Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

*Το ρεπορτάζ είναι του Κυριάκου Πομηλορίδη

Ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ δήλωσε ότι δημιουργεί πολλά ερωτηματικά το γεγονός ότι «κάποιοι προσπαθούν, ενώ σε λιγότερο από 9 μέρες η Τράπεζα θα είναι στα χέρια των μετόχων, να λάβουν αποφάσεις που δεν είναι της ώρας», προσθέτοντας ότι «κανείς μεταβατικός δεν μπορεί να αποφασίζει για το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον όχι μόνο της Τράπεζας αλλά και ολόκληρης της οικονομίας του τόπου».

Κάλεσε δε την ίδια ώρα οποιονδήποτε έχει αυτές τις απόψεις «να βγει επωνύμως να τα πει».
 
Μιλώντας σε διάσκεψη Τύπου στα γραφεία του ΔΗΣΥ και κληθείς να σχολιάσει τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας για διαχωρισμό της Τράπεζας Κύπρου με δημιουργία Τράπεζας Ακινήτων, ο κ. Νεοφύτου είπε ότι με τα σκληρά μέτρα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα οι κάτοχοι μετοχών και αξιογράφων αλλά και οι καταθέτες ανέλαβαν εξ ιδίου κόστους την ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών, λέγοντας πως αυτή η πολιτική έχει δημιουργήσει προβλήματα αξιοπιστίας, πίστης και εμπιστοσύνης στο σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα.
 
Ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ ανέφερε πως η ύψιστη προτεραιότητα είναι να εξέλθει η Τράπεζα Κύπρου από το καθεστώς εξυγίανσης, υπενθυμίζοντας πως ο μόνος όρος που τέθηκε από το Eurogroup είναι να ολοκληρωθεί η δεύτερη μελέτη από την KPMG αναφορικά με τις πραγματικές ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Κύπρου η οποία, όπως είπε, θα είναι έτοιμη τις επόμενες ώρες.
 
«Άρα» συνέχισε, «υπάρχουν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις που τέθηκαν σε πολιτικό επίπεδο για να μπορέσει το αργότερο μέχρι την 1η Αυγούστου 2013 η Τράπεζα Κύπρου να εξέλθει από το καθεστώς εξυγίανσης».
 
«Υπάρχει ένα Συμβούλιο στην Τράπεζα Κύπρου που όλοι γνωρίζουμε ότι είναι εκεί χωρίς να ρωτηθούν οι πραγματικοί μέτοχοι. Γνωρίζουν οι ίδιοι, τόσο το Συμβούλιο όσο και η ανώτατη Διεύθυνση, ότι είναι μια μεταβατική και διοίκηση και Διεύθυνση. Θεωρώ πως παραβιάζονται κάποιες απλές αρχές πως κανείς μεταβατικός δεν μπορεί να αποφασίζει για το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον όχι μόνο της Τράπεζας αλλά και ολόκληρης της οικονομίας του τόπου», είπε.
 
Ανέφερε ακολούθως πως «το δεύτερο που επείγει και που έπρεπε να είχε αρχίσει από τη στιγμή που υπήρξαν ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις, ήταν το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος να είχε ήδη ολοκληρώσει προγράμματα αναδιάρθρωσης των δανείων, τόσο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών».
 
«Μιλάμε για ψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μα αν δεν γίνει αναδιάρθρωση των δανείων, όσων έχουν επαρκή εξασφάλιση, για να επιμηκυνθεί η περίοδος αποπληρωμής και ταυτόχρονα να μειωθούν δραστικά τα δανειστικά επιτόκια, κινδυνεύουμε στα επόμενα δύο χρόνια, το σύνολο των δανείων να χαρακτηριστούν ως μη εξυπηρετούμενα» συμπλήρωσε.
 
Είπε ακόμη πως επιπρόσθετα, οι κυπριακές μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα κυπριακά νοικοκυριά δεν μπορούν να ευθύνονται για τις όποιες πολιτικές ή τραπεζικές ευθύνες για την οικονομική κρίση που περνά ο τόπος και που ως αποτέλεσμα της οποίας η χώρα βιώνει μια παρατεταμένη ύφεση με μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων και των λοιπών πολιτών και αύξηση του κόστους είτε αυτό αφορά αποπληρωμές δανείων είτε ηλεκτρικό ρεύμα είτε άλλων απαραίτητων αγαθών και υπηρεσιών.
 
«Καλλιεργήθηκε τις τελευταίες μέρες, χωρίς ευθύνη των ΜΜΕ, ότι κακώς δεν ανοίξαμε και σαμπάνια γιατί θα σπάσουμε την Τράπεζα Κύπρου στα δύο. Μα το Μάρτιο δόθηκε σκληρή μάχη να αποφύγουμε το σπάσιμο και της Τράπεζας Κύπρου. Αν ήταν να χωριστεί η Τράπεζα Κύπρου σε καλή και κακή τράπεζα αυτό θα μπορούσε να γίνει από τον Μάρτιο και προτού φορτωθεί η Τράπεζα Κύπρου και 10 δισεκατομμύρια ευρώ ELA της Λαϊκής Τράπεζας,» πρόσθεσε.
 
Ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ διερωτήθηκε ποιο θα είναι το όφελος από ενδεχόμενο σπάσιμο της Τράπεζας Κύπρου, εξηγώντας πως μια τέτοια εξέλιξη δεν σημαίνει πως θα μειωθούν οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης αλλά ούτε και μείωση του ELA. Όπως πρόσθεσε, η μόνη περίπτωση να μειωθεί ο ELA είναι «να ξεκινήσει το ξεπούλημα στη δεύτερη τράπεζα στα αρπακτικά των hedge funds και να πουλήσεις ενεργητικό της τράπεζας που δεν είναι άλλο από τα δάνεια».
 
Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι είναι γνωστοί αυτοί που παρέχουν τη σχετική πληροφόρηση στους δημοσιογράφους, ο κ. Νεοφύτου είπε ξεκαθαρίζοντας πως δεν ασκεί κριτική στα ΜΜΕ πως όταν ακούει από δελτία ειδήσεων και επί δύο μέρες το ΡΙΚ, να παίζουν ως πρώτη είδηση με θετική χροιά την πληροφορία για διαχωρισμό της Τράπεζας Κύπρου, τότε σημαίνει ότι κάποιοι πρέπει να δίνουν αυτές τις πληροφορίες καθώς οι δημοσιογράφοι «δεν παράγουν  ειδήσεις αλλά μεταφέρουν ειδήσεις».
 
Ερωτηθείς κατά πόσο είχε κάποια επικοινωνία είτε με τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας είτε με στελέχη της Τράπεζας Κύπρου για το θέμα αυτό, ο κ. Νεοφύτου είπε ότι δεν υπήρξε καμία επικοινωνία ή συνάντηση με τον Διοικητή της ΚΤ, ανέφερε ωστόσο ότι σε συνάντηση στις 5 Ιουλίου με τον Πρόεδρο και Διευθύνων Σύμβουλο της Τράπεζας Κύπρου για να τους ενημερώσουν γι’ αυτές τις «ευφάνταστες και σωτήριες για τον τόπο και την Τράπεζα», όπως τις χαρακτήρισε, ιδέες, από την πλευρά του ξεκαθάρισε και προς τους ίδιους όσα ανέφερε δημοσίως και σήμερα.
 
«Αυτά που λέμε τώρα δημόσια τα είπαμε και κατ’  ιδίαν. Δεν μπορώ όμως να ξέρω ποιος δίνει τις ειδήσεις στα έντυπα ή και στα ηλεκτρονικά μέσα» πρόσθεσε.
 
Κληθείς να διευκρινίσει κατά πόσο κατά τη συνάντηση με τα στελέχη της Τράπεζας Κύπρου αναφέρθηκε το κατά πόσο η ιδέα για διαχωρισμό της Τράπεζας είναι ιδέα των στελεχών ή αν προέρχεται από την Κεντρική Τράπεζα, ο κ. Νεοφύτου είπε ότι τα στελέχη της Τράπεζας εξέφρασαν κάποιες απόψεις και πως οι ίδιοι ξεκαθάρισαν ότι πρόκειται για απόψεις και όχι αποφάσεις. «Το θεωρούμε θετικό ότι οι άνθρωποι ήρθαν και μας ενημέρωσαν» πρόσθεσε.
 
Ανέφερε πως αναμένεται τις επόμενες ώρες η δεύτερη αξιολόγηση από την KPMG και εξέφρασε την ελπίδα ότι «θα υπάρξουν ενδεχομένως καλύτερα νέα από αυτό που εμπεδώθηκε στην κοινή γνώμη για κούρεμα 60%».
 
Εξήγησε ότι αν δημιουργηθούν δύο τράπεζες αυτό σημαίνει ότι στη 2η τράπεζα θα πάει και αναλογικά και μέρος των καταθέσεων και πως αν το ενεργητικό, τα δάνεια και η ακίνητη περιουσία, πωληθούν σε εξευτελιστικές τιμές, τις ζημιές θα τις φορτωθούν οι καταθέτες.
 
«Πρέπει να προστατεύσουμε και τους καταθέτες της Τράπεζας και ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά να προστατεύσουμε και τον επιχειρηματικό ιστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τα νοικοκυριά που είναι από τα πιο χρεωμένα στην Ευρώπη» συμπλήρωσε, λέγοντας πως δεν θα ήθελε να ξυπνήσει ένα πρωί και να βγαίνουν στο σφυρί οι περιουσίες του κόσμου σε τιμές του 20%-40% της αξίας τους και χαρακτηρίζοντας ένα τέτοιο ενδεχόμενο τραγικό.
 
Σε παρατήρηση δημοσιογράφου ότι ανησυχεί ο κόσμος, ο κ. Νεοφύτου σημείωσε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας στηρίζεται σε μια λέξη «πίστη», προσθέτοντας ότι «είναι κακό να συζητούμε τα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα επαναλαμβάνοντας καθημερινά συγκεκριμένη τράπεζα». «Αν θέλουμε να σωθεί το μικρό μέγεθος του τραπεζικού τομέα που μας έμεινε, πρέπει να συμβάλουμε όλοι χτίζοντας καθημερινά την πίστη, την εμπιστοσύνη».
 
«Βεβαίως και έγιναν εγκλήματα και υπάρχουν και ονόματα και διευθύνσεις. Για χρόνια ουδέποτε ασχοληθήκαμε με ονόματα και διευθύνσεις. Ήταν και οι εκλεκτοί αυτοί που ευθύνονται, αξιόπιστοι συνομιλητές μας οι οποίοι είχαν και προνομιακή πρόσβαση προς το πολιτικό σύστημα. Είναι και με διάθεση αυτοκριτικής. Με αυτούς που ευθύνονταν ανταλλάσσαμε χειραψίες και θερμές συναντήσεις και χτυπούσαμε το σύστημα, το οποίο τώρα που έχει πληγεί η πίστη και η αξιοπιστία του δεν θα αφήσει κανένα ανεπηρέαστο» πρόσθεσε.
 
Εξέφρασε παρόλα αυτά την πεποίθηση ότι ο τόπος θα ξεπεράσει τα προβλήματα και πως με δεδομένο ότι «το τελευταίο διάστημα λήφθηκαν σημαντικές αποφάσεις από την Κυβέρνηση που καμιά άλλη κυβέρνηση στο παρελθόν δεν τόλμησε να πάρει», όπως η απόφαση για το καζίνο, τη φορολογική αμνηστία, τα πολεοδομικά κίνητρα, ο εξορθολογισμός των επιδομάτων σε αλλοδαπούς, η άρση των περιορισμών σε ό,τι αφορά τη μετακίνηση προσωπικού στη Δημόσια Υπηρεσία, «αρχές του 2016 θα έχουμε απτά αποτελέσματα οικονομικής ανάκαμψης».