*Το ρεπορτάζ είναι του Λούκα Φέσια
Ερωτηθείς για τη δήλωση του διοικητή Πανίκου Δημητριάδη ο οποίος είχε αναφέρει σε δηλώσεις του ότι η Λαϊκή Τράπεζα βρισκόταν στον αναπνευστήρα, ο κ. Σταυρινάκης απάντησε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αγωνιούσε γιατί δεν υπογραφόταν το πρόγραμμα στήριξης.
Όπως είπε, με τη συγκεκριμένη δήλωση ο Διοικητής ήθελε να στείλει ηχηρό μήνυμα στην κυβέρνηση σημειώνοντας ότι από τον Ιούλιο μέχρι το Νοέμβριο του 2012 δεν είχε γίνει καμία πρόοδος. Αποκάλυψε μάλιστα, ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έθεσε δύο χρονοδιαγράμματα, με τα οποία προειδοποιούσε ότι θα σταματούσε τη χρηματοδότηση μέσω του ELA στη Λαϊκή Τράπεζα.
Όπως είπε το πρώτο χρονοδιάγραμμα έληγε στις 23 Ιανουαρίου 2013 αλλά λόγω της προεκλογικής περιόδου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναθεώρησε το χρονοδιάγραμμα και έδωσε την 21η Μαρτίου 2013 ως νέα ημερομηνία, με στόχο σύμφωνα με τον κ. Σταυρινάκη, να ασκήσει πίεση στη νέα κυβέρνηση.
Ο κ. Σταυρινάκης, αναφερόμενος στο κούρεμα του ελληνικού χρέους είπε ότι η απόφαση του Eurogroup για τα ελληνικά ομόλογα θα ήταν καταστροφική για την Κύπρο, συμπληρώνοντας ότι η απόφαση δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία και οι λειτουργοί του Υπουργείου Οικονομικών που συμμετείχαν στο Eurogroup και στις ομάδες των συνόδων θα έπρεπε να προειδοποιήσουν την Κεντρική Τράπεζα για να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Ο κ. Σταυρινάκης είπε ακόμα ότι, όταν στο Υπουργείο Οικονομικών ήταν ο Χαρίλαος Σταυράκης δεν υπήρχε επικοινωνία με την Κεντρική Τράπεζα, λέγοντας ότι τα πράγματα άλλαξαν άρδην όπως είπε χαρακτηριστικά, όταν ανέλαβε το Υπουργείο ο Κίκης Καζαμίας.
Ο κ. Σταυρινάκης είπε ακόμα ότι οι ξένοι θεωρούσαν ότι οι τράπεζες στην Κύπρο λειτουργούσαν ως ενεχυροδανειστήρια και σημείωσε πως διαχρονικά οι τράπεζες στην Κύπρο έδιναν έμφαση στις εξασφαλίσεις του χρεώστη και όχι στην ικανότητά του να αποπληρώνει το δάνειο.
Στην κατάθεσή του ο κ. Σταυρινάκης, αναφέρθηκε και στην εξαγορά της Λαϊκής Τράπεζας από τον όμιλο Marifn, σημειώνοντας ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας θα έπρεπε να ελέγξει και να διερευνήσει το ποιόν και το παρελθόν των νέων μετόχων που ήθελαν να αγοράσουν μετοχές της τράπεζας, ενώ έκανε αναφορά σε τραπεζικό γάμο. Ο τίτλος όπως ανέφερε δόθηκε σε συνέντευξη Τύπου που δόθηκε εκείνη την περίοδο. Όπως είπε χαριτολογώντας ο κ. Σταυρινάκης, δεν μπορεί να υπάρξει γάμος τραπεζών αν δεν υπάρχει αγάπη ή έστω ειδύλλιο.
Πουλλής: Η Τράπεζα Κύπρου δεσμεύθηκε να σταματήσει επενδύσεις σε ομόλογα
Από την πλευρά του ο Κώστας Πουλλής, τέως Ανώτερος Διευθυντής του Τμήματος εποπτείας και αδειοδοτήσεων της Κεντρικής Τράπεζας, είπε ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε δεσμευθεί να σταματήσει τις επενδύσεις σε ομόλογα μετά την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας την 1η Μαρτίου του 2010.
Ο κ. Πουλλής είπε στην Ερευνητική Επιτροπή πως την 1η Μαρτίου 2010 έστειλε επιστολή στην Τράπεζα Κύπρου και σε όλες τις τράπεζες που κατείχαν ελληνικά ομόλογα, επιδιώκοντας, όπως είπε, «να τους ξυπνήσουμε και να τους προειδοποιήσουμε».
Στην επιστολή ανέφερε ότι απάντησαν γραπτώς όλες οι τράπεζες πλην της Τράπεζας Κύπρου. Ο κ. Πουλλής είπε ότι αργότερα πληροφορήθηκε από τον τότε Διοικητή Αθανάσιο Ορφανίδη πως η Τράπεζα Κύπρου «δεσμεύτηκε να σταματήσει την επένδυση στα ομόλογα», ύστερα από τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου Ανδρέα Ηλιάδη.
Πρόσθεσε ότι τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2010 οι τράπεζες επένδυαν σε ομόλογα που έληγαν σε 2-3 μήνες.
Ο κ. Πουλλής είπε ότι για την απόκτηση ομολόγων υπήρχαν κανονισμοί οι οποίοι τηρούνταν και εξήγησε ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε καμία νομική εξουσία να απαγορεύσει στις Τράπεζες να επενδύουν σε κυβερνητικά ομόλογα. Υπέδειξε ότι οι τράπεζες πρέπει να έχουν πολιτική διαχείρισης κινδύνων και η Κεντρική Τράπεζα έχει την εξουσία να μελετά αυτά τα μέτρα και αν δεν ικανοποιηθεί μπορεί να ζητήσει διόρθωση, κεφάλαια ή περισσότερα provisions.
Ανέφερε ακόμα ότι η Κεντρική Τράπεζα παρακολουθούσε την επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας και λάμβανε τα μέτρα που μπορούσε με βάση τη νομοθεσία και τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Όπως είπε, τα κυβερνητικά ομόλογα τα οποία είναι εκπεφρασμένα στο νόμισμα της χώρας φέρουν μηδενικό ρίσκο και επενδύσεις σε αυτά τα ομόλογα εξαιρούνται από το όριο για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, βάσει του οποίου οι τράπεζες δεν μπορούν να δανείσουν ή να επενδύσουν πέραν του 25% της κεφαλαιακής τους βάσης.
Ο τέως Ανώτερος Διευθυντής του Τμήματος εποπτείας και αδειοδοτήσεων της Κεντρικής Τράπεζας είπε στην Ερευνητική Επιτροπή για την οικονομία ότι όταν αποχωρούσε από την Κεντρική το Μάιο του 2012 ήταν σχεδόν βέβαιος ότι αν η Τράπεζα Κύπρου κατάφερνε να πωλήσει τις ασφαλιστικές εταιρείες δεν θα χρειαζόταν κρατική στήριξη.
Ο κ. Πουλλής διατύπωσε επίσης την άποψη ότι «η Uniastrum δεν ήταν ο λόγος για τον οποίο η Τράπεζα Κύπρου αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα».
Ανέφερε ότι «ο λόγος για τον οποίο η Uniastrum είχε χαμηλότερα κέρδη από αυτά που είχε προϋπολογίσει η Τράπεζα Κύπρου ήταν επειδή δεν εφάρμοσαν αυτά τα οποία υποσχέθηκαν να εφαρμόσουν» και εξήγησε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν εφάρμοσε τις λύσεις που είχαν προταθεί από τους συμβούλους της για την αντιμετώπιση των σημαντικών κινδύνων που είχαν εντοπιστεί σε σχέση με τα στοιχεία της Uniastrum και οι οποίες λύσεις είχαν καταγραφεί στη συμφωνία πώλησης και αγοράς (sales and purchase agreement) και στη συμφωνία μετόχων (shareholders agreement).
Ανέφερε επίσης ότι πολλά από τα υποκαταστήματα της Uniastrum ήταν ζημιογόνα επειδή ήταν καινούρια και δεν είχαν αναπτυχθεί, κυρίως στην επαρχία, που ήταν το ζητούμενο από πλευράς Τράπεζας Κύπρου.
Το αίτημα της Τράπεζας Κύπρου για έγκριση της επένδυσης στη Uniastrum υποβλήθηκε, σύμφωνα με τον κ. Πουλλή, στην Κεντρική Τράπεζα την 1η Ιουλίου 2008 και εγκρίθηκε την 30η Σεπτεμβρίου 2008, ενώ η ΚΤ δεν είχε υπόψη της ότι τον Οκτώβριο επέκειτο δεύτερος έλεγχος, το «concluding due diligence», από τους συμβούλους της Τράπεζας Κύπρου σχετικά με την εξαγορά.
Ο κ. Πουλλής είπε ότι είχε ετοιμάσει εισήγηση για την επένδυση προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, επισυνάπτοντας αυτούσια την έκθεση του Τμήματος αδειοδότησης, το οποίο, όπως ανέφερε, κατά το χρόνο που συνέταξε την έκθεση δεν είχε υπόψη του ότι στις 5 Ιουνίου 2008 ο οίκος αξιολόγησης Moody’s έθεσε σε αρνητικό ορίζοντα την αξιολόγηση της Uniastrum. Ανέφερε ωστόσο ότι «ο αρνητικός ορίζοντας δεν είναι το τέλος του κόσμου» και πρόσθεσε ότι «ακόμα κι αν ήταν αμφιβάλλω αν θα άλλαζε η απόφαση της ΚΤ».
Ο Κώστας Πουλλής, ερωτηθείς για τη ρευστότητα της Λαϊκής, κατέθεσε ότι το 2011 η Μαρφίν Εγνατία παρουσίαζε πάρα πολλά προβλήματα ρευστότητας και από το τέλος του 2010 είχε ξεκινήσει αλληλογραφία με την Κεντρική Τράπεζα σχετικά με το ζήτημα αυτό.
«Είχαμε προσέξει ότι παρόλο που δεν είχαν ρευστότητα έδιναν κάποια δάνεια γι’ αυτό στείλαμε επιστολή και απαγορεύσαμε να δίνουν δάνεια πέραν των 250 χιλιάδων ευρώ εκτός εάν είχαν την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας» είπε, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με επιστολή του τέως Διοικητή Αθανάσιου Ορφανίδη στις 7 Νοεμβρίου 2011 προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Λαϊκής Ευθύμιο Μπουλούτα στην οποία αναφερόταν ότι η παραχώρηση νέων χρηματοδοτήσεων/ χορηγήσεων προς τους συμβούλους και τους διευθυντές της Marfin Popular Bank δεν θα γινόταν χωρίς προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Ο κ. Πουλλής είπε ότι περιορισμός αυτός τηρήθηκε, προσθέτοντας ότι υποβάλλονταν καθημερινά στην ΚΤ στοιχεία και «ήμασταν πάρα πολύ αυστηροί στην εφαρμογή αυτών των οδηγιών».
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ανέφερε ότι παρόλο που πάρα πολλά πρέπει να γίνουν όσον αφορά τη διακυβέρνηση των τραπεζών, οι τράπεζες «ακολουθούσαν σε μεγάλο βαθμό της οδηγίες της ΚΤ για τη διακυβέρνηση». Παρατήρησε ακόμα ότι στην Κύπρο «υπάρχει μια κουλτούρα που δεν συνάδει με την εταιρική διακυβέρνηση».
Ο κ. Πουλλής είπε στην Ερευνητική ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στα θέματα ELA.