαμβάνομαι ότι έχει υποβοηθήσει την Ερευνητική Επιτροπή στο έργο της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα αρχεία της Κεντρικής Τράπεζας δεν είναι γενικά στη διάθεση της Ερευνητικής Επιτροπής και για τη διερεύνηση οποιωνδήποτε άλλων γεγονότων. Αναφέρω για παράδειγμα ότι η Κεντρική Τράπεζα είχε σοβαρές ανησυχίες για την εταιρική διακυβέρνηση της Τράπεζας Κύπρου προ της εξυγίανσης με το διοικητικό συμβούλιο να μη χαρακτηρίζεται από τον απαραίτητο δυναμισμό, διορατικότητα και προνοητικότητα αλλά να λειτουργεί περισσότερο ως ένα εγκριτικό σώμα διστακτικό σε αλλαγές και εκσυγχρονισμό της εταιρικής διακυβέρνησης. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις διαφαινόταν σύγκρουση μεταξύ των προσωπικών συμφερόντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των συμφερόντων της Τράπεζας Κύπρου. Τα στοιχεία που διαθέτει η Κεντρική Τράπεζα είναι βεβαίως στη διάθεση της Ερευνητικής Επιτροπής και παραδίδω σχετικό υλικό στη γραμματεία, περιλαμβανομένης και αλληλογραφίας με την Τράπεζα Κύπρου σχετικά με τη συνεργασία της κατά τη διεξαγωγή της έρευνας της Alvarez & Marsal. 

Η υποχρέωση για διεξαγωγή διαγνωστικού ελέγχου στις τράπεζες τέθηκε από την Τρόικα κατά την πρώτη επίσκεψή της τον Ιούλιο του 2012. Όπως είναι γνωστό συστάθηκε συντονιστική επιτροπή με συμμετοχή και εκπροσώπων της Τρόικας. Η συντονιστική επιτροπή κατάρτισε τους όρους εντολής και ζήτησε προσφορές από πέντε εταιρείες. Κατόπιν αξιολόγησης, πληροφορίες για την οποία έχουν δοθεί στην Ερευνητική Επιτροπή, επελέγη η PIMCO. Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να αναφέρω ότι η Τράπεζα Κύπρου, η οποία επανειλημμένα εξέφρασε τη διαφωνία της για τη μεθοδολογία και τις παραδοχές που χρησιμοποίησε η PIMCO, χωρίς να ενημερώσει την Κεντρική Τράπεζα και με αχρείαστο κόστος περίπου €470 χιλ. ανέθεσε σε ξένο οίκο τη διεξαγωγή άλλου διαγνωστικού έλεγχου με σκοπό να αμφισβητήσει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων της PIMCO και να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα για την άσκηση πολιτικών πιέσεων. Ο οίκος που επελέγη από την Τράπεζα Κύπρου είχε υποβάλει προσφορά στη συντονιστική επιτροπή και είχε απορριφθεί λόγω απειρίας σε συγκεκριμένους τομείς του διαγνωστικού ελέγχου. Αναφέρω ενδεικτικά ότι τα αποτελέσματα της PIMCO υποβλήθηκαν σε ενδελεχή και συγκριτική ανάλυση από εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προτού γίνουν αποδεκτά από τους εκπροσώπους της Τρόικα. Συνεπώς ήταν ξεκάθαρο ότι τα αποτελέσματα οποιοδήποτε άλλου οίκου δεν μπορούσαν να θέσουν σε αμφισβήτηση τα αποτελέσματα της PIMCO, ούτε να χρησιμοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας. 

Η απόφαση του Eurogroup της 15ης Μαρτίου 2013 ανέτρεψε τη βασική γραμμή της καταρχήν συμφωνίας με την Τρόικα του Νοεμβρίου 2012, ότι δηλαδή το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα ανακεφαλαιοποιείτο με πόρους του προγράμματος ύψους €10 δισ. Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι λίγο πολύ γνωστά και αντιλαμβάνομαι ότι ήδη έχουν δοθεί από την Κεντρική Τράπεζα ορισμένες πληροφορίες οι οποίες της είχαν ζητηθεί. Ομοίως είναι γνωστή η απόφαση του δεύτερου Eurogroup της 25ης Μαρτίου η οποία κινείτο στην ίδια λογική της μη χρήσης πόρων του προγράμματος για την ανακεφαλαιοποίηση, εν προκειμένω, της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Δηλαδή στη θέση των 10 δισ. για την ανακεφαλαιοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονταν στην καταρχήν συμφωνία με την Τρόικα το Νοέμβριο του 2012, το πρόγραμμα που συμφωνήθηκε ουσιαστικά στις 25 Μαρτίου 2013 περιελάμβανε ποσό €2,5 δισ. για την ανακεφαλαιοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με ρητό όρο ότι το ποσό αυτό δεν θα διετίθετο για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου. Το πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η Κεντρική Τράπεζα από το σημείο εκείνο και έπειτα καθορίστηκε από αυτή την πολιτική απόφαση η οποία περιελάμβανε τόσο την πώληση των εν Ελλάδι υποκαταστημάτων όσο και τις βασικές αρχές για την απορρόφηση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου και τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου με ίδια μέσα. 

Δράττομαι της ευκαιρίας να υπενθυμίσω ότι, σε σχέση με τις εν Ελλάδι εργασίες των κυπριακών τραπεζών, η Κεντρική Τράπεζα είχε από καιρού διερευνήσει τις διαθέσιμες επιλογές για την προστασία της σταθερότητας του κυπριακού τραπεζικού συστήματος έναντι της δύσκολης οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα. Το Μάιο του 2012 συναντήθηκα με τον Έλληνα ομόλογο μου και συζητήσαμε μεταξύ άλλων την επιλογή της θυγατροποίησης των εν Ελλάδι εργασιών των κυπριακών τραπεζών. Η επιλογή αυτή, για την οποία υπήρξαν και δημοσιεύματα στον τύπο εκείνης της εποχής, δεν θα εξάλειπτε μεν την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης που αντιστοιχούσε σε αυτές τις εργασίες, ενδεχομένως όμως να επέτρεπε μια τελική διευθέτηση ευνοϊκότερη για τις εμπλεκόμενες τράπεζες από τη διευθέτηση που υπό πίεση χρόνου και κατόπιν πολύ συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων κληθήκαμε να υλοποιήσουμε στις 26 Μαρτίου 2013. Η πώληση που πραγματοποιήθηκε συνεπεία των πολιτικών αποφάσεων ήταν η καλύτερη δυνατή υπό τις περιστάσεις. Οι περιστάσεις όμως ενδεχομένως να ήταν διαφορετικές αν οι έγκαιρες προσπάθειες της Κεντρικής Τράπεζας δεν είχαν προσκρούσει στη σθεναρή άρνηση ιδίως της Τράπεζας Κύπρου να εξετάσει την επιλογή της θυγατροποίησης και πώλησης για τις εν Ελλάδι εργασίες της. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε άρνηση της Τράπεζας Κύπρου για πραγματοποίηση συνάντησης σε ανώτατο επίπεδο με συγκεκριμένη διεθνή επενδυτική τράπεζα που είχε εμπειρία από άλλο παρόμοιο εγχείρημα στην Ελλάδα. 

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Κεντρική Τράπεζα είχε κάνει κρούση προ της εξυγίανσης προς την Τράπεζα της Ελλάδος σε μια προσπάθεια να αναληφθεί από αυτή η παροχή επείγουσας ρευστότητας προς τα υποκαταστήματα Λαϊκής και Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα. Η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Παραδίδω σχετικό υλικό στη γραμματεία. 

Ιδίως σε ό,τι αφορά τη μεταφορά της οφειλόμενης επείγουσας ρευστότητας από τη Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου για την οποία η Κεντρική Τράπεζα έχει δεχθεί σφοδρή κριτική αν και περιέχεται στην απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013, αξίζει να αναφερθεί ότι το ύψος της επείγουσας ρευστότητας προς τη Λαϊκή Τράπεζα στις 29 Μαρτίου 2013 ανερχόταν μεν σε €9,1 δισ. όμως το ποσό αυτό περιελάμβανε οφειλή €1,2 δισ. της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα η οποία προέκυψε στις 26 Μαρτίου 2013. Συγκεκριμένα, στις 26 Μαρτίου 2013, ενώ η συμφωνία πώλησης για τα υποκαταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας προέβλεπε καταβολή €1,7 δισ. από την Τράπεζα Πειραιώς προς τη Λαϊκή Τράπεζα, η συμφωνία πώλησης για τα υποκαταστήματα της Τράπεζας Κύπρου προέβλεπε καταβολή €1,2 δισ. από την Τράπεζα Κύπρου προς την Τράπεζα Πειραιώς. Δεδομένου ότι στις 26 Μαρτίου 2013 είχε ήδη δρομολογηθεί η απορρόφηση των εργασιών της Λαϊκής από την Τράπεζα Κύπρου, η Λαϊκή Τράπεζα χρηματοδότησε την οφειλή της Τράπεζας Κύπρου προς την Τράπεζα Πειραιώς και συνεπώς η καθαρή οφειλή από επείγουσα ρευστότητα που μεταφέρθηκε από τη Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου στις 29 Μαρτίου 2013 ανερχόταν σε €7,9 δισ. 

Όπως γνωρίζετε τα μέτρα εξυγίανσης που ελήφθησαν επί της Τράπεζας Κύπρου και επί της Λαϊκής Τράπεζας εξετάζονται στο πλαίσιο πληθώρας διαφορών που έχουν αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων. Για το λόγο αυτό δεν θα ήθελα να επεκταθώ επί του θέματος και επί των επιχειρημάτων που στηρίζουν τη θέση της Κεντρικής Τράπεζας. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι η «εναλλακτική λύση», πάλι εντός εισαγωγικών, θα ήταν η εκκαθάριση των δυο ιδρυμάτων η οποία θα συνεπαγόταν την απογύμνωση τους από σημαντικό μέρος των στοιχείων ενεργητικού τα οποία χρησιμοποιούνταν ως εξασφαλίσεις, την ανάγκη αποζημίωσης των ασφαλισμένων καταθετών για το δυσθεώρητο ποσό των €19,7 δισ. περίπου και για τις δυο τράπεζες (ημερομηνία αναφοράς: 31/12/2012), τη διακοπή βασικών τραπεζικών υπηρεσιών και την απώλεια πλέον των πέντε χιλιάδων θέσεων εργασίας».

Xθες: (βίντεο στο πάνω μέρος της είδησης)

Απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν την κρίσιμη περίοδο από τον Μάιο του 2012, όταν και διορίστηκε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας μέχρι και τις 25 Μαρτίου οπότε λήφθηκαν οι αποφάσεις του Eurogroup, θα κληθεί να δώσει σήμερα ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής για την Οικονομία ο Πανίκος Δημητριάδης.

Η κατάθεση του αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού θα κληθεί να ρίξει φως σε συγκεκριμένες, πολύ κρίσιμες πτυχές που οδήγησαν στην κατάρρευση της οικονομίας:

- Η διατήρηση της Λαϊκής στον «αναπνευστήρα» (βάση δικής του δήλωσης) μέχρι την ολοκλήρωση των Προεδρικών Εκλογών

- Η απρόσκοπτη και άνευ όρων απορρόφηση από τη Λαική, ρευστότητας από τον ELA παρά το ότι θεωρείτο ήδη αφερέγγυα

- Ο τρόπος επιλογής και οι όροι εντολής που δόθηκαν στην PIMCO με αποτέλεσμα να εκτοξευθούν οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών

- Η γνώση ή μη, μέσω των συλλογικών οργάνων της ΕΚΤ, για ενδεχόμενο κουρέματος καταθέσεων από τις αρχές Ιανουαρίου 2013

- Η εκροή κεφαλαίων από τα ξημερώματα μετά το Eurogroup της 15ης Μαρτίου μέχρι και τις οριστικές αποφάσεις στις 25 Μαρτίου

- Το μη κλείσιμο της ηλεκτρονικής τραπεζικής τα ξημερώματα της 15ης Μαρτίου.

Ερωτήματα τα οποία σημειώνεται τέθηκαν σχεδόν στο σύνολο τους στον Διοικητή και κατά την αυτεπάγγελτη εξέταση του θέματος από την Επιτροπή Θεσμών της Βουλής, και στα οποία είτε δεν απάντησε, είτε οι απαντήσεις περιορίστηκαν σε επιφανειακές και όχι λεπτομερείς αναφορές.

Χθες, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας ήγειρε θέμα, δια επιστολής που απέστειλε στην ερευνητική επιτροπή, για την ημέρα που θα καταθέσει η οποία υπενθυμίζεται έχει οριστεί για τις 22 του μήνα.

Συγκεκριμένα ζήτησε αναβολή η οποία δεν έγινε όμως αποδεκτή, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι απουσιάζουν οι σύμβουλοι του και δεν προλαβαίνει να προετοιμαστεί.

Διαφορετική ανάγνωση έδωσαν ωστόσο άλλοι πολιτικοί και όχι μόνο κύκλοι υποδεικνύοντας ότι πρόθεση του τέως Προέδρου είναι να καταθέσει μετά την κατάθεση του τέως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Αθανάσιου Ορφανίδη.

Πηγές προσκείμενες στην Ερευνητική Επιτροπή σημείωναν ωστόσο στον Αντέννα ότι:

Οι ενστάσεις του τέως Προέδρου ενδέχεται να αποδειχθούν ανεδαφικές, καθώς με βάση την ακολουθούμενη διαδικασία το πιθανότερο είναι, όπως έγινε και με άλλους σημαντικούς μάρτυρες, να ξανακληθεί ώστε να απαντήσει σε όσα θα αναφερθούν για το πρόσωπο του από μάρτυρες που θα ακολουθήσουν την δική του αρχική τοποθέτηση.

Ο κύκλος μαρτυριών στην ερευνητική επιτροπή θα ολοκληρωθεί στις 27 Αυγούστου, με κατάθεση του Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη.

Μέχρι τις 28 Σεπτεμβρίου, η Επιτροπή θα πρέπει να παραδώσει το πόρισμα της.