Του Χρίστου Χαραλάμπους
Χωρισμένη σε τέσσερα σημαντικά κεφάλαια, η προκαταρτική έκθεση της Επιτροπής Θεσμών της Βουλής ρίχνει φως σε άγνωστες πτυχές όσων προκάλεσαν την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αποδίδοντας ασύγγνωστα λάθη καθώς και ύποπτες ενέργειες και παραλείψεις για σειρά ετών.
Τα κεφάλαια για τα οποία τοποθετείται η Επιτροπή είναι:
- Η μεθοδολογία εκτίμησης της αξίας των ακινήτων που χρησιμοποίησε η Pimco εκτοξεύοντας τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών
- Όσα οδήγησαν στο ξεπούλημα των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα
- Η άντληση ρευστότητας από την Λαϊκή από τον έκτακτο μηχανισμό ΕLΑ (και)
- Ο τρόπος διάθεσης από τις δύο τράπεζες των αξιογράφων που οδήγησαν χιλιάδες πολίτες σε απόγνωση.
Αρχής γενομένης από το διαγνωστικό έλεγχο της Pimco, η Επιτροπή Θεσμών αφήνει αιχμές για τη στάση της Κεντρικής Τράπεζας, και διαπιστώνει ισοπεδωτικές προσεγγίσεις, αφού πέραν της κάθετης μείωσης των τιμών των ακινήτων κατά 25%, η Pimco υιοθετεί και μία οριζόντια επιπλέον μείωση άλλου 25% σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης.
Η Κεντρική Τράπεζα ενήργησε με υπέρμετρο συντηρητισμό κατά τη στοιχειοθέτηση των δεδομένων που παραδόθηκαν στη Συντονιστική Επιτροπή και ακολούθως στην Pimco για τους σκοπούς του διαγνωστικού ελέγχου του κυπριακού τραπεζικού συστήματος.
Η Επιτροπή καταλήγει ότι ενδεχομένως οι προβλέψεις αυτές να στηρίχθηκαν σε αβάσιμες εκτιμήσεις και δεδομένα τα οποία με τη σειρά τους.
Ερωτηματικά αφήνει η Επιτροπή Θεσμών και για το γεγονός ότι η Pimco υιοθετεί 100% αποκοπή των προσωπικών εγγυήσεων, δηλαδή σε περιπτώσεις κακών δανείων προβλέπει ότι οι εγγυητές δεν θα προσφέρουν τίποτα.
Ακόμη πιο έντονη είναι η Επιτροπή Θεσμών για το θέμα της αποξένωσης των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, με αιχμές και κατά της Κυβέρνησης. Στην παράθεση γεγονότων γίνεται ξεκάθαρη παραδοχή ότι η συμφωνία πώλησης δεν ήταν προς όφελος της Δημοκρατίας παρά το καταναγκαστικό της εφαρμογής της για αποφυγή μεταφοράς του συστημικού κινδύνου από την Ελλάδα στην Κύπρο και αντίστροφα.
Η Επιτροπή διαμόρφωσε την άποψη ότι η κυπριακή πλευρά δεν εξάντλησε, όπως όφειλε, όλα τα περιθώρια διαβούλευσης με στόχο την επίτευξη λιγότερο επαχθών όρων σε σχέση με την συμφωνία.
Η Επιτροπή διαμόρφωσε την άποψη ότι οι σχέσεις και η συνεργασία μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας και Κεντρικής Τράπεζας υστερούσαν σημαντικά, με επακόλουθο να έχουν σημειωθεί κενά ως προς το χειρισμό
Με λύπη της η Επιτροπή παρατηρεί ότι ακόμα και στο στάδιο αυτό η Κεντρική Τράπεζα και η εκτελεστική εξουσία εξακολουθούν να αλληλοεπιρρίπτουν ευθύνες αναφορικά με το ποια πρόσωπα είχαν ουσιαστικό ρόλο στη διαπραγμάτευση και τελικά αποδέχτηκαν τη συμφωνία.
Ψέγει τέλος το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση οι αρμόδιοι δεν ενέπλεξαν στη διαδικασία τις ίδιες της τράπεζες για να εκφέρουν άποψη.
Ειδικό κεφάλαιο, το οποίο όμως δεν θεωρείται ολοκληρωμένο, αφιερώνει η Επιτροπή στο κρίσιμο ζήτημα της άντλησης από τη Λαική ρευστότητας από τον ELA. Μοιράζει ευθύνες και χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα, θεωρώντας ότι ένα θέμα βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα αφέθηκε να δημιουργήσει τόσο μεγάλο πρόβλημα που να θέτει σε κίνδυνο, ακόμη και σήμερα, τη βιωσιμότητα της Τράπεζας Κύπρου, και κατ' επέκταση του ίδιου του κράτους. Ξεχωρίζουν οι αναφορές για ανεπίτρεπτους χειρισμούς, αλλά και για ύποπτη συμπεριφορά από την Κεντρική Τράπεζα.
Αποτελεί παράδοξο γεγονός πως η Κεντρική Τράπεζα, ενώ από το Δεκέμβριο του 2012 γνώριζε ότι ορισμένες από τις κυπριακές τράπεζες ήταν αφερέγγυες, προέβαινε σε παράλληλες ενέργειες προς την ΕΚΤ ώστε να χορηγείται σε αυτές ELA. Λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η απορρόφηση ELA δημιουργεί όφελος για τις εθνικές κεντρικές τράπεζες, αναπόφευκτα εγείρονται εύλογα ερωτήματα.
Δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα σε σχέση με τους χειρισμούς της Διοίκησης της τράπεζας, η οποία θα έπρεπε να αναζητήσει άλλους τρόπους ανάκαμψης και επίλυσης των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε. Δεδομένης και της πληροφόρησης που έτυχε η Επιτροπή πως η απορρόφηση ELA βοηθά την κερδοφορία μιας τράπεζας σε σύγκριση με την άντληση καταθέσεων, καταλήγει ότι οι ενέργειες της τράπεζας αυτής ήταν τουλάχιστον ανεύθυνες.
Ερωτήματα εγείρει η Επιτροπή και για τη στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία γνώριζε ότι η Λαϊκή ήταν αφερέγγυα.
Παράλληλα θεωρεί ανεπίτρεπτο το γεγονός ότι η Βουλή δεν έτυχε, κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας, της δέουσας πληροφόρησης για το θέμα του ELA.
Για το θέμα των αξιογράφων, η Έκθεση καταγράφει με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα, δεδομένου ότι εκκρεμούν αγωγές στο δικαστήριο.
Πάντως υιοθετεί τα ευρήματα της έκθεσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ότι κατά την έκδοση των εν λόγω χρηματοπιστωτικών προϊόντων οι τράπεζες σε πολλές περιπτώσεις παραπλάνησαν ιδιώτες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν θεσμικοί επενδυτές.
Η έκθεση τελεί υπό την αίρεση αλλαγών από τα κόμματα, σε νέα συνεδρίαση την ερχόμενη Τρίτη.
Το τελικό κείμενο θεωρείται άκρως σημαντικό καθώς θα αποσταλεί στο Γενικό Εισαγγελέα, την Ερευνητική Επιτροπή για την Οικονομία, την Αστυνομία και τους ποινικούς ανακριτές.