Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Την ετοιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να διορίσει, από κοινού με τους μελλοντικούς δανειστές της, ξένο οίκο ο οποίος να διερευνήσει όσα σχετίζονται με τα περί ξεπλύματος χρήματος στο τραπεζικό της σύστημα, εξέφρασε ο Υπουργός Οικονομικών, Βάσος Σιαρλή.

Ωστόσο διευκρίνισε πως δεν έχει υποβληθεί επίσημη πρόταση.

Αφορμή για τις δηλώσεις του Βάσου Σιαρλή ήταν σημερινό δημοσίευμα των Financial Times, που αναφέρει, επικαλούμενο αρμόδιους αξιωματούχους, ότι ο Υπουργός Οικονομικών έχει αποδεχθεί το διορισμό ξένου οίκου, για τη διεξαγωγή έρευνας, ως τρόπο για να περιοριστούν οι πολιτικές πιέσεις από τη Γερμανία για το θέμα του ξεπλύματος χρήματος στην Κύπρο.

Το δημοσίευμα παρουσίαζε το διεθνή οίκο PwC ως πιθανό ερευνητή.

Στο μεταξύ, ανακοινώθηκε σήμερα η υπογραφή, μεταξύ του Γραφείου Προγραμματισμού και της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, συμβολαίου για τη χρηματοδότηση του έργου «ενδυνάμωση της ικανότητας της ΜΟΚΑΣ να διερευνά υποθέσεις αναφορικά με ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας».

Το 85% του κόστους του έργου θα καλυφθεί από τον Χρηματοδοτικό Μηχανισμό της Νορβηγίας.

Κυριότερος στόχος είναι η αναβάθμιση της τεχνολογικής υποδομής και των λογισμικών συστημάτων της ΜΟΚΑΣ, ώστε να ενισχυθούν οι δυνατότητές της στην πρόληψη και καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και ιδίως του ξεπλύματος χρήματος.

Σε συζητήσεις για την πρόσληψη εξωτερικών ελεγκτών που θα μελετήσουν το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου για πρακτικές που παραπέμπουν σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος βρίσκονται η Λευκωσία και οι Ευρωπαίοι πιστωτές, αναφέρει δημοσίευμα των Financial Times.

Η κίνηση προκύπτει εν μέσω ανησυχιών στη Γερμανία ότι το κυπριακό πακέτο διάσωσης που υπολογίζεται γύρω στα 17 δισεκατομμύρια ευρώ θα ενίσχυε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που προστατεύουν παράνομο ρωσικό χρήμα, προσθέτει η το δημοσίευμα.
 
Επικαλούμενη αξιωματούχους με ανάμιξη στις συζητήσεις, η βρετανική οικονομική εφημερίδα αναφέρει ότι ο Υπουργός Οικονομικών Βάσος Σιαρλή έχει αποδεχθεί την ιδέα κατ’ αρχήν. Σημειώνεται ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να υπερκεράσει τις εντεινόμενες πολιτικές πιέσεις στη Γερμανία από όσους θέλουν διαβεβαιώσεις ότι τα χρήματα της διάσωσης θα χρησιμοποιηθούν σωστά.
 
Οι ελεγκτές είναι πιθανό να προέρχονται από ξένο συμβουλευτικό ή λογιστικό οίκο. Μάλιστα δύο άτομα με ρόλο στις συνομιλίες δηλώνουν στην εφημερίδα ότι η PwC έχει αναφερθεί ως πιθανός ελεγκτής σε μια τέτοια περίπτωση.
 
Οι Financial Times σχολιάζουν ότι οι καταγγελίες για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στην Κύπρο έχουν αναδειχθεί σε ένα από τα πλέον πολιτικά φορτισμένα στοιχεία των διαπραγματεύσεων διάσωσης, απειλώντας να εκτροχιάσουν την τέταρτη πλήρη διάσωση χώρας-μέλους της ευρωζώνης.
 
Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι παρά την υψηλή βαθμολογία από διεθνείς οργανισμούς σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του προβλήματος, η Κύπρος «παραμένει ύποπτη» λόγω του ιστορικού της πριν την ένταξη στην ΕΕ το 2004. Προστίθεται ότι η Κύπρος είναι μία από τις μεγαλύτερες πηγές απευθείας ξένων επενδύσεων στη Ρωσία, κάτι που ενισχύει τις υποψίες.
 
Εν τω μεταξύ, ο Λι Μπούκχαϊτ του νομικού οίκου Cleary Gottlieb που συνέταξε το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, υποστηρίζει σε έκθεσή του ότι πρέπει να επιτραπεί και στην Κύπρο να κατεβάσει το χρέος της σε βιώσιμα επίπεδα, επιβάλλοντας ζημιές σε προνομιακούς ιδιώτες κατόχους ομολόγων.
 
Κατά τον Αμερικανό νομικό, όπως γράφουν οι Financial Times, μια απλή τροποποίηση της συνθήκης που εγκαθιδρύει τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας θα καθιστούσε μια τέτοια αναδιάρθρωση πολύ πιο εύκολη. Η τροποποίηση θα αφαιρούσε από τους ιδιώτες ομολογιούχους που δεν θα συμφωνούσαν να συμμετάσχουν σε μια αναδιάρθρωση του κυπριακού χρέους το δικαίωμα κατάσχεσης περιουσίας του κυπριακού κράτους εντός των ορίων της ευρωζώνης, με αποτέλεσμα τη συμμετοχή περισσότερων στην αναδιάρθρωση. Μια τέτοια τροποποίηση θα ωφελούσε ιδιαίτερα την Κύπρο, καθώς τα περισσότερα ομόλογά της έχουν εκδοθεί υπό ξένο και όxι το τοπικό δίκαιο, σημειώνει ο κ. Μπούκχαϊτ.
 
Η εφημερίδα σχολιάζει πάντως ότι μια κυπριακή αναδιάρθρωση παραμένει απίθανη, καθώς το ποσό του χρέους που βρίσκεται σε χέρια ιδιωτών είναι πολύ μικρό για να κάνει τη διαφορά. Παράλληλα, θα αποδυναμώνονταν οι κυπριακές τράπεζες που κατέχουν μεγάλο μέρος των κυβερνητικών ομολόγων.

Ο ΥΠΟΙΚ ενημερώνει την ολλανδική Βουλή την Πέμπτη για θέματα ξεπλύματος χρήματος

Την ετοιμότητα της Κύπρου να αποδεχτεί ανά πάση στιγμή έρευνα από οποιονδήποτε οργανισμό αρμόδιο για θέματα ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και ανταλλαγής πληροφοριών για σκοπούς φόρου, εξέφρασε ο Υπουργός Οικονομικών Βάσος Σιαρλή, σχολιάζοντας δημοσίευμα των "Financial Times" ότι η Κύπρος βρίσκεται σε συζητήσεις για την πρόσληψη εξωτερικών ελεγκτών που θα μελετήσουν το κυπριακό τραπεζικό σύστημα για θέματα ξεπλύματος βρώμικου χρήματος.

"Μέχρι στιγμής δεν έχει υποβληθεί καμία συγκεκριμένη επίσημη πρόταση", επισήμανε ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι η Κύπρος "έχει νομοθετήσει και υλοποιεί όλες τις συστάσεις που αφορούν αυτά τα δύο θέματα".

Ο κ. Σιαρλή τόνισε ότι για σκοπούς ενημέρωσης κρατών μελών που δεν είναι ενήμερα για το τι ενέργειες κάνει ήδη η Κύπρος σε αυτά τα θέματα προτίθεται να ανταποκριθεί σε πρόκληση που έχει από το Κοινοβούλιο της Ολλανδίας για να παραστεί την ερχόμενη Πέμπτη, στις 10.30, ενώπιον του Σώματος για να ενημερώσει τους Ολλανδούς βουλευτές για "το αίτημα της Κύπρου για στήριξη όπως και για τα θέματα που πιθανόν να τους ανησυχούν, όπως το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και της ανταλλαγής πληροφοριών".

Αναφέροντας ότι "στο παρόν στάδιο έχουμε μόνο αυτή την πρόσκληση", ο κ. Σιαρλή εξέφρασε ετοιμότητα "ανά πάση στιγμή να προβούμε σε οποιεσδήποτε παρουσιάσεις κληθούμε να κάνουμε για να δώσουμε το πολύ ξεκάθαρο μήνυμα ότι από πλευράς της Κύπρου δεν έχουμε απολύτως τίποτε να κρύψουμε και έχουμε ανταποκριθεί πλήρως σε όλες τις συστάσεις".

Ταυτόχρονα, ο κ. Σιαρλή ανακοίνωσε ότι "πολύ σύντομα, πιθανός εντός της ημέρας", θα είναι σε θέση να εκφράσει και άποψη "κατά πόσον μπορούμε να ικανοποιήσουμε και τις (χρηματοδοτικές) ανάγκες του Απριλίου", πέρα από τις ανάγκες μέχρι τον Μάρτιο για τις οποίες το κράτος έχει ήδη εξασφαλίσει χρηματοδότηση.